Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 22-Οκτ-2020 00:05

    Υπόθεση Google: Γιατί η επίθεση Τραμπ, αλλά και Δημοκρατικών, στους κολοσσούς της τεχνολογίας είναι λάθος

    Υπόθεση Google: Γιατί η επίθεση Τραμπ, αλλά και Δημοκρατικών, στους κολοσσούς της τεχνολογίας είναι λάθος
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Συντακτικής Ομάδας του Bloomberg Opinion

    Την Τρίτη, το υπουργείο Δικαιοσύνης της κυβέρνησης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέβαλε αγωγή κατά της Google, θυγατρικής της Alphabet.

    Η κίνηση του θα μπορούσε να καταστρέψει τη Silicon Valley, να οδηγήσει σε χρόνια σκληρών δικαστικών μαχών και να ανατρέψει το επιχειρηματικό μοντέλο μιας από τις πιο επιτυχημένες εταιρείες της χώρας. Παρ' όλα αυτά, το σκεπτικό πίσω από την έναρξη αυτής της διαδικασίας δεν είναι καθόλου σαφές.

    Από την αρχή αυτής της υπόθεσης, οι επίσημες εξηγήσεις της κυβέρνησης δεν έχουν ιδιαίτερη μεταξύ τους συνοχή. Ο υπουργός Δικαιοσύνης (Γενικός Εισαγγελέας) Γουίλιαμ Μπαρ δήλωσε τον Ιούνιο ότι ανησυχεί για την καταστολή των συντηρητικών πολιτικών απόψεων στο Διαδίκτυο. Άλλοι αξιωματούχοι έχουν παραπονεθεί για προκατειλημμένα αποτελέσματα στις μηχανές αναζήτησης ή την κυριαρχία της εταιρείας στην τεχνολογία της ψηφιακής διαφήμισης.

    Ο ίδιος ο Τραμπ δικαιολόγησε την έρευνα με το αιτιολογικό ότι οι εταιρείες τεχνολογίας "κάνουν αρνητικές διακρίσεις εις βάρος του".

    Έωλα επιχειρήματα

    Στο τέλος, η κυβέρνηση εστίασε τα επιχειρήματά της στις συμφωνίες που υπέγραψε η Google με κατασκευαστές τηλεφώνων και ασύρματων δικτύων για την προώθηση της δραστηριότητάς της στο χώρο των μηχανών αναζήτησης.

    Από την άλλη πλευρά, η υπόθεση είναι αμφισβητήσιμη: όλες οι σχετικές συμφωνίες ήταν αποτέλεσμα ανταγωνιστικής υποβολής προσφορών, οι χρήστες αντιμετωπίζουν ελάχιστα εμπόδια εάν επιθυμούν να στραφούν σε υπηρεσίες άλλων εταιρειών, ενώ ακόμη και οι πιο ένθερμοι λάτρεις του Bing στον κόσμο πρέπει να παραδεχτούν ότι η Google έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικό προϊόν, με τεράστια οφέλη για τους καταναλωτές.

    Ο Μπαρ δεν βοήθησε την υπόθεσή του, ασκώντας επανειλημμένα πολιτική σε ζητήματα ανταγωνισμού με γνώμονα την προώθηση των πολιτικών συμφερόντων του Τραμπ.

    Σύμφωνα με τη μαρτυρία καταγγέλλοντος, είχε προηγουμένως ενθαρρύνει εισαγγελείς αρμόδιους για την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία να "παρενοχλήσουν" εταιρείες που έχουν δυσαρεστήσει τον πρόεδρο ή εμπόδισαν την επίτευξη πολιτικών στόχων του.

    Οι περισσότεροι από αυτούς τους δικαστικούς οι οποίοι εμπλέκονται στην υπόθεση Google φέρονται να διαμαρτύρονται για το ταχύτερο χρονοδιάγραμμα που επέβαλε ο Μπαρ στην αρμόδια εισαγγελία, το οποίο φάνηκε να έχει σχέση κυρίως με το πώς θα βοηθηθεί ο Τραμπ εν όψει των εκλογών του επόμενου μήνα.

    Με λίγα λόγια, ακόμη και αν το υπουργείο μπορεί τελικώς να αποδείξει ότι η Google έχει βλάψει τους καταναλωτές, η ακανόνιστη και κομματική του προσέγγιση θα έχει προκαλέσει βαθύτερη και πιο μόνιμη βλάβη.

    Στον χορό και οι Δημοκρατικοί

    Ωστόσο, η πρόσφατη εχθρότητα προς τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας δεν περιορίζεται στην τωρινή κυβέρνηση.

    Νωρίτερα αυτό τον μήνα, η πλειοψηφία μιας υποεπιτροπής της ομοσπονδιακής Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ (που ελέγχεται από τους Δημοκρατικούς) δημοσίευσε μια έκθεση 449 σελίδων, η οποία αποτύπωνε μια παρόμοια διευρυμένη εικόνα των "αρπακτικών πρακτικών" εκ μέρους των κολοσσών της τεχνολογίας και πρότεινε την αντιμονοπωλιακή "επιβολή" ως το κατάλληλο φάρμακο.

    Εκτός από τον ισχυρισμό περί μονοπωλιακής συμπεριφοράς, κατηγορούσε τις τέσσερις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες για διάπραξη ή ανοχή πολλών άλλων παραπτωμάτων - παραπληροφόρηση, παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής, ρητορική μίσους, εθισμό στην τεχνολογία, πολιτική επιρροή, άσεμνα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου - και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτές αποκαλύπτουν επίσης μια συστημική αδυναμία της τρέχουσας αντιμονοπωλιακής πολιτικής.

    Το πρόβλημα είναι ότι αυτά δεν είναι κυρίως ζητήματα ανταγωνισμού και η νομοθεσία περί υγιούς ανταγωνισμού είναι το λάθος μέσο για την αντιμετώπισή τους.

    Η εκ νέου σχεδίασή της γι΄αυτό τον σκοπό είναι μια συνταγή που οδηγεί σε εκείνο το είδος ασυνεπούς και πολιτικά επηρεαζόμενου αντιμονοπωλιακού δόγματος το οποίο επικράτησε στις ΗΠΑ για δεκαετίες προτού τα δικαστήρια υιοθετήσουν το σχετικά σαφές και συνεκτικό πρότυπο αντιμονοπωλιακών κανόνων για την αποφυγή της πρόκλησης βλάβης στους καταναλωτές.

    Χωρίς περισπάσεις από τέτοιες αμφιβολίες, η έκθεση προέβλεπε ριζική αναδιάρθρωση. Αναρωτιόταν εάν οι εταιρείες θα έπρεπε, ουσιαστικά, να τεμαχιστούν σε μικρότερα κομμάτια. Φλέρταρε, δε, με την ιδέα της "υπέρβασης" τουλάχιστον έξι αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.

    Πρότεινε όλες οι εξαγορές από κυρίαρχες στην αγορά τους εταιρείες να "θεωρούνται μονοπωλιακή πρακτική", υπονομεύοντας έτσι τη δέουσα διαδικασία και εξουσιοδοτώντας τις ρυθμιστικές αρχές έναντι των δικαστηρίων. Πρότεινε επίσης το Κογκρέσο να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης ή τεμαχισμού του νομοθετικού πλαισίου και του ιστορικού προηγούμενου δεκαετιών και είχε ως στόχο να επιτρέψει μια πραγματική "έκρηξη" δικαστικών μαχών.

    Η προσφορά των κολοσσών της τεχνολογίας σε παγκόσμια κλίμακα

    Πριν ο πόλεμος ενάντια στις μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου της τεχνολογίας περάσει σε ανώτερο στάδιο, αξίζει να θυμηθούμε ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες έχουν παράσχει στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο κόσμο αναρίθμητα προϊόντα και εργαλεία και υπηρεσίες που θα ήταν αδιανόητα ακόμη και πριν από δύο δεκαετίες.

    Υπήρξαν ωφέλιμες για μικρές επιχειρήσεις, ακόμη πιο ωφέλιμες για τους καταναλωτές και κινητήρια δύναμη για την αμερικανική οικονομία. Από την άλλη πλευρά, έκαναν τους τελευταίους επτά μήνες των περιορισμών λόγω της Covid-19 ανεκτούς.

    Δεν υπάρχει κυβέρνηση στον κόσμο που δεν θα έδινε τα πάντα προκειμένου να έβλεπε μια από αυτές τις εταιρείες, πόσο μάλλον και τις τέσσερις, να ξεκινούν τη δραστηριότητά τους και να πετυχαίνουν με έδρα στο έδαφος της χώρας της.

    Οι ανησυχίες για την ισχύ στην αγορά ή την πολιτική επιρροή που διαθέτουν αυτές οι εταιρείες σίγουρα δεν πρέπει να απορριφθούν. Ωστόσο, οι "ζηλωτές" της μεταρρύθμισης πρέπει να προσέξουν τι διακυβεύεται σε αυτό το πεδίο και να μην βιαστούν καθόλου να επεκτείνουν την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία πέρα ​​από το κατάλληλο πεδίο εφαρμογής της.

    Τα τελευταία 50 χρόνια, το αντιμονοπωλιακό δόγμα στις ΗΠΑ προστατεύει επιτυχώς τόσο τους καταναλωτές όσο και τον ανταγωνισμό, προωθώντας έτσι την καινοτομία και την οικονομική ανάπτυξη.

    Η επιτυχία της Αμερικής στον τομέα της τεχνολογίας αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη της επιτυχίας αυτής της προσέγγισης. Δεν πρέπει λοιπόν να την απορρίπτει κανείς με τέτοια ελαφρότητα.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ