Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 27-Νοε-2019 19:42

    Τσίπρας για ελληνική κρίση: Έφταιξε ο καπιταλισμός "αλά ελληνικά" και οι εμμονές ΔΝΤ

    Τσίπρας για ελληνική κρίση: Έφταιξε ο καπιταλισμός "αλά ελληνικά" και οι εμμονές ΔΝΤ
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Νίκης Ζορμπά

    Στον τρόπο που εφαρμόζεται στην Ελλάδα ο καπιταλισμός, στις εμμονές του ΔΝΤ, στη συντηρητική ΕΕ αλλά και στους Έλληνες πολιτικούς που διαχειρίστηκαν την κρίση και τα δύο πρώτα μνημόνια απέδωσε εν πολλοίς ο Αλέξης Τσίπρας τις αιτίες που οδήγησαν στην ελληνική κρίση, σε ομιλία του στο Παρίσι για το χρέος και την ελληνική εμπειρία για την κρίση.

    Ο κ. Τσίπρας, κατά την ομιλία του στο γαλλικό πανεπιστήμιο Paris School of International Affairs με τίτλο: "Ένα μάθημα από την Ελλάδα", έκανε λόγο για "αμοραλισμό" από πλευράς ΔΝΤ, σημειώνοντας πως αντί να λειτουργεί τεχνοκρατικά, έπαιζε "πολιτικά παιχνίδια". Στο ίδιο πλαίσιο, τόνισε:

    "Αν όμως η ευθύνη βαραίνει το ΔΝΤ, βαραίνει εξίσου και τους πολιτικούς που επέλεξαν να επιβάλουν ένα πρόγραμμα που συνδύασε το ΔΝΤ και ευρωπαϊκούς θεσμούς σε ένα τραγικό χορό που έφερε στην Ελλάδα τα χειρότερα και των δύο πλευρών: λιτότητα από το ΔΝΤ με ευρωπαϊκό βέτο σε ουσιαστική αναδιάρθρωση χρέους. Η ευθύνη βαραίνει του πολιτικούς που εναντιώθηκαν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα τραπεζών, μεταφέροντας έτσι το βάρος της προσαρμογής μονομερώς στους Έλληνες φορολογούμενους".

    Σταχυολογώντας την ομιλία του, ο κ. Τσίπρας είπε για:

    Ελληνική εμπειρία

    1. Η Ελλάδα αν και με πολύ μικρό μερίδιο στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ΑΕΠ και αντίστοιχα πολύ μικρό μερίδιο χρέους στο σύνολο του ευρωπαϊκού ή του παγκόσμιου, εντούτοις αποτελούσε συστημικό κίνδυνο για το ευρώ και κατ’ επέκταση για την σταθερότητα της ΕΕ, εξαιτίας της μεγάλης παρουσίας ομολόγων του ελληνικού δημοσίου στις μεγάλες Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες.
     
    2. Ανέδειξε τις μεγάλες αδυναμίες της Ε.Ε. και ειδικότερα της ζώνης του ευρώ να διαχειριστούν συστημικούς κινδύνους, στο βαθμό που για πολιτικούς λόγους δεν είναι σε θέση να εμβαθύνουν τη νομισματική και τραπεζική ενοποίησης και άρα στερούνται εργαλείων που θα μπορούσε π.χ. να έχει η FED στις ΗΠΑ, για να αντιμετωπίσει μια παρόμοια κρίση (π.χ. δανεισμός έκτακτης καταφυγής, τραπεζικές εγγυήσεις καταθέσεων, τύπωμα χρήματος).

    3. Έχει έντονο πολιτικό ενδιαφέρον γιατί αναδεικνύει εύγλωττα τον κυνισμό και τη πολιτική υποκρισία, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, που εθελοτυφλούσε για χρόνια, όσο, κυρίως, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου αντιμετωπίστηκε ως πειραματόζωο.

    Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε τη διακυβέρνηση βρισκόμασταν ήδη στην πέμπτη συνεχόμενη χρονιά ατελέσφορων προγραμμάτων λιτότητας, που είχαν ήδη συρρικνώσει το 25% του ΑΕΠ της χώρας, η ανεργία είχε σκαρφαλώσει στο 29% και στο 60% για τους νέους, η χώρα βρισκόταν σε βαριά ύφεση και μεγάλο μέρος του πληθυσμού στα πρόθυρα ανθρωπιστικής κρίσης.

    Το χρέος είχε ανέλθει από το 124% πριν τα προγράμματα διάσωσης στο 184% μετά την εφαρμογή τους και η 5η αξιολόγηση του 2ου προγράμματος που έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί έξι μήνες νωρίτερα, δεν είχε ποτέ ξεκινήσει.

    Ήταν απολύτως φανερό ότι τα δύο πρώτα Προγράμματα Δημοσιονομικής Προσαρμογής, το πρώτο από τον Μάιο του 2010 έως τον Μάρτιο του 2012 και το δεύτερο από τον Μάρτιο του 2012 είχαν αποτύχει παταγωδώς.

    Και το σημαντικότερο είναι ότι απέτυχαν όχι γιατί δεν εφαρμόστηκαν σωστά, αλλά, ακριβώς επειδή εφαρμόστηκαν. Ο σχεδιασμός τους ήταν καταδικασμένος να αποτύχει. Το φάρμακο που επιλέχθηκε έκανε περισσότερο κακό στον ασθενή από ότι η ίδια η ασθένεια.

    Αιτίες κρίσης

    Σε μία πρώτη ανάγνωση, αιτία της μεγάλης ελληνικής ύφεσης 2010-2013 ήταν τα δίδυμα ελλείμματα (δημοσιονομικό και τρεχουσών συναλλαγών) που επιτάθηκαν από τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια της περιόδου που ακολούθησε την ένταξη της χώρας στο ευρώ.

    Παρά τη δόση αλήθειας που περιέχει αυτή η ερμηνεία, μία πιο προσεκτική ανάγνωση διαπιστώνει πως τα πραγματικά αίτια της κρίσης είναι βαθύτερα και εδράζονται στις δομικές παθογένειες του ελληνικού καπιταλισμού αλλά και του τρόπου που λειτούργησε το ελληνικό πολιτικό σύστημα τις δεκαετίες που ακολούθησαν την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 με κορύφωση το περίοδο λίγο πριν και αμέσως μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ:

    - Χαμηλές δημόσιες επενδύσεις αλλά υψηλή δημόσια σπατάλη, χωρίς τη δημιουργία ισχυρού τομέα εξαγωγών
    - δημιουργία εκτεταμένου πελατειακού κράτους αντί για σύγχρονο κράτος πρόνοιας
    - διαρκής υστέρηση δημόσιων εσόδων εξαιτίας της εκτεταμένης φοροαποφυγής και υποφορολόγησης του μεγάλου πλούτου.

    Δημόσια ελλείμματα χωρίς συνεκτική στρατηγική οικονομικής ανάταξης, που διευρύνονταν τόσο σε καιρούς οικονομικής επιβράδυνσης όσο και σε καιρούς ισχυρής ανάπτυξης.

    ΔΝΤ - ΕΕ

    * Δυστυχώς πέσαμε στο τοίχο μιας συντηρητικής και ιδεοληπτικής Ευρώπης. Και ταυτόχρονα στον αμοραλισμό ενός ΔΝΤ που αντί να μιλάει τεχνοκρατικά έπαιζε πολιτικά παιχνίδια. Έτσι φτάσαμε στο όριο, στο χείλος της καταστροφής και εν τέλει σε μια συμφωνία που εμπεριείχε μέρος των στόχων μας.

    Κερδίσαμε την ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή, την προστασία συλλογικών διαπραγματεύσεων και την μη περαιτέρω περικοπή συντάξεων, αλλά όχι την ριζική ανατροπή των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης.

    Κερδίσαμε τη διευθέτηση του χρέους δίνοντας έναν καθαρό ορίζοντα για πολλά χρόνια, αλλά με καθυστέρηση 8 ετών και όχι προκαταβολικά,όπως θα έπρεπε.  Η διευθέτηση του χρέους ήρθε τελικά το 2018 και όχι το 2010.

    Με τη χώρα να έχει θυσιάσει μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της και έχοντας καθυστερήσει δραματικά σε αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Άλλα δυστυχώς αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό τη σημερινής Ευρώπης: too little too late.

    * Κάθε πρόγραμμα διάσωσης που σχεδιάζει και συμμετέχει το ΔΝΤ περιλαμβάνει τρία τουλάχιστον στοιχεία.

    (α) Ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους και διαπραγμάτευση για την αναδιάρθρωσή του στις περιπτώσεις που το χρέος κρίνεται μη βιώσιμο.

    (β) Υποτίμηση του εθνικού νομίσματος ώστε να αντισταθμισθούν οι υφεσιακές συνέπειες που συνήθως συνοδεύουν ένα πρόγραμμα προσαρμογής.

    (γ) Δημοσιονομική προσαρμογή ώστε να διορθωθούν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες.

    * Όχι μόνο δεν μπορούσε να υλοποιηθεί το σημείο (β), καθώς η χώρα ήταν μέλος νομισματικής ένωσης, αλλά και επειδή το ΔΝΤ επέλεξε να παίξει τα πολιτικά παιχνίδια των κυρίαρχων στην Ευρώπη δυνάμεων.

    Επέλεξε λοιπόν, προς διευκόλυνση της Γερμανίας και της επιλογής της να φέρει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, να μην ζητήσει ούτε την προκαταβολική αναδιάρθρωση του μη βιώσιμου δημοσίου χρέους, παρότι αυτό αποτελεί πάντα προϋπόθεση προκειμένου να χρηματοδοτήσει πρόγραμμα διάσωσης. Προτίμησε μάλιστα να τροποποιήσει το καταστατικό του, αφήνοντας τη χώρα χωρίς μέτρα αντιστάθμισης απέναντι σε μία τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή.

    Αυτός είναι και ένας από τους κύριους λόγους αποτυχίας των δύο πρώτων προγραμμάτων διάσωσης και μία από τις βασικές αιτίες του μεγέθους και της διάρκειας της ελληνικής ύφεσης.

    Δεν αρνούμαι ότι η ιστορία οφείλει να αναγνωρίσει το γεγονός ότι η ΕΕ παρείχε μια μεγάλη οικονομική στήριξη στην Ελλάδα. Αν δεν είχε δανείσει στην Ελλάδα πάνω από 200 δισ., η χώρα θα είχε χρεοκοπήσει και θα είχε οδηγηθεί εκτός ευρωζώνης. Ωστόσο ταυτόχρονα οφείλουμε όλοι να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η στήριξη ήρθε με ένα τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό τίμημα και με προϋποθέσεις που δυσχέραναν την ταχεία ανάκαμψη. Κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια στις τεράστιες ευθύνες που οι Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν για τη διάρκεια και το βάθος της ελληνικής κρίσης, που κόστισε 25% του ΑΕΠ, 1,5 εκατ. ανέργους και έναν λαό σε απόγνωση.

    Ρύθμιση του χρέους, δάνεια του επίσημου τομέα προς την Ελλάδα και μνημόνια δεν είναι τρία ξεχωριστά στοιχεία του προγράμματος διάσωσης που δεν έχουν σύνδεση μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα η ρύθμιση του χρέους και η σε δόσεις εκταμίευση των δανείων με αντάλλαγμα τις μεταρρυθμίσεις των μνημονίων συγκροτούν έναν ενιαίο μηχανισμό - μια τεχνολογία πειθάρχησης.

    Οι θεσμοί με λίγα λόγια μας έλεγαν: αν δεν εφαρμόσετε μια σκληρή και νεοφιλελεύθερη πολιτική θα σας αφήσουμε να χρεοκοπήσετε. Ή θα κάνετε αυτό που σας λέμε από άποψη αποτελεσμάτων αλλά και μεθοδολογίας ή θα καταστραφείτε και θα πρέπει να τα βγάλετε πέρα μόνοι σας.

    Παιχνίδια ΔΝΤ

    Το παιχνίδι ήταν απλό, το ΔΝΤ μας έλεγε να πείσουμε τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για την ανάγκη αναδιάρθρωσης σε αντάλλαγμα για πιο ελαφρά μέτρα λιτότητας και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί απαντούσαν ότι η αναδιάρθρωση είναι αδύνατη και έπρεπε το ΔΝΤ να πειστεί ότι μπορούσαν να ληφθούν πιο ελαφρά μέτρα.

    Τελικά όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και μετά από τις τεράστιες προσπάθειες της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τις θυσίες του ελληνικού λαού που πλήρωσε ένα τεράστιο τίμημα ήρθε τελικά η πολυπόθητη ρύθμιση του χρέους.

    Ελληνικές κυβερνήσεις

    Αν όμως η ευθύνη βαραίνει το ΔΝΤ, βαραίνει εξίσου και τους πολιτικούς που επέλεξαν να επιβάλουν ένα πρόγραμμα που συνδύασε το ΔΝΤ και ευρωπαϊκούς θεσμούς σε ένα τραγικό χορό που έφερε την Ελλάδα τα χειρότερα και των δύο πλευρών: λιτότητα από το ΔΝΤ με ευρωπαϊκό βέτο σε ουσιαστική αναδιάρθρωση χρέους.

    Η ευθύνη βαραίνει του πολιτικούς που εναντιώθηκαν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα τραπεζών, μεταφέροντας έτσι το βάρος της προσαρμογής μονομερώς στους Έλληνες φορολογούμενους.

    Διότι για πολιτικούς λόγους που όλοι γνωρίζουμε, διάφοροι μέτριοι τεχνοκράτες που τυγχάνει όμως να κατέχουν καίριες θέσεις στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, εστιάζουν σήμερα στη συζήτηση για το πόσο κόστισε η 6μηνη καθυστέρηση με τη διαπραγμάτευση του ‘15.

    Το κάνουν μόνο και μόνο για να αποφύγουν την ουσία της συζήτησης για το πόσο κόστισε η επιμονή τους σε μια ανορθόδοξη οικονομικά λύση.

    Και κυρίως να κρύψουν την υποκρισία τους επί χρόνια πριν το 2015, που έλεγαν εν γνώση τους δημόσια ψέματα για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

    Μνημόνια

    Τρία σημεία λοιπόν θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει ως κυρίως προβληματικά στην πολιτική που ενσάρκωναν τα μνημόνια.

    α) Την πολιτική εσωτερικής υποτίμησης - δηλαδή τον σκληρό πυρήνα των δύο πρώτων προγραμμάτων διάσωσης που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα για το δανεισμό και την ελάφρυνση του χρέους.

    β) Την διαπραγματευτική εμμονή των εκπροσώπων των πιστωτών σε δευτερεύοντα ζητήματα ενώ άφηναν στο απυρόβλητο δομικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας.

    γ) Τις υπερβολικά και ίσως σκοπίμως απαισιόδοξες δημοσιονομικές προβλέψεις του ΔΝΤ την περίοδο 2015-2018 οι οποίες βραχυκύκλωναν διαρκώς την πορεία προσαρμογής και με τις οποίες στο τέλος οι Ευρωπαίοι συντάσσονταν.

    Το ζήτημα των σκοπίμως απαισιόδοξων δημοσιονομικών προβλέψεων του ΔΝΤ που διέβλεπε διαρκώς δημοσιονομικό κενό πράγμα που κατέληγε να βραχυκυκλώνει την πορεία προσαρμογής, να καθυστερεί την ολοκλήρωση των αξιολογήσεων και να λειτουργεί υπονομευτικά για την πορεία ανασύνταξης της ελληνικής οικονομίας. Ήταν τέτοια η εμμονή του ΔΝΤ σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις όπως π.χ. η μείωση του αφορολόγητου ορίου ή η ακόμα μεγαλύτερη μείωση των συντάξεων, που για να επιβάλλει αυτά τα μέτρα δεν απέφυγε να απολέσει την αξιοπιστία του διεθνώς σε όποιον στοιχειωδώς σοβαρό τεχνοκράτη παρακολουθούσε το ελληνικό πρόγραμμα.

    * Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, δύο από τα βασικά διδάγματα που αντλήσαμε από τα δύο πρώτα ελληνικά προγράμματα διάσωσης ήταν:

    (α) η σημασία να τεθεί η ελάφρυνση του χρέους ως συστατικό στοιχείο της προσαρμογής.

    (β) η σημασία η αναδιάρθρωση αυτή να είναι γενναία και χωρίς αιρεσιμότητες προκειμένου να είναι αξιόπιστη.

    Αν και το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης μετέθεσε σκοπίμως όπως προείπα την ελάφρυνση χρέους στο τέλος της περιόδου προσαρμογής, παρά τη δική μας επιθυμία αυτή να προηγείται, εντούτοις επέτρεψε εν τέλει την υιοθέτηση ενός ρεαλιστικού "μονοπατιού" δημοσιονομικής προσαρμογής ακριβώς λόγω των διαπραγματευτικών προσπαθειών της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

    Και συνέβαλε με τρόπο κρίσιμο στη σταθεροποίηση της οικονομίας, στην επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος, και την επιστροφή της χώρας στις διεθνείς αγορές με τρόπο διατηρήσιμο.

    Ακόμη και υπό αυστηρές οικονομικές παραδοχές, προβλέπεται πως οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας δεν θα υπερβούν το 15% σε χρονικό ορίζοντα 40 ετών ενώ οι επισφάλειες από δυσμενή μεταβολή των επιτοκίων δανεισμού μεσοπρόθεσμα είναι μικρές καθώς στο μεγάλο μέρος του το χρέος έχει σταθερά επιτόκια και μεγάλη μέση ωρίμανση.

    Θεωρώ ότι η ανάκτηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, αποτελεί μία από τις μεγάλες επιτυχίες της κυβερνητικής μου θητείας που δίνει έναν καθαρό ορίζοντα για χρόνια στην Ελλάδα.

    Ανάπτυξη

    * Πολλές χώρες αυτή τη στιγμή στην ΕΕ αντιμετωπίζουν θέμα με το δημόσιο χρέος και το ερώτημα που πρέπει να τεθεί σε όλους μας είναι το εξής: Θα αφήσουμε κάθε χώρα να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μόνη της υπό την απειλή του ηθικού κινδύνου (moral hazard) που θα δημιουργούσε μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ή θα επιχειρήσουμε να αλλάξουμε το κυρίαρχο παράδειγμα για να κινηθούμε στην κατεύθυνση της ειλικρινούς και ουσιαστικής ευρωπαϊκής αλληλεγγύης;

    Και από αυτή την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική δεν μπορεί να απουσιάζει φυσικά η αναπτυξιακή πτυχή. Διότι η ταχύτητα μείωσης του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα και την ευρωπαϊκή περιφέρεια εξαρτάται και από τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης στην υπόλοιπη Ευρώπη.

    * Σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλών ή αρνητικών επιτοκίων, χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία ή η Γαλλία θα πρέπει να στηρίξουν πολιτικές στήριξης της ζήτησης και να επενδύσουν σε έργα υποδομής χωρίς τον κίνδυνο αύξησης του δικού τους χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, με σημαντικά οφέλη για τις ίδιες αλλά και για την οικονομική σταθερότητα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το κύριο εμπόδιο, όμως, σε ένα τέτοιο σχέδιο, είναι οι δυνάμεις της αδράνειας και ο φόβος πως το χρέος μπορεί να καταστεί εκ νέου ανεξέλεγκτο.

    Τα οικονομικά δεδομένα μας προτρέπουν όμως να ξανασκεφτούμε τις βασικές παραμέτρους της ευρωπαϊκής οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης

    * Θεωρώ πολύ σημαντικό ότι ο Πρόεδρος Μακρόν άνοιξε τη συζήτηση για αναθεώρηση της ευρωζώνης στην Πνύκα πριν 2 χρόνια και ότι σήμερα επιμένει στην αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας. Και είναι σημαντικό ότι ο Όλαφ Σολτς ξανάνοιξε τη συζήτηση για κοινή ευρωπαϊκή ασφάλιση καταθέσεων. Και είναι σημαντικό ότι η Γαλλία και Γερμανία συμφώνησαν στην αναζωογόνηση του διαλόγου για το μέλλον της Ευρώπης.

    Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχει τελικά αυτή η αναγκαία πολιτική βούληση για γενναίες αποφάσεις.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ