Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 27-Ιαν-2020 00:05

    Επείγουσα ανάγκη εσωτερικής μεταπολίτευσης

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη

    Ας μην ανησυχεί ο καλός συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος, ας μην κρούει κώδωνα κινδύνου από την "Εφημερίδα των Συντακτών". Ο αριθμός 1142 δεν πρόκειται να γίνει εκτροφείο ρουφιάνων, Εφιαλτών και Πηλιογούσηδων. Για δύο λόγους. Πρώτον, όταν οι περισσότεροι Έλληνες κωφεύουν και εθελοτυφλούν μπροστά σε καραμπινάτα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας στη διπλανή τους πόρτα (μονάχα εκ των υστέρων, όταν συμβεί το ανεπανόρθωτο κακό, θυμούνται να τα καταγγείλουν), το παράνομο κάπνισμα θα καρφώσουν τηλεφωνικώς; Δεύτερον και κυριότερον, η κοινωνία όχι απλώς αποδέχεται αλλά και επικροτεί τον νέο αντικαπνιστικό νόμο. Των θεριακλήδων περιλαμβανομένων. Η προστασία της δημόσιας υγείας -το νοιάξιμο ιδίως για τους εργαζόμενους στους χώρους εστίασης και διασκέδασης- έχει εμπεδωθεί ως αναγκαιότητα. Όπως μάθαμε να φοράμε ζώνες ασφαλείας στα αυτοκίνητα, κράνη στα δίκυκλα, έτσι αντιληφθήκαμε τα πλεονεκτήματα του μη ντουμανιασμένου αέρα. Κάλλιο αργά παρά ποτέ!

    Αλλού είναι το ενδιαφέρον. Πως πλάι στον κύριο Χαριτόπουλο υπάρχουν πολλοί. Όχι φουμαδόροι-σταυροφόροι. Μα συμπολίτες μας καθηλωμένοι σε παλιούς -έως παμπάλαιους- ηρωισμούς και τραύματα. Σε κάθε δεύτερη κουβέντα αναφέρουν χαφιέδες κι αντάρτες. Σε κάθε πέμπτη, βαριαναστενάζουν για κάποια χαμένη επανάσταση. Καθ’ύπνον βγάζουν πύρινους λόγους σε στρατοδικεία ως κατά φαντασίαν Μπελογιάννηδες ή σκαρφαλώνουν στην πύλη του Πολυτεχνείου για να αντιμετωπίσουν το τανκ. (Κάποιους που όντως το αντιμετώπισαν, τη Δαμανάκη λόγου χάρη ή τον Λαλιώτη τούς βδελύσσονται – γιατί άραγε; ) Ζουν εν ολίγοις στο παρελθόν. Με τα μάτια τού παρελθόντος βλέπουν το παρόν, με τα όπλα του βαυκαλίζονται ότι θα ανταπεξέλθουν στο μέλλον.

    Δεν αναφέρομαι -προς Θεού- στον Μανώλη Γλέζο, που τα χρόνια του τού επιτρέπουν και η ανεκτίμητη του προσφορά τού επιβάλλει να αποτελεί εν ζωή εθνικό μνημείο. Ούτε καν, τώρα που το ξανασκέφτομαι, στον ίδιο τον Διονύση Χαριτόπουλο. Ο "Άρης, ο Αρχηγός των Ατάκτων" στάθηκε, στο κάτω-κάτω, η μεγαλύτερη εκδοτική επιτυχία του. Το βιβλίο της ζωής του.

    Για τους άλλους μιλάω. Για τους μυριάδες καθ’έξιν νοσταλγούς. Οι οποίοι συνιστούν ένα ισχυρό ακόμα κοινωνικό, πολιτιστικό και πολιτικό ρεύμα.

    Τους ακούς σε παρέες, τους διαβάζεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εκπλήσσεσαι. Πού έχουν κολλήσει -αναρωτιέσαι- όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Στο 1917; Στο 1944; Στο 1949;

    Και για τα τρία έτη-ορόσημα έχουν -φευ!- αξιοσημείωτη άγνοια. Εάν τούς ενημερώσεις, φερ’ ειπείν, ότι οι ναύτες που συμμετείχαν στη Σοβιετική Επανάσταση σφαγιάστηκαν λίγο αργότερα από τον Κόκκινο Στρατό στην Κροστάνδη κατά διαταγή του Λένιν επειδή απαιτούσαν πολιτικές ελευθερίες και σεβασμό της ατομικής ιδιοκτησίας, θα σε κοιτάξουν δύσπιστα. Εάν τους πληροφορήσεις πως στον Γράμμο ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από τους μαχητές του καθημαγμένου Δημοκρατικού Στρατού ήταν Σλαβομακεδόνες, θα σε κατηγορήσουν ως συκοφάντη – συκοφάντη τίνος ακριβώς; Εάν -το πιο ανώδυνο- τούς πεις πως τα περίφημα "αντάρτικα", που τραγουδούν κι ανατριχιάζουν από έφηβοι στις ταβέρνες και στις συγκεντρώσεις, σκαρώθηκαν πλην εξαιρέσεων μετά το τέλος του Εμφυλίου, ρώσικες μελωδίες με ελληνικούς στίχους, "δηλαδή οι αντάρτες δεν έλεγαν αντάρτικα;" θα σε ρωτήσουν με παιδική έκπληξη. "Ούτε αντάρτικα" θα τους προσγειώσεις "ούτε ρεμπέτικα διότι τα απαγόρευε το Κόμμα. Δημοτικά έλεγαν. Με "έχε γειά καημένε κόσμε…” πήγαιναν για εκτέλεση." "Λεπτομέρειες…" θα σου απαντήσουν με εμφανή απογοήτευση.

    Όλες οι κοινωνίες συντηρούν και στηρίζονται εν μέρει σε μύθους. Η ελληνική εντούτοις, μετά από τη χρεοκοπία του κράτους το 2010, υπερέβη κάθε όριο.

    Βγήκαν άνθρωποι γεννημένοι τη δεκαετία του ’50 ή του ’60 και μάς γάνιασαν τα αυτιά με τους ηρωικούς αγώνες τους, κατά τη Μεταπολίτευση κυρίως. Ποιους αγώνες εννοούσαν; Εκείνους που έδωσαν ως Μαοϊκοί, ως απολογητές της εισβολής των Σοβιετικών στην Πράγα το 1968 ή υποστηρικτές του Τσαουσέσκου, ο οποίος ακολουθούσε δήθεν τον δικό του δρόμο προς τον σοσιαλισμό; Τη μέχρι πλήξης νόμιμη συνδικαλιστική τους δράση - θες στο πανεπιστήμιο, θέλεις στους χώρους εργασίας; Διότι στον Νίκο Τεμπονέρα, ο οποίος πλήρωσε με τη ζωή του τις ιδέες του, αντιστοιχούν ντουζίνες εργατοπατέρων που ανελίχθησαν κοινωνικά, έγιναν βουλευτές, μέχρι και υπουργοί...

    Ό,τι καθόρισε την πορεία της χώρας κατά τη Μεταπολίτευση αποφασίστηκε σε κορυφαίο πολιτικό επίπεδο, ερήμην ή σε πείσμα των "προοδευτικών" και "ανατρεπτικών" συλλογικοτήτων. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ (εάν είχε προκηρύξει σχετικό δημοψήφισμα πολύ αμφίβολο να το κέρδιζε) και την έβγαλε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου διατήρησε τις αμερικάνικες βάσεις, βελτίωσε και ενεβάθυνε τη σχέση μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας κατά την τρίτη του θητεία τις βάσεις για την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ.

    Η κοινωνία απολάμβανε την μακρότερη ειρήνη από ιδρύσεως ελληνικού κράτους, χαιρόταν την ευημερία, διαδηλώνοντας ταυτόχρονα "με ρόλεξ στα χέρια, με γούνες στους ώμους" όπως τη σατίριζε ο Χάρρυ Κλυν. Και καλά έκανε. Ουδείς τής επεσήμανε εγκαίρως πως το ελληνικό θαύμα στηριζόταν -από μια φάση τουλάχιστον και ύστερα- σε πήλινα πόδια...

    Όταν το 2010 η χώρα χτύπησε στα βράχια, πλείστοι όσοι σταβλίζονταν σε κάθε λογής αυλές -πολιτικές, εκδοτικές, ως και στον στενό κύκλο της Δήμητρας Λιάνη- απεγδύθησαν πάσης ευθύνης για το κακό. Το φόρτωσαν σε μετρημένους αποδιοπομπαίους τράγους σαν τον Άκη Τσοχατζόπουλο. Βοήθησε άθελά του και ο Θεόδωρος Πάγκαλος με το εντελώς άστοχο "Όλοι μαζί τα φάγαμε" που ενοχοποιώντας σύσσωμη την κοινωνία, κατάφερε να βγάλει λάδι τους ενόχους… Εν πάση περιπτώσει, οι επιτήδειοι -καιροσκόποι ως το μεδούλι- δεν άσκησαν τη στοιχειώδη αυτοκριτική. Παρά θυμήθηκαν τα ιδεολογικά τους λίκνα και πύκνωσαν τις τάξεις της "Πρώτη Φορά Αριστεράς"…

    Έχει περάσει πολύς καιρός. Θα έπρεπε κανονικά να συγχωρούμε τους εν πολλαίς αμαρτίαις γηράσκοντες, τους νοσταλγούς χαμένων παραδείσων που δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα ποτέ. Είναι -όπως έγραφε ο μέγας συγγραφέας Γιόζεφ Ροτ για τους Ρώσους εμιγκρέδες- "προσκολλημένοι με συγκινητική αφοσίωση στο παρελθόν, έχουν όμως ξεκόψει κάθε σχέση με την Ιστορία. Κλαδεύοντας έτσι και την ίδια τους την τραγωδία…"

    Το πρόβλημα είναι ότι η σκουριασμένη σκέψη και η παρωχημένη αισθητική τους στοιχειώνει -επηρεάζει έστω κρίσιμα- εν έτει 2020 την αντιπολίτευση. Ο κόσμος αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Νέες αντιθέσεις αναφύονται, καινούργιες συγκρούσεις εγκυμονούνται, οι έννοιες της εργασίας και της κοινωνίας της ίδιας αναπροσδιορίζονται. Όταν -πιο σύντομα από όσο φανταζόμαστε- θα τεθούν ως επείγοντα ζητήματα βιοηθικής και τεχνητής νοημοσύνης, τί θα μάς πουν οι νοσταλγοί;

     Είναι η Ελλάδα πολύ μικρή χώρα για να απολαμβάνει μια μερίδα έστω τον πολιτών της την πολυτέλεια του στρουθοκαμηλισμού.

    Ο κόσμος - όχι το κόμμα, ο κόσμος του Σύριζα έχει άμεση ανάγκη από μια εσωτερική μεταπολίτευση. Το οφείλει στον εαυτό του και στην πατρίδα.

    * Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων