Γ. Στουρνάρας: Καθοριστική για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας η περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων
Πέμπτη, 29-Ιαν-2026 12:08
"Η περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων είναι καθοριστική για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας, και δη, την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου με έμφαση στην καινοτομία, την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τον προσανατολισμό προς εξωστρεφείς δραστηριότητες, καθώς και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διευκόλυνση της πράσινης μετάβασης", υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας σε ομιλία του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών.
Όπως επισήμανε, "η συνεπής και αξιόπιστη δημοσιονομική πορεία της χώρας, η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και η συνακόλουθη ενίσχυση της εμπιστοσύνης συνέβαλαν καθοριστικά στην άνοδο των επενδύσεων την τελευταία πενταετία. Ιδιαίτερα θετικά στη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος επέδρασε η ανάκτηση πιστοληπτικής αξιολόγησης στην επενδυτική κατηγορία για τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου το 2023. Παράλληλα, η αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών επέτρεψαν στα πιστωτικά ιδρύματα να χρηματοδοτούν πιο ενεργά την οικονομία, εδραιώνοντας τη θετική πορεία των επενδύσεων. Πράγματι, στη διάρκεια του 2025 η τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων ενισχύθηκε περαιτέρω και το κόστος δανεισμού υποχώρησε σημαντικά. Παρά την αυξημένη διεθνή αβεβαιότητα, οι παράγοντες αυτοί αναμένεται ότι θα συνεχίσουν να στηρίζουν την εγχώρια επενδυτική δυναμική και κατά το τρέχον έτος."
Στρέφοντας την προσοχή του στο πεδίο των τιμών ανέφερε ότι "ο γενικός πληθωρισμός βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) ανήλθε το 2025 στο 2,9% κατά μέσο όρο από 3,0% το 2024, τροφοδοτούμενος κυρίως από τον επίμονο πληθωρισμό των υπηρεσιών – λόγω των αυξήσεων στις αμοιβές εργασίας και στα ενοίκια, των πιέσεων από την υψηλή τουριστική ζήτηση και των αυξημένων έμμεσων φόρων στην εστίαση και στη διαμονή – καθώς και από τον πληθωρισμό των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής. Κατά τη διάρκεια του 2025, ο γενικός πληθωρισμός παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις, καθώς αποκλιμακώθηκε σημαντικά το δίμηνο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου, αλλά επανήλθε σε υψηλά επίπεδα κοντά στο 3% τους δυο τελευταίους μήνες του έτους. Στην ελαφρά υποχώρηση του μέσου ετήσιου πληθωρισμού το 2025 συνέβαλαν τα επεξεργασμένα είδη διατροφής, τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά και τα ενεργειακά αγαθά. Ο σχετικά υψηλός πληθωρισμός, αντανακλά κυρίως το θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας, ενώ το 2026 και το 2027 εκτιμάται ότι θα αποκλιμακωθεί αισθητά, προσεγγίζοντας το στόχο του 2% και ενισχύοντας έτσι τα πραγματικά εισοδήματα".
Για την αγορά εργασίας επισήμανε ότι "παρουσιάζει σταθερή βελτίωση, σημειώνοντας θετική, αν και επιβραδυνόμενη, ετήσια μεταβολή της απασχόλησης το πρώτο εννεάμηνο του 2025, υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας σε χαμηλό 17 ετών και αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό. Ιδιαίτερα κρίσιμη για τις επενδύσεις είναι η παρατηρούμενη επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, γεγονός που σηματοδοτεί βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους για την ελληνική οικονομία. Οι εξελίξεις στο κόστος εργασίας δύνανται να στηρίξουν τις ελληνικές εξαγωγές εν μέσω της τρέχουσας συγκυρίας υψηλής αβεβαιότητας αλλά και ανατίμησης του ευρώ."
Χαρακτήρισε "συνετή και αποτελεσματική" τη δημοσιονομική πολιτική, με "εντυπωσιακές επιδόσεις". Όπως επισήμανε, "επιτυγχάνονται σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και το δημόσιο χρέος μειώνεται με ταχύ ρυθμό, ενισχύοντας την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και ελαφρύνοντας τα βάρη των επόμενων γενεών. Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων έναντι των στόχων του Προϋπολογισμού συνεχίστηκε και το 2025, αντανακλώντας κυρίως τη βελτίωση της φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης μέσω των μέτρων καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, καθώς και την αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων και εισφορών χάρη στην ψηφιοποίηση των διαδικασιών και την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Η διατήρηση αυτής της θετικής δυναμικής και του ικανού δημοσιονομικού χώρου επέτρεψαν τη λήψη μόνιμων επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων από το 2026, τα οποία δεν θέτουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία και είναι σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Τράπεζες: Θετικές οι προοπτικές, προσοχή στους γεωπολιτικούς κινδύνους
"Το 2025 ήταν μια ακόμα χρονιά (από ότι φαίνεται με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία 9M2025) που το ελληνικό τραπεζικό σύστημα συνέχισε να έχει σημαντική κερδοφορία, καθώς η πίεση που παρουσιάστηκε στα καθαρά έσοδα από τόκους (απόρροια της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων), αντισταθμίστηκε μερικώς από τη σημαντική αύξηση των χορηγήσεων", ανέφερε ο διοικητής της ΤτΕ.
"Επιπλέον οι ελληνικές τράπεζες έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στα έσοδα από προμήθειες, που τα ενίσχυσαν κυρίως από διαχείριση επενδυτικών προϊόντων, συνεχίστηκε ο περιορισμός των λειτουργικών εξόδων, ενώ το κόστος πιστωτικού κινδύνου παρέμεινε χαμηλά. Παράλληλα η ισχυρή κερδοφορία των προηγουμένων ετών ενίσχυσε την ανθεκτικότητα και διευκόλυνε τη στοχευμένη στρατηγική διαφοροποίησης εσόδων μεσώ εξαγορών στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Οι προοπτικές παραμένουν θετικές και για το 2026 και παρά την πτώση των επιτοκίων, η κερδοφορία αναμένεται να παραμείνει υψηλή.
Κοιτάζοντας μπροστά, οι τράπεζες θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η πιστωτική επέκταση στηρίζεται σε συντηρητικά κριτήρια και διαδικασίες, προκειμένου να διατηρήσουν την ποιότητα του ενεργητικού τους και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις υπολειπόμενες εστίες πιστωτικού κινδύνου. Θα πρέπει επίσης να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα θέματα κόστους, και να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον και τις τάσεις ψηφιοποίησης, για να επιτύχουν τη διατήρηση της κερδοφορίας τους τα επόμενα χρόνια. Οι συνεχείς επενδύσεις στην τεχνολογία είναι απαραίτητες προκειμένου να θωρακιστούν από κυβερνοεπιθέσεις, να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους και να ανταποκριθούν καλύτερα στις εξελισσόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών.
Επιπλέον, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που σχετίζονται και με τις διεθνείς εξελίξεις συνεχίζουν να αποτελούν το πιο απρόβλεπτο και εν δυνάμει σημαντικό παράγοντα κινδύνου, κάτι το οποίο θα πρέπει οι τράπεζες να λαμβάνουν υπόψη τους στον καθορισμό της μερισματικής πολιτικής τους καθώς και στη διατήρηση των κεφαλαιακών αποθεμάτων. Η ανθεκτικότητα που έχει επιτευχθεί δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό και αποφάσεις με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα", τόνισε.
Ολόκληρη η ομιλία
"Οι εξελίξεις και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της οικονομίας και του τραπεζικού τομέα στην Ελλάδα"
Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών
Α. Εισαγωγή
Η πρόσφατη εμπειρία τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, υποδεικνύει ότι υπάρχει ισχυρή αλληλεξάρτηση μεταξύ των εξελίξεων στην οικονομία και στον τραπεζικό τομέα. Ισχυροί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης σε συνδυασμό με δημοσιονομική σταθερότητα και πληθωρισμό κοντά στο στόχο, ενισχύουν την πιστωτική επέκταση των τραπεζών σε περιβάλλον ευνοϊκής καμπύλης επιτοκίων. Επομένως ενισχύουν τα οικονομικά τους αποτελέσματα, την κεφαλαιακή επάρκεια, την ρευστότητα τους και την ποιότητα του ενεργητικού τους.
Ομοίως, οι ευνοϊκές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα υποβοηθούν την οικονομική ανάπτυξη, μέσω της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, ιδιαιτέρως μέσω της χρηματοδότησης των επενδύσεων. Η ισχυρή αυτή αλληλεπίδραση είναι ιδιαιτέρως σημαντική στην παρούσα φάση της ελληνικής οικονομίας, όπου οι επενδύσεις διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο για την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της παραγωγικότητας.
Β. Οι εξελίξεις στον οικονομικό τομέα
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διατηρεί την αναπτυξιακή δυναμική της. Ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 2% το πρώτο εννεάμηνο του 2025 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, σημαντικά υψηλότερος από το μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ (1,5%). Βασικές συνιστώσες της ανάπτυξης ήταν η ιδιωτική κατανάλωση και οι καθαρές εξαγωγές, ενώ θετική ήταν και η συμβολή των επενδύσεων λόγω της ενίσχυσης των πάγιων επενδύσεων τόσο σε παραγωγικό εξοπλισμό όσο και σε κατασκευές. Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ την περίοδο 2025-28 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,1%.
Τα επόμενα χρόνια η ελληνική οικονομία προβλέπεται να καταγράψει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ. Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενισχύει τη διαδικασία σύγκλισης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας προς τα μέσα επίπεδα της ΕΕ, διαδικασία η οποία διακόπηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης δημόσιου χρέους. Οι κύριες κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής δραστηριότητας θα συνεχίσουν να είναι οι επενδυτικές δαπάνες, χάρη και στη συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων, και ιδίως του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), καθώς και η ιδιωτική κατανάλωση, λόγω της αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Από την άλλη πλευρά, η συμβολή του εξωτερικού τομέα συνολικά στο ΑΕΠ θα είναι το προσεχές διάστημα ελαφρώς αρνητική, εξαιτίας της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας, που θα προκαλέσει ταχεία αύξηση των εισαγωγών, αλλά και του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου της εγχώριας κατανάλωσης.
Οι επενδύσεις αυξάνονται σταθερά και στηρίζουν την οικονομική ανάκαμψη. Η πρόσφατη αναθεώρηση των ετήσιων εθνικολογιστικών στοιχείων για την περίοδο 2022-24 δείχνει μια μετατόπιση στη σύνθεση της ανάπτυξης προς τις επενδύσεις. Συγκεκριμένα, οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό στο ΑΕΠ εκτιμάται ότι έφθασαν στο 17% το 2025 από 11% το 2019, εξαιτίας των υψηλότερων ιδιωτικών επενδύσεων. Μεταπανδημικά, η συμβολή τους στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης ήταν κατά μέσο όρο 1,9 ποσοστιαίες μονάδες (ποσ. μον.), έναντι μόλις 0,3 ποσ. μον. στη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, το επενδυτικό κενό στην Ελλάδα σε σχέση με την ευρωζώνη παραμένει σημαντικό, παρά την αισθητή συρρίκνωσή του τα τελευταία χρόνια, αφού, οι επενδύσεις στην ευρωζώνη παραμένουν σταθερές στο 21% του ΑΕΠ περίπου.
Η περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων είναι καθοριστική για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας, και δη, την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου με έμφαση στην καινοτομία, την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τον προσανατολισμό προς εξωστρεφείς δραστηριότητες, καθώς και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διευκόλυνση της πράσινης μετάβασης. Η αύξηση της παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών οδηγεί στην αύξηση των εξαγωγών, σε υποκατάσταση εισαγωγών και άρα στη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Οι επενδυτικές δαπάνες μπορούν να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη, είτε αφορούν βελτιώσεις στις υποδομές, την εκπαίδευση και την υγεία, είτε επενδύσεις σε παραγωγικό εξοπλισμό, μηχανήματα, καθώς και σε άυλα στοιχεία ενεργητικού και σε τεχνολογίες αιχμής, περιλαμβανομένων αυτών που προωθούν τον πράσινο μετασχηματισμό του ενεργειακού τομέα. Υπάρχουν σημαντικές συνέργειες μεταξύ των επενδύσεων σε υλικό και άυλο κεφάλαιο, οι οποίες θα πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως. Ειδικότερα, η ταυτόχρονη επένδυση σε νέες τεχνολογίες και σε ανθρώπινο κεφάλαιο με ψηφιακές δεξιότητες οδηγεί σε υψηλότερους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας μακροχρόνια.
Η συνεπής και αξιόπιστη δημοσιονομική πορεία της χώρας, η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και η συνακόλουθη ενίσχυση της εμπιστοσύνης συνέβαλαν καθοριστικά στην άνοδο των επενδύσεων την τελευταία πενταετία. Ιδιαίτερα θετικά στη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος επέδρασε η ανάκτηση πιστοληπτικής αξιολόγησης στην επενδυτική κατηγορία για τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου το 2023. Παράλληλα, η αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών επέτρεψαν στα πιστωτικά ιδρύματα να χρηματοδοτούν πιο ενεργά την οικονομία, εδραιώνοντας τη θετική πορεία των επενδύσεων. Πράγματι, στη διάρκεια του 2025 η τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων ενισχύθηκε περαιτέρω και το κόστος δανεισμού υποχώρησε σημαντικά. Παρά την αυξημένη διεθνή αβεβαιότητα, οι παράγοντες αυτοί αναμένεται ότι θα συνεχίσουν να στηρίζουν την εγχώρια επενδυτική δυναμική και κατά το τρέχον έτος.
Στο πεδίο των τιμών, ο γενικός πληθωρισμός βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) ανήλθε το 2025 στο 2,9% κατά μέσο όρο από 3,0% το 2024, τροφοδοτούμενος κυρίως από τον επίμονο πληθωρισμό των υπηρεσιών – λόγω των αυξήσεων στις αμοιβές εργασίας και στα ενοίκια, των πιέσεων από την υψηλή τουριστική ζήτηση και των αυξημένων έμμεσων φόρων στην εστίαση και στη διαμονή – καθώς και από τον πληθωρισμό των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής. Κατά τη διάρκεια του 2025, ο γενικός πληθωρισμός παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις, καθώς αποκλιμακώθηκε σημαντικά το δίμηνο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου, αλλά επανήλθε σε υψηλά επίπεδα κοντά στο 3% τους δυο τελευταίους μήνες του έτους. Στην ελαφρά υποχώρηση του μέσου ετήσιου πληθωρισμού το 2025 συνέβαλαν τα επεξεργασμένα είδη διατροφής, τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά και τα ενεργειακά αγαθά. Ο σχετικά υψηλός πληθωρισμός, αντανακλά κυρίως το θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας, ενώ το 2026 και το 2027 εκτιμάται ότι θα αποκλιμακωθεί αισθητά, προσεγγίζοντας το στόχο του 2% και ενισχύοντας έτσι τα πραγματικά εισοδήματα.
Η αγορά εργασίας παρουσιάζει σταθερή βελτίωση, σημειώνοντας θετική, αν και επιβραδυνόμενη, ετήσια μεταβολή της απασχόλησης το πρώτο εννεάμηνο του 2025, υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας σε χαμηλό 17 ετών και αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό. Ιδιαίτερα κρίσιμη για τις επενδύσεις είναι η παρατηρούμενη επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, γεγονός που σηματοδοτεί βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους για την ελληνική οικονομία. Οι εξελίξεις στο κόστος εργασίας δύνανται να στηρίξουν τις ελληνικές εξαγωγές εν μέσω της τρέχουσας συγκυρίας υψηλής αβεβαιότητας αλλά και ανατίμησης του ευρώ.
Για το 2025, εκτιμάται ότι υπήρξε σημαντική μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά πρωτίστως τη βελτίωση του ισοζυγίου καυσίμων κυρίως λόγω της μείωσης των τιμών ενέργειας, καθώς και τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής και τη μείωση των καθαρών πληρωμών τόκων που βελτίωσαν το ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων. Θετικά επέδρασε επίσης η εκταμίευση της 5ης και 6ης δόσης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που διεύρυνε το πλεόνασμα του ισοζυγίου δευτερογενών εισοδημάτων. Πολιτικές που στοχεύουν στη διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης σε συνδυασμό με τη διαφοροποίηση των κλάδων εξαγώγιμων αγαθών και υπηρεσιών μπορούν να συμβάλουν στο διατηρήσιμο περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Η δημοσιονομική πολιτική παραμένει συνετή και αποτελεσματική, με εντυπωσιακές επιδόσεις. Επιτυγχάνονται σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και το δημόσιο χρέος μειώνεται με ταχύ ρυθμό, ενισχύοντας την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και ελαφρύνοντας τα βάρη των επόμενων γενεών. Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων έναντι των στόχων του Προϋπολογισμού συνεχίστηκε και το 2025, αντανακλώντας κυρίως τη βελτίωση της φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης μέσω των μέτρων καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, καθώς και την αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων και εισφορών χάρη στην ψηφιοποίηση των διαδικασιών και την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Η διατήρηση αυτής της θετικής δυναμικής και του ικανού δημοσιονομικού χώρου επέτρεψαν τη λήψη μόνιμων επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων από το 2026, τα οποία δεν θέτουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία και είναι σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Οι ισχυρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνονται στις συνεχείς αναβαθμίσεις το 2024 και το 2025 από τους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης. Ενδεικτικά, η θετική δημοσιονομική επίδοση οδήγησε σε αναβάθμιση της κρατικής πιστοληπτικής αξιολόγησης από τον οίκο Fitch Ratings το Νοέμβριο του 2025 κατά μία βαθμίδα πάνω από το όριο της επενδυτικής κατηγορίας, με αποτέλεσμα το αξιόχρεο της χώρας να διαμορφώνεται πλέον στο επίπεδο αυτό από τη μεγάλη πλειοψηφία των διεθνών οίκων αξιολόγησης. Ως εκ ετούτου, το 2025 συνεχίστηκαν οι αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των ελληνικών τραπεζών, μειώνοντας σημαντικά το κόστος χρηματοδότησής τους από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και ενισχύοντας περαιτέρω το κλίμα εμπιστοσύνης προς τον εγχώριο χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι εν λόγω εξελίξεις συνέβαλαν σε σημαντικές εισροές επενδυτικών κεφαλαίων σε ελληνικές μετοχές και ομόλογα. Το 2025 παρατηρήθηκε επίσης σημαντικά ενισχυμένη εκδοτική δραστηριότητα από μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις στη διεθνή και εγχώρια αγορά ομολόγων, στηρίζοντας τη χρηματοδότηση επενδύσεων από τις επιχειρήσεις αυτές.
Γ. Οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα
Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζικών ιδρυμάτων εξακολουθούν να βελτιώνονται. Τα αποτελέσματα του πανευρωπαϊκού stress test του 2025 επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες, ακόμη και σε δυσμενή σενάρια, διατηρούν επίπεδα ιδίων κεφαλαίων πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις και υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι επιδόσεις αυτές δημιουργούν ένα σταθερό υπόβαθρο που επιτρέπει στις τράπεζες να χρηματοδοτούν επενδύσεις και να στηρίζουν πιο αποτελεσματικά την πραγματική οικονομία.
Τα οικονομικά αποτελέσματα του εννεαμήνου Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2025 (9Μ 2025) των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών (Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος - ΕΤΕ, Τράπεζα Πειραιώς) κρίνονται συνολικά θετικά. Αντίστοιχα θετικές ήταν και οι διαπιστώσεις από διεθνείς οίκους αξιολόγησης και αναλυτές. Παρά την πίεση στα έσοδα από τόκους (NII) λόγω αποκλιμάκωσης των επιτοκίων αναφοράς της ΕΚΤ, η κερδοφορία διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο υποστηριζόμενη από θετική πιστωτική επέκταση (~ +11% σε ετήσια βάση), τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν σε €3,5 δισεκ., με έσοδα από τόκους €6,1 δισεκ. και προμήθειες €1,7 δισεκ. Ταυτόχρονα τα λειτουργικά κόστη διατηρούνται σε χαμηλό επίπεδο με τον λόγο κόστους/εσόδων (C:I) να κινείται στο 33%. Τέλος, το κόστος πιστωτικού κινδύνου έχει διαμορφωθεί στο χαμηλό επίπεδο του 0,6%.
Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε οριακά σε 15,9% το Σεπτέμβριο του 2025 από 16% το Δεκέμβριο του 2024 και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) ενισχύθηκε σε 20,1% (TCR: 19,8% το Δεκέμβριο του 2024). Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται κυρίως στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων τα οποία προσμετρούνται μεν στα εποπτικά ίδια κεφάλαια, αλλά δεν αποτελούν μέρος του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1). Ωστόσο, το Σεπτέμβριο του 2025 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) ανέρχονταν σε €11,6 δισεκ., αντιπροσωπεύοντας το 43,5% του CET1, από 47,5% το Δεκέμβριο του 2024.
Παράλληλα, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκε περαιτέρω. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,6% το Σεπτέμβριο του 2025, έναντι 3,8% το Δεκέμβριο του 2024. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με το μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση, που είναι 1,8%.
Τον Νοέμβριο του 2025, o ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε σε 7,2%, κυρίως λόγω της αύξησης της χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων κατά 9,6% και των ιδιωτών κατά 2%.
Η ενίσχυση της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων συμβάλει στην αύξηση των επενδύσεων και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Επισημαίνεται ότι η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων ευνοήθηκε από τη χρήση των πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του Εταιρικού Συμφώνου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΣΠΑ 2021-2027), καθώς και τα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και του Ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά παραμένει χαμηλός, αν και επιταχυνόμενος το τελευταίο διάστημα. Τα καταναλωτικά δάνεια αυξάνονται με ρυθμό ελαφρώς υψηλότερο από το ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ ο ρυθμός μεταβολής των στεγαστικών δανείων - που έγινε πρόσφατα ελαφρά θετικός για πρώτη φορά μετά από 15 έτη - αναμένεται να ενισχυθεί τροφοδοτούμενος εν μέρει από τις εκταμιεύσεις του προγράμματος "Σπίτι μου ΙΙ”.
Αντίστοιχα, για τις επιχειρήσεις μικρομεσαίου μεγέθους οι νέες χορηγήσεις που συνδέονται με χρηματοδοτικά εργαλεία ή με δάνεια του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ανέρχονται σε περίπου 45%.
Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες (Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς) έχουν αναπτύξει έντονη δραστηριότητα επέκτασης εντός του 2025, εστιάζοντας σε πιστωτική επέκταση, ανάπτυξη νέων προϊόντων σε bancassurance και ψηφιακά προϊόντα, σε υπηρεσίες διαχείρισης κεφαλαίου και επενδυτικής τραπεζικής, εξαγορές (M&A) και διεθνείς συνεργασίες και αυξανόμενη παρουσία σε αγορές εκτός της χώρας. Αυτές οι κινήσεις αξιολογούνται συνολικά θετικά ως βήματα μιας στρατηγικής διαφοροποίησης των δραστηριοτήτων τους με στόχο μεγαλύτερη και διατηρήσιμη κερδοφορία καθώς και διαφοροποίηση των κινδύνων, παρά τις υφιστάμενες παγκόσμιες αβεβαιότητες και προκλήσεις (π.χ. γεωπολιτικές αβεβαιότητες, εμπορικοί δασμοί ΗΠΑ). Έτσι είδαμε κατά τα δύο προηγούμενα έτη τις σημαντικές κινήσεις δυο ελληνικών τραπεζών στην Κύπρο, με τις εξαγορές των Hellenic Bank και AstroBank, την επέκταση σε ψηφιακά προϊόντα με την ίδρυση της Snappi και την εξαγορά της FlexFin, ενώ σημαντικές είναι οι διεργασίες στον ασφαλιστικό κλάδο με την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής και την ανακοίνωση για την επικείμενη εξαγορά της Eurolife.
Παρά το ότι ο ελληνικός κλάδος των λιγότερο σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων (ΛΠΣΙ) είναι μικρός (με εκτιμώμενο μερίδιο αγοράς κοντά στο 4-5%), υπήρξε σημαντική βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου του κλάδου ως αποτέλεσμα τόσο της εσωτερικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τα ΛΣΠΙ όσο και της εκκαθάρισης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων της Παγκρήτιας Τράπεζας και της Attica Bank στο πλαίσιο της συγχώνευσής τους και της συμμετοχής τους στον Ηρακλή ΙΙΙ. Ως αποτέλεσμα, παρατηρούμε ότι οι λιγότερο σημαντικές τράπεζες παρουσιάζουν υψηλό βαθμό πιστωτικής επέκτασης, παρέχοντας χρηματοδότηση στις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της Ελληνικής Οικονομίας), παρουσιάζοντας βελτιωμένη λειτουργική κερδοφορία και υψηλή ρευστότητα. Επισημαίνεται ότι η είσοδος νέων επενδυτών και η λειτουργική κερδοφορία των ΛΣΠΙ έχουν επιτρέψει τη βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας των ΛΣΠΙ, ενώ συνεχίζει να υφίσταται ενδιαφέρον επενδυτών για την είσοδο στο μετοχικό κεφάλαιο των ΛΣΠΙ.
Τέλος, η Τράπεζα της Ελλάδος συνεχίζει να δίνει έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας του Ενεργητικού των ΛΣΠΙ, πιέζοντας και τα μικρότερα από αυτά να αναλάβουν δράση για να μειώσουν περαιτέρω το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους. Η υιοθέτηση ελάχιστου ποσοστού εποπτικών προβλέψεων (prudential backstop) για τα λιγότερα σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα είναι μια σημαντική εξέλιξη για την επίτευξη της πλήρους εξυγίανσης των ισολογισμών αυτών των τραπεζών. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επικοινωνήσει με τις επηρεαζόμενες τράπεζες νωρίς εντός του 2025, έχει ζητήσει την υποβολή σχετικών σχεδίων δράσης και παρακολουθεί την υλοποίησή τους.
Το 2025 ήταν μια ακόμα χρονιά (από ότι φαίνεται με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία 9M2025) που το ελληνικό τραπεζικό σύστημα συνέχισε να έχει σημαντική κερδοφορία, καθώς η πίεση που παρουσιάστηκε στα καθαρά έσοδα από τόκους (απόρροια της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων), αντισταθμίστηκε μερικώς από τη σημαντική αύξηση των χορηγήσεων. Επιπλέον οι ελληνικές τράπεζες έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στα έσοδα από προμήθειες, που τα ενίσχυσαν κυρίως από διαχείριση επενδυτικών προϊόντων, συνεχίστηκε ο περιορισμός των λειτουργικών εξόδων, ενώ το κόστος πιστωτικού κινδύνου παρέμεινε χαμηλά. Παράλληλα η ισχυρή κερδοφορία των προηγουμένων ετών ενίσχυσε την ανθεκτικότητα και διευκόλυνε τη στοχευμένη στρατηγική διαφοροποίησης εσόδων μεσώ εξαγορών στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Οι προοπτικές παραμένουν θετικές και για το 2026 και παρά την πτώση των επιτοκίων, η κερδοφορία αναμένεται να παραμείνει υψηλή. Κοιτάζοντας μπροστά, οι τράπεζες θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η πιστωτική επέκταση στηρίζεται σε συντηρητικά κριτήρια και διαδικασίες, προκειμένου να διατηρήσουν την ποιότητα του ενεργητικού τους και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις υπολειπόμενες εστίες πιστωτικού κινδύνου. Θα πρέπει επίσης να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα θέματα κόστους, και να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον και τις τάσεις ψηφιοποίησης, για να επιτύχουν τη διατήρηση της κερδοφορίας τους τα επόμενα χρόνια. Οι συνεχείς επενδύσεις στην τεχνολογία είναι απαραίτητες προκειμένου να θωρακιστούν από κυβερνοεπιθέσεις, να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους και να ανταποκριθούν καλύτερα στις εξελισσόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών. Επιπλέον, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που σχετίζονται και με τις διεθνείς εξελίξεις συνεχίζουν να αποτελούν το πιο απρόβλεπτο και εν δυνάμει σημαντικό παράγοντα κινδύνου, κάτι το οποίο θα πρέπει οι τράπεζες να λαμβάνουν υπόψη τους στον καθορισμό της μερισματικής πολιτικής τους καθώς και στη διατήρηση των κεφαλαιακών αποθεμάτων. Η ανθεκτικότητα που έχει επιτευχθεί δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό και αποφάσεις με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Η αλληλεξάρτηση μεταξύ ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης, δημοσιονομικής σταθερότητας, ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, αύξησης των επενδύσεων, θετικών αποτελεσμάτων των τραπεζών και προσεκτικής διαχείρισης όλων των κινδύνων τους, έχει φέρει σημαντικά, θετικά αποτελέσματα και έχει ωφελήσει την εθνική οικονομία. Η συνέχιση της αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και για μελλοντικά οφέλη.