08:33 29/10
Φταίει η Ευρώπη για την ενεργειακή κρίση που περνάει;
Για να αποφύγει νέες κρίσεις, η ΕΕ θα πρέπει μεταξύ άλλων να σπεύσει στις ΑΠΕ και να μειώσει την εξάρτηση από τη Ρωσία.
Του Stephen Tindale
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόκειται να δημοσιεύσει τις προτάσεις της για ένα κλιματικό και ενεργειακό πλαίσιο για το 2030, στις 22 Ιανουαρίου. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα συζητήσει τις προτάσεις της Κομισιόν τον Μάρτιο. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα πρέπει να επαινεθούν για το γεγονός ότι εστιάζουν στην πολιτική για το κλίμα σε μια εποχή που η κρίση στην ευρωζώνη δεν έχει τελειώσει, οι ευρωβουλευτές έχουν να ασχοληθούν με τις εκλογές και οι Επίτροποι είναι στο τέλος της θητείας τους. Ωστόσο, δίνεται πολύ μεγάλη έμφαση στους στόχους, αν θα πρέπει να υπάρχουν ένας ή τρεις, το πόσο φιλόδοξοι θα πρέπει να είναι και αν θα πρέπει να είναι νομικά δεσμευτικοί. Οι ευκρινώς προσδιορισμένοι στόχοι μπορούν να διαδραματίσουν χρήσιμο ρόλο στην καθοδήγηση για την λήψη αποφάσεων στην μετέπειτα πολιτική. Αλλά οι αποτελεσματικές πολιτικές είναι πιο σημαντικές και θα μπορούσαν να υιοθετηθούν και χωρίς την ύπαρξη στόχων.
Το πλαίσιο 2030 θα αντικαταστήσει τους στόχους 20-20-20: δηλαδή ότι πρέπει να υπάρξει μείωση κατά 20% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ότι το 20% της συνολικής ενέργειας πρέπει να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές και ότι θα πρέπει να υπάρξει βελτίωση 20% της ενεργειακής απόδοσης, έως το 2020. Για το 2030, η Κομισιόν προκρίνει τρεις στόχους: και πάλι για τα αέρια του θερμοκηπίου, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επίσης, υποστηρίζει τρεις. Η Τσεχική Δημοκρατία, η Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν έναν, αυτόν για την μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αξιωματούχοι της Κομισιόν τονίζουν ότι τα κράτη-μέλη που αντιτίθενται στο στόχο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι αυτά που χρησιμοποιούν πυρηνική ενέργεια. Αλλά το Παρίσι συντάχθηκε με την έκκληση άλλων επτά κυβερνήσεων για την υποστήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας του σχεδίου για το 2030, αποδεικνύοντας ότι είναι πιθανό κάποιος να είναι υπέρ της πυρηνικής ενέργειας και υπέρ των ανανεώσιμων πηγών.
Το Λονδίνο και η Πράγα δηλώνουν, δικαίως, ότι η μείωση των αερίων του θερμοκηπίου είναι το πιο σημαντικό κλιματικό ζήτημα. Έτσι, υποστηρίζουν, ότι θα πρέπει να υπάρχει μόνο ένας, τεχνολογικά ουδέτερος στόχος. Η Πολωνία, η οποία παράγει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς της από τον άνθρακα, θα προτιμούσε να μην υπάρχει κανένας στόχος για το κλίμα, αλλά αποφεύγει να λάβει αυτή τη θέση δημοσίως. Ορισμένα άλλα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης θα προτιμούσαν να μη υπάρχουν περαιτέρω στόχοι για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, επειδή, τόσο αυτά όσο και οι πολίτες τους αντιπαθούν την «παρέμβαση» των Βρυξελλών στο ενεργειακό τους μείγμα. Ο στόχος της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από μόνος του, δεν θα ήταν καταστροφή για την κλιματική πολιτική, εφ ΄όσον ήταν αρκετά φιλόδοξος, για παράδειγμα, να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά το ήμισυ μέχρι το 2030. Όμως, το Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ ενός στόχου για μείωση κατά 40%, και ο Επίτροπος για την ενέργεια, Günther Oettinger, τάχθηκε υπέρ της μείωσης μόνο κατά 35%. Ουδείς εξ αυτών θα αποδειχθεί αρκετά ισχυρός, ώστε να ωθήσει την ευρωπαϊκή οικονομία στην εξάρτησή της από την καθαρή ενέργεια. Μια μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 35% ή 40% έως το 2030 θα μπορούσε να επιτευχθεί από την πεπατημένη. Εάν τεθεί ως μοναδικός στόχος αυτός της μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου, αυτός θα πρέπει να είναι στο 50%.
Ωστόσο, ένας στόχος της μείωσης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 50% θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα σε συνδυασμό με αυτόν των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το μειονέκτημα του βρετανικού/τσεχικού επιχειρήματος για ένα και μόνο στόχο, είναι πως η κλιματική αλλαγή δεν είναι το μόνο θέμα που μετράει όταν λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με την ενεργειακή πολιτική. Μετράνε επίσης το πόσο προσιτό είναι από οικονομικής πλευράς και το θέμα της ενεργειακής ασφάλειας. Μετράνε, επίσης και άλλες μορφές μόλυνσης, καθώς και τα προβλήματα των πυρηνικών αποβλήτων και της διάδοσης των πυρηνικών. Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά τα ζητήματα, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες, έτσι, ένας τεχνολογικά ουδέτερος στόχος είναι ανεπαρκής. Η «καλύτερη» μορφή ενέργειας είναι η ενέργεια που δεν χρησιμοποιείται, επομένως ο βαθμός απόδοσης θα πρέπει να είναι στην κορυφή της ατζέντας της ενεργειακής πολιτικής, αντί να παραμένει ξεχασμένη ή στις τελευταίες θέσεις, όπως πολύ συχνά κάνουν τα κράτη-μέλη.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι η καλύτερη μορφή του ενεργειακού εφοδιασμού. Ποτέ δεν θα στερέψουν, παράγουν πολύ λίγη ρύπανση και είναι ευρέως διαδεδομένες σε όλη την Ευρώπη, στο βορρά με τον άνεμο, στο νότο με τον άνεμο και τον ήλιο. Οι περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ακριβές προς το παρόν, αλλά το κόστος τους μειώνεται με γρήγορους ρυθμούς. Η Ευρώπη, τελικά, θα μπορούσε να εξασφαλίσει όλη την απαιτούμενη ενέργειά της από ανανεώσιμες πηγές: ηλεκτρισμό, ανανεώσιμες πηγές φυσικού αερίου (για θέρμανση) και βιοκαύσιμα (για την αεροπορία και τα βαρέα φορτηγά οχήματα). Η ενεργειακή πολιτική πρέπει συνεπώς να προωθήσει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έναντι άλλων πηγών ενέργειας.
Αλλά η μετάβαση από το σημερινό επίπεδο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ΕΕ (περίπου στο 13%) σε σχεδόν, 100% θα πάρει πολλές δεκαετίες. Η ευρεία εγκατάσταση δεν μπορεί να επιτευχθεί εν μία νυκτί. Απαιτούνται πρόοδοι στη τεχνολογία αποθήκευσης της ηλεκτρικής ενέργειας και των βιοκαυσίμων στην αεροπορία. Η Δανία έχει θέσει ως στόχο να εξασφαλίσει όλη την απαιτούμενη ενέργειά της από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2050. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτό θα επιτευχθεί, και για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος. Η ΕΕ πρέπει να θέσει ως στόχο να εξασφαλίσει το 40% της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2030, το 60% μέχρι το 2040, το 80% μέχρι το 2050 και το 100% μέχρι το 2060. Αυτό το σαφές χρονοδιάγραμμα, θα παράσχει μεγαλύτερη ασφάλεια στους επενδυτές και στην βιομηχανία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Θα υπογράμμιζε επίσης στο κοινό ότι η μετάβαση σε μια οικονομία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν μπορεί να επιτευχθεί εν μία νυκτί. Αυτό θα βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν ότι οι πηγές ενέργειας με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα είναι απαραίτητες ως «τεχνολογίες γέφυρας», η φράση που χρησιμοποιήθηκε από τη Γερμανίδα Καγκελάριο Angela Merkel πριν από την στροφή 180ο μοιρών σχετικά με την πυρηνική ενέργεια μετά τη Fukushima. Οι δύο διαθέσιμες επιλογές είναι η πυρηνική ενέργεια και η δέσμευση και αποθήκευση του άνθρακα (CCS). Σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης, κυρίως στη Γερμανία, το κοινό αντιτίθεται τόσο στην πυρηνική ενέργεια, όσο και στη CCS. Οι Γερμανοί οικολόγοι υποστηρίζουν ότι το φυσικό αέριο είναι μια bridge-technology χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Οι εκπομπές άνθρακα του φυσικού αερίου είναι πολύ χαμηλότερες από του άνθρακα, αλλά χωρίς CCS είναι πολύ πιο επιζήμιες για το κλίμα από ό,τι είναι οι ανανεώσιμες ή η πυρηνική ενέργεια.
Για να βοηθήσει στην επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Κομισιόν πρέπει να δώσει προτεραιότητα στη βελτίωση και την επέκταση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων της Βόρειας Θάλασσας και της Μεσογείου. Για να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η Κομισιόν θα πρέπει επίσης να προτείνει την ενίσχυση της «οδηγίας για τις βιομηχανικές εκπομπές» του 2010, συμπεριλαμβάνοντας ένα πρότυπο επιδόσεων εκπομπών για σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό θα περιορίσει την ποσότητα των αερίων του θερμοκηπίου που ένας σταθμός παραγωγής ενέργειας μπορεί να εκπέμπει ανά μονάδα της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται. Η Καλιφόρνια εισήγαγε ένα τέτοιο πρότυπο το 2007 και η κυβέρνηση Obama εισάγει τώρα ένα ανάλογο για όλες τις ΗΠΑ. Ο Καναδάς εισήγαγε επίσης ένα πρότυπο επιδόσεων εκπομπών. Στην Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι το μόνο κράτος-μέλος που έχει θεσπίσει ένα, όμως αυτό ισχύει μόνο για τους νέους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η πολιτική του Obama θα ισχύει και για τους υπάρχοντες σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η ΕΕ θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμά του.
Θα έπρεπε να υπάρχει μαζί με τους στόχους για τα αέρια του θερμοκηπίου και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ένας στόχος της ενεργειακής απόδοσης για το 2030; Η περίπτωση αυτή είναι λιγότερο σαφής, όχι διότι η ενεργειακή απόδοση είναι λιγότερο σημαντική (όπως υποστηρίχθηκε παραπάνω, η ενεργειακή απόδοση είναι η καλύτερη μορφή ενέργειας), αλλά επειδή η αξία ενός στόχου, σε αντίθεση με την ενίσχυση των πολιτικών, είναι λιγότερο προφανής για την ενεργειακή απόδοση. Ο στόχος της ενεργειακής απόδοσης για το 2020 δεν είναι νομικά δεσμευτικός. Η φράση «νομικά δεσμευτική» έχει γίνει ένα ξόρκι γι αυτούς που συμμετέχουν στις παγκόσμιες διαπραγματεύσεις των Ηνωμένων Εθνών (ακόμα κι αν ο ΟΗΕ δεν έχει τα μέσα για να επιβάλλει οτιδήποτε από τα συμφωνηθέντα) και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κομισιόν έχει τα εργαλεία για να επιβάλει νομικούς στόχους, αλλά δεν είναι αρκετά ισχυρή για να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση. Για να δοθεί ένα παράδειγμα: το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα συμμορφωθεί με το νομικά δεσμευτικό στόχο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας του 2020. Κανείς δεν θα πάει φυλακή. Όποιος είναι στην εξουσία θα κατηγορήσει προηγούμενες κυβερνήσεις για την αποτυχία.
Όταν πιέστηκαν να κάνουν το στόχο του 2020 για την ενεργειακή απόδοση νομικά δεσμευτικό, αξιωματούχοι της Κομισιόν υποστήριξαν, δικαίως, ότι τα νομικώς δεσμευτικά μέτρα ήταν πιο σημαντικά από τους αντίστοιχους στόχους. Η Επιτροπή πρότεινε ένα τέτοιο μέτρο για την «οδηγία για την ενεργειακή απόδοση», δηλαδή ότι οι νέοι σταθμοί παραγωγής ενέργειας θα πρέπει να διαθέτουν τεχνολογία συνδυασμένης θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας (CHP). Δυστυχώς, η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή από το Συμβούλιο. Η Κομισιόν θα το προτείνει εκ νέου ως τροπολογία στην «οδηγία για την ενεργειακή απόδοση» του 2012. Θα πρέπει επίσης να προτείνει την ενίσχυση της «ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων» του 2002. Αυτό απαιτεί σήμερα ότι τα κτίρια πρέπει να πληρούν υψηλά πρότυπα ενεργειακής απόδοσης, όταν ανακαινιστούν. Θα πρέπει να ενισχυθεί προκειμένου τα κτίρια να είναι ενεργειακά αποδοτικά, όταν αυτά πωλούνται ή ενοικιάζονται, όπως ήδη συμβαίνει στη Σουηδία.
Έτσι, η Κομισιόν θα πρέπει να προτείνει ένα συνδυασμό των στόχων και των πολιτικών στο κλιματικό και ενεργειακό πλαίσιο του 2030. Θα πρέπει να προτείνει έναν στόχο μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 50% και ένα στόχο παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά 40%. Για να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων αυτών, η Κομισιόν θα πρέπει να προτείνει η τεχνολογία CCS να καθίσταται υποχρεωτική για νέους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα, η CHP καθίσταται υποχρεωτική για όλους τους νέους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής που περιλαμβάνουν την καύση, και τα κτίρια να γίνουν ενεργειακά πιο αποδοτικά, όταν πωλούνται ή ενοικιάζονται. Και το Συμβούλιο θα πρέπει να δεχθεί τις προτάσεις αυτές τον Μάρτιο. Διαφορετικά η πολιτική για το κλίμα και την ενέργεια θα είναι σε αναμονή για το υπόλοιπο του 2014. Η ανάγκη για την ασφάλεια των επενδύσεων μετά το 2020, και η ανάγκη για γρήγορη μείωση των εκπομπών, σημαίνει ότι ένα τέτοιο κενό θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρό.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://www.cer.org.uk/insights/climate-policies-are-more-important-targets