Βουρλούμης για μονιμότητα - εθελουσία

Δευτέρα, 04-Ιαν-2010 10:03

Η κατάργηση της μονιμότητας αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση για μια επιχείρηση που ανταγωνίζεται στην ελεύθερη αγορά, ενώ η πρακτική της εθελουσίας εξόδου αποτελεί κοινωνική πρόκληση και είναι διπλά προκλητική όταν φορτώνεται το κόστος στον προϋπολογισμό και τα Ταμεία, αναφέρει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΤΕ σε άρθρο του στην «Καθημερινή».

Ο επικεφαλής του Οργανισμού επισημαίνει πως αντάλλαγμα της συναίνεσης των συνδικάτων στη μετοχοποίηση του ΟΤΕ τη δεκαετία του ʼ90 ήταν η θέσπιση μονιμότητας στους εργαζομένους του, κάτι που καταδίκασε τη μεγαλύτερη επιχείρηση της χώρας, σε έναν κλάδο που οι τεχνολογικές εξελίξεις επιβάλλουν ευελιξία και συνεχή προσαρμογή, να μπει στον ανταγωνισμό κουβαλώντας τις αγκυλώσεις του μονοπωλιακού της παρελθόντος. Παρʼ όλη την κατάργηση του μονοπωλίου το 2001, τονίζει, η πρακτική των διορισμών συνεχίστηκε και η τελευταία πράξη παίχτηκε πριν από τις εκλογές του 2004 με 1.600 διορισμούς ατόμων τελείως άσχετων προς τον κλάδο. 

Ο κ. Βουρλούμης σημειώνει πως «το καλοκαίρι του 2004 που ανέλαβε η παρούσα διοίκηση, ο ΟΤΕ είχε 18.000 μόνιμους εργαζόμενους και περίπου 3.000 συμβασιούχους. Το κόστος προσωπικού είχε φτάσει το 33% των εσόδων σε σύγκριση με 18% μέσο ευρωπαϊκό όρο στις σταθερές τηλεπικοινωνίες. Τα κέρδη του ΟΤΕ έπεφταν ραγδαία και ήταν θέμα χρόνου να περάσει ο ΟΤΕ στην ομάδα των προβληματικών επιχειρήσεων, μαζί με Ολυμπιακή, ΟΣΕ, κ.λπ. Αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της απαξίωσης του Οργανισμού η επιχείρηση αποφάσισε το 2004 και υλοποίησε το 2005 μια μεγάλης κλίμακας εθελουσία έξοδο, συγχρόνως με μερική αναδιοργάνωση. Δόθηκαν κίνητρα εξόδου σε 6.000 περίπου εργαζόμενους, μειώθηκαν τα διαμερίσματα από 54 σε 26 και οι περιφέρειες από 14 σε 4. Σχεδόν όλοι όσοι είχαν δικαίωμα να αποχωρήσουν το έκαναν και σήμερα ο ΟΤΕ έχει περίπου 12.000 εργαζόμενους και 2.000 συμβασιούχους. Το κόστος της εθελουσίας ήταν υψηλό, περίπου 200.000 ευρώ για τον κάθε αποχωρούντα, ή συνολικά περίπου 1.200.000.000 ευρώ. Το κόστος περιελάμβανε αποζημίωση ίση με τις αποδοχές μέχρι την ημερομηνία κανονικής αποχώρησης και πλήρη κάλυψη ασφαλιστικών εισφορών εργαζομένου και εργοδότη. Για τον ΟΤΕ η δαπάνη ήταν δικαιολογημένη με χρηματοοικονομικά κριτήρια. Με μέσο όρο ετήσιου κόστους ανά εργαζόμενο 60.000 ευρώ περίπου, η απόσβεση της δαπάνης έγινε σε λιγότερο από 4 χρόνια. Το 85% του κόστους καλύφθηκε από την επιχείρηση, το 15% περίπου από τη μεταφορά του 4% των μετοχών του ΟΤΕ από το υπουργείο Οικονομίας στο ΤΑΠ-ΟΤΕ, σήμερα ΙΚΑ. Αντίθετα από όσα γράφονται και λέγονται οι ασφαλιστικοί φορείς, στην περίπτωση του ΟΤΕ, δεν επιβαρύνθηκαν καθόλου. Αντίθετα, η επιχείρηση κάλυψε το κόστος και στα ταμεία, Επικουρικό και Αρωγής, ενώ δεν είχε υποχρέωση να το κάνει».

Για τον επικεφαλής του ΟΤΕ, τα αποτελέσματα της εθελουσίας ήταν εκ πρώτης όψεως θετικά, δυστυχώς όμως αποδείχτηκαν πρόσκαιρα. «Η τεχνολογική εξέλιξη και οργανωτική αλλαγή συνέχισαν να μειώνουν τις ανάγκες σε προσωπικό, ενώ οι αυτόματες μισθολογικές προσαρμογές και οι συλλογικές συμβάσεις που διαπραγματεύεται ο ΣΕΒ με τη ΓΣΕΕ και αποτελούν οδηγό, εξανέμισαν μέσα σε λίγα χρόνια τα οικονομικά αποτελέσματα της εθελουσίας. Σήμερα το κόστος προσωπικού είναι πάλι 33% των εσόδων, που έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω ανταγωνισμού και ρύθμισης. Δεδομένου ότι η Ρυθμιστική Αρχή εφαρμόζει κοστοστρέφεια στις τιμές των προϊόντων του ΟΤΕ, το υψηλό κόστος του προσωπικού τον βγάζει βαθμιαία από την αγορά. Ο κλάδος σταθερής τηλεφωνίας του ΟΤΕ αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που αντιμετώπιζε το 2004 σε οξύτερη μορφή και μάλιστα σε χρονική περίοδο που απαιτούνται σοβαρές επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς», καταλήγει.