HSBC, ING: Η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι ο outperformer στην Ευρωζώνη - Το 2027 το ελληνικό ΑΕΠ θα επιστρέψει στα προ μνημονίων επίπεδα

Τετάρτη, 14-Ιαν-2026 12:00

Συντηρεί την ανοδική κίνηση το Χρηματιστήριο

Της Ελευθερίας Κούρταλη

Ανάπτυξη πάνω από 2% αναμένουν στην Ελλάδα φέτος η HSBC και ING, με τις πιθανότητες για θετικές εκπλήξεις να είναι ισχυρές ειδικά εάν υπάρξει ταχύτερη εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης, βλέποντας επιτάχυνση των επενδύσεων και σημαντική περαιτέρω μείωση του χρέους. Όπως τονίζει η HSBC, η Ελλάδα θα συνεχίσει τη μακρά διαδικασία κάλυψης της υστέρησης που ξεκίνησε το 2018, με το πραγματικό ΑΕΠ να αναμένεται να επιστρέψει το 2027 σχεδόν στο επίπεδο του 2010. Από την πλευρά της η ING αναφέρει πως η ώθηση από την εγχώρια ζήτηση, τροφοδοτούμενη από μια ισχυρή αγορά εργασίας, το NGEU και από τη δημοσιονομική στάση, θα επιβεβαιώσει την Ελλάδα ως τη χώρα με τις υψηλότερες επιδόσεις όσον αφορά την ανάπτυξη για άλλη μια χρονιά το 2026,

Πιο αναλυτικά, η HSBC επισημαίνει πως η Ελλάδα συνέχισε να καταγράφει ισχυρή ανάπτυξη στο τρίτο τρίμηνο του 2025, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση και την εγχώρια ζήτηση να παραμένει ο κύριος μοχλός, τη στιγμή που τα στοιχεία των ερευνών συνεχίζουν να καταγράφουν αξιοπρεπή συνεχιζόμενη δυναμική ανάπτυξης. Η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζει να επεκτείνεται έντονα και ο τραπεζικός δανεισμός συνεχίζει επίσης να ενισχύεται λόγω της μείωσης των επιτοκίων και των δανείων από το RRF. Πράγματι, τα δάνεια RRF χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα για την υποστήριξη των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα, τονίζει η βρετανική τράπεζα, αντιπροσωπεύοντας έως και 50% της συνολικής αξίας των επενδύσεων, σε συνδυασμό με ελάχιστο δάνειο συγχρηματοδότησης 30% από εμπορικές τράπεζες και ελάχιστο 20% ίδια κεφάλαια επενδυτών.

Μία εξαίρεση αποτελεί η καταναλωτική εμπιστοσύνη, η οποία μειώθηκε απότομα τον Νοέμβριο (-50,6, το χαμηλότερο επίπεδο σε διάστημα άνω του ενός έτους) παρά το ποσοστό ανεργίας στο 8,6% τον Οκτώβριο (το χαμηλότερο από τα τέλη του 2008) και την αύξηση των λιανικών πωλήσεων. Αυτό μπορεί να οφείλεται στον σχετικά υψηλό πληθωρισμό που επηρεάζει αρνητικά τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών. Ο τουριστικός τομέας εξακολουθεί να τα πηγαίνει καλά, ενώ ο αριθμός των μεταποιητικών επιχειρήσεων έχει πλέον αυξηθεί κατά 10% μεταξύ του 2019 και του 2024, με την απασχόληση να αυξάνεται κατά 18%, και τον τομέα να αντιπροσωπεύει πλέον σχεδόν το 14% του ΑΕΠ.

Η HSBC εκτιμά πως η ανάπτυξη στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί στο 2% στο σύνολο του 2025, από 2,2% που προέβλεπε πριν, ενώ φέτος θα κινηθεί 2,1% και το 2027 στο 2,0%, υποστηριζόμενη από την ταχύτερη εφαρμογή του RRF (ακόμα και μετά την προθεσμία του τέλους του 2026). Η Ελλάδα επομένως θα συνεχίσει τη μακρά διαδικασία κάλυψης της υστέρησης που ξεκίνησε το 2018, με το πραγματικό ΑΕΠ να αναμένεται να επιστρέψει το 2027 σχεδόν στο επίπεδο του 2010, όπως τονίζει, δηλαδή πριν το πρώτο μνημόνιο.

Όπως αναφέρει η βρετανική τράπεζα, Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια, παρόλο που η πλευρά της χρηματοδότησης βελτιώνεται επίσης, με (πιο σταθερές) εισροές ξένων άμεσων επενδύσεων. "Για εμάς, το εξωτερικό έλλειμμα ασκεί ένα "όριο ταχύτητας" στην ανάπτυξη, αντανακλώντας την εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας (πετρέλαιο) και το επενδυτικό κενό", όπως σημειώνει η HSBC.

Απαιτούνται, συνεπώς, περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την άρση του, σε συνδυασμό με περισσότερες επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, ηλεκτρική ενέργεια και δίκτυα μεταφορών, τονίζει χαρακτηριστικά. Σε αυτό το μέτωπο, η Ελλάδα στοχεύει να εδραιωθεί ως ενεργειακή πύλη για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και πέρα από αυτήν, έχοντας πρόσφατα συμφωνήσει με την Ουκρανία σε ένα σχέδιο για την προμήθεια LNG μέσω των νέων εγκαταστάσεων του λιμένα της Αλεξανδρούπολης. Νέες υπεράκτιες γεωτρήσεις εξερεύνησης ξεκινούν επίσης κοντά στην Κέρκυρα, οι οποίες - εάν επιβεβαιωθούν τα αποθέματα LNG - θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες της Ελλάδας για χρόνια.

Όσον αφορά τους κινδύνους που εντοπίζει η HSBC για την ελληνική οικονομία, σε αυτούς τοποθετεί τον σχετικά υψηλό πληθωρισμό – υποστηριζόμενος από τις ραγδαίες αυξήσεις του κατώτατου μισθού – ο οποίος θα μπορούσε να υπονομεύσει την εξωτερική ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας, ασκώντας πιέσεις στο εξωτερικό έλλειμμα. Οι εκλογές του 2027 θα μπορούσαν επίσης να προσθέσουν πιέσεις στις δαπάνες., όπως προσθέτει. Επιπλέον, τα ζητήματα προσιτότητας της στέγασης αυξάνονται, οδηγώντας την κυβέρνηση να ανακοινώσει πρωτοβουλίες, για παράδειγμα για την παροχή οικονομικής στήριξης για την απόκτηση κύριων κατοικιών χρησιμοποιώντας κεφάλαια του RRF. 

Όσον αφορά τις θετικές εκπλήξεις, η βρετανική τράπεζα επισημαίνει πως η Κομισιόν προβλέπει μείωση του πρωτογενούς ισοζυγίου στο 3,2% του ΑΕΠ το 2026, κάτι που θα ισοδυναμούσε με καθαρή δημοσιονομική χαλάρωση σχεδόν 1,5% του ΑΕΠ (βάσει του διαρθρωτικού πρωτογενούς ισοζυγίου). Εάν αυτό όντως ισχύει, η ανάπτυξη της Ελλάδας θα μπορούσε να εκπλήξει περισσότερο προς τα πάνω. Η ταχύτερη εφαρμογή του NGEU αποτελεί έναν ακόμη θετικό για την ανάπτυξη, ενώ οι φυσικές καταστροφές που σχετίζονται με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής – πιο συχνές τα τελευταία χρόνια – αποτελούν καθοδικό κίνδυνο, επηρεάζοντας επίσης πιθανώς αρνητικά τον τουριστικό τομέα.

ING: Η Ελλάδα θα παραμείνει outperformer της ανάπτυξης

Η ώθηση από την εγχώρια ζήτηση, τροφοδοτούμενη από μια ισχυρή αγορά εργασίας, την προθεσμία του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, και από μια διευκολυντική δημοσιονομική στάση, θα επιβεβαιώσει την Ελλάδα ως τη χώρα με τις υψηλότερες επιδόσεις όσον αφορά την ανάπτυξη για άλλη μια χρονιά το 2026, όπως επισημαίνει η ING.

Όπως αναμενόταν, το 2025 αποδείχθηκε μια ισχυρή χρονιά για την ελληνική οικονομική ανάπτυξη, η οποία ξεπέρασε την ευρωζώνη, παρά τις γεωπολιτικές αντιξοότητες, τονίζει ο οίκος. Η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ προήλθε από την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, με τις καθαρές εξαγωγές να συμβάλλουν επίσης θετικά. Στο επίκεντρο της ώθησης της κατανάλωσης ήταν οι περαιτέρω βελτιώσεις στην αγορά εργασίας, οι οποίες συνέβαλαν στην ώθηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, μαζί με την επιβράδυνση του πληθωρισμού. Η ώθηση των επενδύσεων προέκυψε από την επιτάχυνση του δανεισμού προς τις επιχειρήσεις και την εισροή ευρωπαϊκών κεφαλαίων από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Εάν το τελευταίο τρίμηνο του 2025 αναπαράγει σε γενικές γραμμές τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης που παρατηρήθηκε στο τρίτο τρίμηνο, όπως και αναμένει η ING, η μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ το 2025 θα πρέπει να κινηθεί 2%.

Ο ολλανδικός οίκος αναμένει ότι το 2026 θα ακολουθήσει τα βήματα του περασμένου έτους, με την οικονομική ανάπτυξη να συνεχίζει να ξεπερνά τον μέσο όρο της ευρωζώνης με "μοχλό" την εγχώρια ζήτηση. Οι επενδύσεις αναμένεται να λάβουν πρόσθετη ώθηση, συμβάλλοντας τελικά σε αύξηση του ΑΕΠ συγκρίσιμη με αυτήν της κατανάλωσης. Ο κύριος λόγος για αυτήν την κάλυψη της υστέρησης είναι η επερχόμενη προθεσμία για Ταμείο Ανάκαμψης, που λήγει τον Αύγουστο, η οποία πιθανότατα θα προκαλέσει μια τελική ώθηση στις επενδύσεις σε υποδομές και ενέργεια, οι οποίες μέχρι στιγμής έχουν επηρεαστεί από σημαντικές καθυστερήσεις στην εφαρμογή. 

Ο πιστωτικός κύκλος ενδέχεται, κατά την ING, να επιβραδυνθεί ελαφρώς από τα επίπεδα άνθησης που παρατηρήθηκαν το 2025, αλλά αυτό δεν θα εμποδίσει την ανάπτυξη των επενδύσεων. Δεδομένου του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου των επενδύσεων, η παρενέργεια των ταχέως αναπτυσσόμενων επενδύσεων πιθανότατα θα είναι οι ισχυρότερες εισαγωγές και, κατά συνέπεια, μια μικρή επιβράδυνση των καθαρών εξαγωγών στην αύξηση του ΑΕΠ.

Εάν οι επενδύσεις επιταχυνθούν, όπως επισημαίνει ο οίκος, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να παραμείνει βασικός "μοχλός" ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Για άλλη μια φορά, η περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης και η αύξηση των μισθών άνω του πληθωρισμού θα στηρίξουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, ωθώντας έτσι την κατανάλωση. Η αύξηση της απασχόλησης φαίνεται ότι θα συνεχιστεί, αν και με επιβραδυνόμενο ρυθμό. 

Ωστόσο, για να υλοποιηθούν περαιτέρω σημαντικά κέρδη στην απασχόληση, θα είναι απαραίτητη η αύξηση του ποσοστού συμμετοχής, ιδίως μεταξύ των γυναικών, σημειώνει η ING, Στο μέτωπο των μισθών, η αξιοπρεπής ανάπτυξη φαίνεται πολύ πιθανή, υποστηριζόμενη από τη "σφιχτή" αγορά εργασίας ανά τομέα και την επερχόμενη μεταρρύθμιση του φόρου εισοδήματος, όπως προβλέπεται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2026, με τη μορφή φορολογικών ελαφρύνσεων για τα νοικοκυριά και τους νέους, αυξήσεων μισθών στον δημόσιο τομέα και αυξήσεων συντάξεων.

Το τελευταίο πακέτο μέτρων που προώθησε η ελληνική κυβέρνηση καθίσταται δυνατό χάρη στην ισχυρή δημοσιονομική θέση της Ελλάδας, η οποία χαρακτηρίζεται από ένα πολύ υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 3,6% του ΑΕΠ, έναν σχεδόν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και ένα δημόσιο χρέος σε σταθερά φθίνουσα πορεία περίπου στο 146% του ΑΕΠ το 2025. Αυτές οι αξιόπιστες μετρήσεις επέτρεψαν στην ελληνική κυβέρνηση να καταρτίσει έναν επεκτατικό προϋπολογισμό, διατηρώντας παράλληλα τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ κάτω από το όριο του 140% το 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ING η ανάπτυξη στην Ελλάδα φέτος θα διαμορφωθεί στο 2,2% και οι επενδύσεις θα αυξηθούν κατά 8%.