Eurobank Research: Πού οφείλεται η επιμονή του πληθωρισμού το 2025 - Ανοίγει ο κύκλος των αξιολογήσεων
Παρασκευή, 23-Ιαν-2026 12:14
Τους παράγοντες που τροφοδότησαν την επιμονή του πληθωρισμού το 2025 εξετάζει η Eurobank Research στο τελευταίο δελτίο του "7 Ημέρες Οικονομία", ενώ παρουσιάζει ταυτόχρονα και τον πρόγραμμα των αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας που ξεκινά αρχές Μαρτίου με τον οίκο DBRS Morningstar.
Όπως αναφέρει, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αποδείχτηκε επίμονος το 2025. Αναλυτικά, η μέση ετήσια μεταβολή του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) διαμορφώθηκε στο 2,9%, από 3,0% το 2024. Στην Ευρωζώνη καταγράφηκε αποκλιμάκωση στο 2,1%, δηλαδή σε ένα επίπεδο οριακά υψηλότερο του μεσοπρόθεσμου στόχου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), από 2,4% το 2024 (βλ. Διάγραμμα 1.1).
Εντούτοις, μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ, παρατηρούνται σημαντικές διαφορές ως προς τα επίπεδα του πληθωρισμού (βλ. Διάγραμμα 1.2). Ειδικότερα, στην Εσθονία οι τιμές αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό το 2025 (4,8%), και ακολούθησαν (εξαιρουμένων των χωρών της Ιρλανδίας και του Λουξεμβούργου): η Κροατία (4,4%), η Σλοβακία (4,2%), η Λετονία (3,8%), η Αυστρία (3,6%), η Λιθουανία (3,4%), το Βέλγιο (3,0%), η Ολλανδία (3,0%), η Ελλάδα (2,9%), η Ισπανία (2,7%), η Σλοβενία (2,5%), η Μάλτα (2,4%), η Γερμανία (2,3%), η Πορτογαλία (2,2%), η Φιλανδία (1,8%), η Ιταλία (1,7%), η Γαλλία (0,9%) και η Κύπρος (0,8%).
Οι παραπάνω αποκλίσεις, πέραν των παραγόντων όπως είναι το παραγωγικό κενό, δηλαδή η διαφορά του τρέχοντος με το δυνητικό ΑΕΠ, τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής κάθε χώρας (π.χ. έμμεσοι φόροι) και το επίπεδο του ανταγωνισμού στις διάφορες αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, σχετίζονται και με τον βαθμό ευαισθησίας κάθε οικονομίας στις γεωπολιτικές διαταραχές των τελευταίων ετών.
Κατά την 6ετία 2020-2025, δηλαδή την περίοδο που περιλαμβάνει την πανδημία και τον εν εξελίξει πόλεμο στην Ουκρανία, οι χώρες της Ευρωζώνης που κατέγραψαν τον υψηλότερο σωρευτικό πληθωρισμό ήταν η Εσθονία (47,1%), η Λιθουανία (42,5%), η Σλοβακία (40,4%) και η Λετονία (39,0%). Οι χώρες της Βαλτικής παρουσιάζουν γεωγραφική εγγύτητα με τη Ρωσία, ενώ η Σλοβακία με την Ουκρανία.
Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό στην Ελλάδα το 2025, η επιμονή του προήλθε κυρίως από τις κατηγορίες των υπηρεσιών, των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής, καθώς και της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου, των στερεών καυσίμων και της θερμικής ενέργειας. Και στις τρεις κατηγορίες καταγράφηκε επιτάχυνση του ρυθμού ανόδου των τιμών: στην πρώτη στο 4,8%, από 4,4% το 2024, στη δεύτερη στο 6,4%, από 3,4%, και στην τρίτη στο 6,2%, από -1,2% (βλ. Πίνακα 2).
Οι εν λόγω πληθωριστικές πιέσεις αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την επιβράδυνση του πληθωρισμού στα επεξεργασμένα είδη διατροφής και στα αλκοολούχα ποτά και καπνό, στο 0,2% από 2,5% το 2024, καθώς και στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά, στο 0,7% από 1,7%. Επιπλέον, παρατηρήθηκε επιτάχυνση του αρνητικού πληθωρισμού στα υγρά καύσιμα και στα καύσιμα και λιπαντικά για εξοπλισμό προσωπικών μεταφορών, στο -5,5% από -1,5%, εξέλιξη που συνδέεται με τη μείωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Εν κατακλείδι, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα το 2025 παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αποτέλεσμα της ταυτόχρονης δράσης αντίρροπων δυνάμεων. Από τη μία πλευρά, οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής, των υπηρεσιών (στέγαση, αναψυχή κ.ά.) και της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου κ.ά., και από την άλλη, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στα επεξεργασμένα είδη διατροφής, στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά και στα υγρά καύσιμα.
Λαμβάνοντας υπόψη την ισχυρή ζήτηση, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, μέσω της ενίσχυσης της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, δύναται να συμβάλει τόσο στην επιβράδυνση του επίμονου πληθωρισμού όσο και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης με βιώσιμο τρόπο, αυξάνει την πιθανότητα για περαιτέρω αναβαθμίσεις από του οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης του αξιόχρεου της Ελλάδας στο μέλλον.
Ανοίγει ο κύκλος των αξιολογήσεων
Ανάμεσα στους πέντε οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης που λαμβάνει υπόψιν της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο πλαίσιο της άσκησης νομισματικής πολιτικής (καταλληλότητα ενεχύρων για την παροχή ρευστότητας), ο οίκος DBRS Morningstar θα εγκαινιάσει τον πρώτο γύρο αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2026, στις 6 Μαρτίου 2026.
Θα ακολουθήσουν ο οίκος Moody’s στις 13 Μαρτίου 2026, ο οίκος Scope Ratings στις 20 Μαρτίου 2026, ο οίκος Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου 2026, ενώ ο πρώτος γύρος αξιολογήσεων αναμένεται να ολοκληρωθεί με την έκθεση του οίκου Fitch στις 8 Μαΐου 2026 (βλ. Πίνακα 1).
Με εξαίρεση τον οίκο Moody’s, ο οποίος κατατάσσει το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, οι αξιολογήσεις των λοιπών οίκων διαμορφώνονται ένα σκαλοπάτι πάνω από την επενδυτική βαθμίδα. Επιπρόσθετα, με εξαίρεση τον οίκο Scope Ratings, ο οποίος αξιολογεί με θετικές προοπτικές την ελληνική οικονομία, οι υπόλοιποι καταγράφουν σταθερές προοπτικές, γεγονός που καθιστά λιγότερο πιθανή την αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδος στην επόμενη αξιολόγησή τους.
Στις αναφορές τους για την ελληνική οικονομία, οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης, πέραν των θετικών εξελίξεων –ιδίως στο δημοσιονομικό πεδίο– επισημαίνουν τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, καθώς και τους καθοδικούς κινδύνους που εγκυμονούν για τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της.
Δεδομένου ότι η εγχώρια ζήτηση παραμένει ισχυρή μετά την πανδημία, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, μέσω της ενίσχυσης της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, αναδεικνύεται σε βασική προτεραιότητα για την Ελλάδα. Η εξέλιξη αυτή δύναται να συμβάλει τόσο στην επιβράδυνση του επίμονου πληθωρισμού όσο και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης με βιώσιμο τρόπο, αυξάνει την πιθανότητα για περαιτέρω αναβαθμίσεις από του οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης του αξιόχρεου της Ελλάδας στο μέλλον.