Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 01-Δεκ-2022 00:05

    Πώς θα μοιάζει η Ρωσία χωρίς τον Πούτιν; Κάπως έτσι ίσως

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
                                                                                                            Nanna Heitmann για τους "The New York Times"

    Η τρέχουσα κατάσταση της Ρωσίας -στρατιωτικοποιημένη, απομονωμένη, διεφθαρμένη, κυριαρχούμενη από τις υπηρεσίες ασφαλείας και αιμορραγούσα ταλέντο καθώς εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες φεύγουν στο εξωτερικό για να αποφύγουν τη στράτευση σε έναν φρικτό πόλεμο- είναι ζοφερή.

    Ελπίζοντας να τερματιστεί αυτή η σκοτεινή πραγματικότητα, ορισμένοι περιμένουν με ανυπομονησία τον Βλαντιμίρ Πούτιν να αποχωρήσει από την εξουσία. Για να αλλάξει η χώρα όμως δεν αρκεί να πεθάνει ή να παραιτηθεί ο κ. Πούτιν. Οι μελλοντικοί ηγέτες της Ρωσίας πρέπει να αποδομήσουν και να μετασχηματίσουν τις δομές πάνω στις οποίες προεδρεύει για περισσότερες από δύο δεκαετίες. Η πρόκληση είναι, το λιγότερο που μπορούμε να πούμε, τρομακτική. Αλλά μία ομάδα πολιτικών καταστρώνει ένα σχέδιο για να την αντιμετωπίσει.

    Αποτελούμενο από γνωστά στελέχη της αντιπολίτευσης αλλά και νεότερους εκπροσώπους τοπικών και περιφερειακών κυβερνήσεων, το Πρώτο Συνέδριο των Λαϊκών Αντιπροσώπων της Ρωσίας συνήλθε στην Πολωνία στις αρχές Νοεμβρίου. Η τοποθεσία, το παλάτι της Jablonna έξω από τη Βαρσοβία, ήταν συμβολική: πρόκειται για τον τόπο των πρώτων διαπραγματεύσεων στις συνομιλίες στρογγυλής τραπέζης που οδήγησαν στο τέλος της κομμουνιστικής διακυβέρνησης στην Πολωνία. Εκεί, έπειτα από τρεις ημέρες έντονων συζητήσεων, οι συμμετέχοντες υπέβαλαν προτάσεις για την ανοικοδόμηση της χώρας τους. Συνολικά, αναλογεί σε μία σοβαρή προσπάθεια να φανταστούμε τη Ρωσία χωρίς τον κ. Πούτιν.

    Η πρώτη και πιο επιτακτική προτεραιότητα είναι φυσικά η εισβολή στην Ουκρανία. Όλοι στο συνέδριο αντιτίθενται στον πόλεμο, ο οποίος εκτιμούν ότι θα χαθεί ή θα οδηγήσει σε πυρηνική καταστροφή. Για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες και να αποτρέψουν επανάληψη της τραγωδίας, προτείνουν μια "δράση για την ειρήνη" που θα αποστράτευε τις δυνάμεις και θα τερμάτιζε την κατοχή ουκρανικού εδάφους, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας:  Δημιουργία κοινής ομάδας για τη διερεύνηση εγκλημάτων πολέμου - Αποζημιώσεις για τις κατεστραμμένες υποδομές και τις οικογένειες των νεκρών - Απόρριψη μελλοντικών "κατακτητικών πολέμων". Πέρα από την προσφορά μίας αποτροπής του μελλοντικού επεκτατισμού, αυτή η ευρεία δέσμευση θα παρέχει και έναν ουσιαστικό απολογισμό της ρωσικής ιστορίας ιμπεριαλιστικών εισβολών.

    Οι υπεύθυνοι για την καταστροφή θα πρέπει επίσης να εκπαραθυρωθούν - κάτι που δεν έγινε ποτέ μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το Συνέδριο θα απαγόρευε την εργασία σε κρατικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα σε όσους ανήκαν σε "εγκληματικές" οργανώσεις - όπως οι Ομοσπονδιακές Υπηρεσίες Ασφαλείας ή τα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια - ή υποστήριζαν δημόσια τον πόλεμο, ενώ θα περιόριζε και τα εκλογικά τους δικαιώματα. Θα δημιουργούσε επίσης μια επιτροπή "αποπουτινοποίησης" για να εξετάσει την αποκατάσταση ορισμένων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θα τον αποκήρυσσαν δημόσια και δεν θα είχαν διαπράξει ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα, καθώς και για να ανοίξει τα αρχεία των υπηρεσιών ασφαλείας.

    Στη συνέχεια, είναι η δομή της ίδιας της Ρωσίας. Η Ρωσική Ομοσπονδία είναι εξαιρετικά συγκεντρωτική, με ένα συνονθύλευμα άνω των 80 δημοκρατιών και περιφερειών που είναι έντονα υποταγμένες στον πρόεδρο, επιτρέποντας τη συσσώρευση τεράστιας εξουσίας. Το Συνέδριο, βασιζόμενο στα οράματα αποκέντρωσης από την εποχή της σοβιετικής κατάρρευσης, προτείνει τη διάλυση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και την αντικατάστασή της με μια νέα κοινοβουλευτική δημοκρατία. Σύμφωνα με ένα λεπτομερώς διατυπωμένο σχέδιο για την "αυτοδιάθεση", το μελλοντικό ρωσικό κράτος θα πρέπει "να συγκροτηθεί στη βάση της ελεύθερης επιλογής από τους λαούς που το κατοικούν".

    Η ρήξη αυτή με το παρόν θα μπορούσε να διορθώσει τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του παρελθόντος. Από τον Βλαντιμίρ Λένιν μέχρι τον Μπόρις Γέλτσιν, οι σύγχρονοι Ρώσοι ηγέτες έχουν μακρά ιστορία στο να προτείνουν αποκέντρωση για να κερδίσουν τη λαϊκή υποστήριξη και στη συνέχεια να την αποκηρύττουν μόλις εδραιώσουν την εξουσία τους. Παρόλο που όλα τα ομοσπονδιακά υποκείμενα είναι νομικά ίσα σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα της Ρωσίας, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές ανισότητες - ένα γεγονός που υπογραμμίζουν οι δυσανάλογοι αριθμοί στρατιωτών και νεκρών από εθνοτικές μειονότητες φτωχότερων δημοκρατιών όπως το Νταγκεστάν και η Μπουριατία στον πόλεμο στην Ουκρανία.

    Η επανεξέταση του ζητήματος της αυξημένης εθνικής κυριαρχίας θα μπορούσε να επιτρέψει στην αποσχισθείσα δημοκρατία της Τσετσενίας, για παράδειγμα, να εγκαταλείψει τη Ρωσία έπειτα από τη βάναυση υποδούλωσή  της από τον κ. Πούτιν, ενώ θα επέτρεπε σε περιοχές και δημοκρατίες χωρίς ισχυρά αποσχιστικά κινήματα να επαναδιαπραγματευτούν την κατανομή πόρων και την ισορροπία δυνάμεων με την κεντρική διοίκηση. Θα δημιουργούσε μια πιο δίκαιη χώρα ενώ θα υπονόμευε τον ρωσικό εθνικισμό.

    Το Συνέδριο είναι πιο ασαφές ως προς τα οικονομικά του σχέδια. Μια ρύθμιση υπόσχεται να "επαναξιολογήσει τα αποτελέσματα των ιδιωτικοποιήσεων" που πραγματοποιήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1990 (η οποία οδήγησε στην άνοδο των ολιγαρχών της Ρωσίας), ενώ μια άλλη εστιάζει στην ακύρωση της εξαιρετικά αντιδημοφιλούς μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος από τον κ. Πούτιν το 2020. Λείπει, ωστόσο, η δέσμευση για ένα ισχυρό δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας ή οποιαδήποτε συζήτηση για μετάβαση της οικονομίας της Ρωσίας μακριά από την εξάρτησή της από τις εξαγωγές ενέργειας. Αυτή είναι μία μεγάλη παράλειψη. Από τη δεκαετία του 1990, όταν εισήχθησαν ταυτόχρονα οι ιδιωτικοποιήσεις και οι ελεύθερες εκλογές, ο πλούτος και η εξουσία υπήρξαν αλληλένδετοι. Πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση δεν μπορούν να ειδωθούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη.

    Αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Κύριος διοργανωτής και χορηγός του Συνεδρίου είναι ο Ιλιά Πονομαριόφ, ένας αριστερός επιχειρηματίας της τεχνολογίας. Το μόνο μέλος του ρωσικού κοινοβουλίου που καταψήφισε την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, έφυγε από τη χώρα, απέκτησε την ουκρανική υπηκοότητα και τώρα διευθύνει ένα ρωσόφωνο ειδησεογραφικό κανάλι στο Κίεβο. Αμφιλεγόμενο πρόσωπο στους κύκλους της αντιπολίτευσης, τον Αύγουστο επικρότησε τη δολοφονία της Ντάρια Ντούγκινα, κόρης του υπέρμαχου του ευρασιανισμού φιλόσοφου Αλεξάντερ Ντούγκιν, ενώ ισχυρίστηκε ότι ήταν έργο ενός μυστικού αντάρτικου στρατού εντός της Ρωσίας. Αυτός ο αβάσιμος ισχυρισμός εξόργισε συμμαχικά πρόσωπα της αντιπολίτευσης. Ακολούθως, ο κ. Πονομαριόφ αποκλείστηκε από μία εκδήλωση που οργάνωσαν οι μακροχρόνιοι επικριτές του Κρεμλίνου Γκάρι Κασπάροφ και Μιχαήλ Χοντορκόφσκι.

    Παρά τις διαφωνίες, η αντιπολίτευση της Ρωσίας έχει ένα σχετικά κοινό όραμα για το μέλλον. Ο κ. Χοντορκόφσκι και ο Αλεξέι Ναβάλνι, ο πιο γνωστός αντιφρονών  της χώρας, ο οποίος αυτή τη στιγμή σαπίζει σε μία σωφρονιστική αποικία, έχουν απευθύνει επίσης εκκλήσεις να μετατραπεί η Ρωσία σε κοινοβουλευτική δημοκρατία με μεγαλύτερες εξουσίες σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Ωστόσο, οι συνεργάτες του κ. Ναβάλνι δεν παρευρέθηκαν στο Συνέδριο, όπως ούτε ο κ. Κασπάροφ ή ο κ. Χοντορκόφσκι. Η νομιμότητά του Συνεδρίου - η οποία ήδη αμφισβητήθηκε από πολλές ρωσικές αντιπολεμικές οργανώσεις που δήλωσαν ότι δεν τις εκπροσωπεί - τέθηκε υπό αμφισβήτηση και από ορισμένους συμμετέχοντες, αρκετοί εκ των οποίων αποχώρησαν διαμαρτυρόμενοι για αυτό που χαρακτήρισαν ως έλλειψης ισότητας και διαφάνειας στον τρόπο λειτουργίας του.

    Τέτοιες διαμάχες δεν βοηθούν τις προτάσεις, οι οποίες μπορεί να φαίνονται τραβηγμένες. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι οι ριζικές αλλαγές συχνά επωάζονται στο εξωτερικό ή υπογείως. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, πολιτικοί μετανάστες σε αντιμαχόμενες κοινότητες ανά την Ευρώπη σχεδίασαν την πτώση της ρωσικής αυτοκρατορίας. Ανάμεσά τους ήταν ο Βλαντιμίρ Λένιν, ο οποίος ζούσε στην Πολωνία κατά το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

    Προς το παρόν, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Ρωσίας να εξωθείται σε αδράνεια, ενώ άλλοι χάνουν τη δουλειά τους ή την ελευθερία να εκφράσουν τη διαφωνία τους, το ενδεχόμενο μετασχηματισμού της χώρας φαίνεται μακρινό. Η αλλαγή, ωστόσο, μπορεί να έρθει όταν είναι λιγότερο πιθανή. Στις αρχές του 1917, ένας απαισιόδοξος Λένιν θρηνούσε το γεγονός ότι μάλλον δεν θα ζούσε για να δει την επανάσταση. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο τσάρος είχε ανατραπεί.

    Η Ρωσία δεν είναι περισσότερο καταδικασμένη να επαναλάβει το παρελθόν από ό,τι οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η ώρα να φανταστούμε ξανά το μέλλον της είναι τώρα.

    * Η Joy Neumeyer είναι δημοσιογράφος και ιστορικός της Ρωσίας και της Ανατολικής Ευρώπης

    © 2022 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ