"Καρφωμένο" στην Ελλάδα και τις ελληνικές τράπεζες το ραντάρ των οίκων
Κυριακή, 16-Ιουλ-2023 12:00
Της Ελευθερίας Κούρταλη
Πρωταγωνιστικό ρόλο πήραν και πάλι οι τραπεζικές μετοχές, ωθώντας τον Γενικό Δείκτη πάνω από τις 1.300 μονάδες, ενώ στο ραντάρ των επενδυτών, εκτός από τα blue chips, έχουν μπει και αρκετοί τίτλοι της μεσαίας κεφαλαιοποίησης. Έτσι, η συνολική κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου Αθηνών έχει εκτιναχθεί στα 88,5 δισ. ευρώ, από 65,5 δισ. ευρώ στις αρχές του έτους, και στα υψηλότερα επίπεδα από τον Οκτώβριο του 2009, όταν έφτανε τα 99,8 δισ. ευρώ −αλλά με πολύ περισσότερες εισηγμένες και… χωρίς τη δεκαετία περίπου της κρίσης που ακολούθησε−, ενώ η χρηματιστηριακή αξία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών διαμορφώνεται πλέον στα 20 δισ. ευρώ σχεδόν, από 11,4 δισ. ευρώ στις αρχές του 2023.
Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη έχει σβήσει πλήρως πλέον το ράλι που είχε ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο του 2022, και που κορυφώθηκε τον περασμένο Μάρτιο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης με τις περιφερειακές τράπεζες των ΗΠΑ, και πλέον κινείται καθαρά στους ρυθμούς των διαθέσεων των κεντρικών τραπεζών −με το "πότε" του τέλους της νομισματικής σύσφιξης να καθορίζει και τις κινήσεις τους−, η ελληνική αγορά συνεχίζει ακάθεκτη την εντυπωσιακή της πορεία, χτίζοντας όλο και περισσότερο το ελληνικό success story.
Τα σήματα από όλα τα μέτωπα είναι θετικά. Η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της υπόλοιπης Ευρωζώνης και φέτος αλλά και τα επόμενα χρόνια, η δημοσιονομική εικόνα της χώρας είναι βελτιωμένη, με τη δεύτερη θητεία της Νέας Δημοκρατίας να επισφραγίζει τη συνέχιση της δημοσιονομικής σύνεσης αλλά με κύριο στόχο την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, η επενδυτική βαθμίδα πλησιάζει, οι αγορές αποδεικνύουν ότι εμπιστεύονται τη χώρα και –το εξαιρετικά σημαντικό– έχει μπει σε εφαρμογή το σχέδιο για μείωση του χρέους τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και σε απόλυτους αριθμούς.
Κινήσεις-ματ για το χρέος
Το τελευταίο το επιβεβαίωσε και η νέα και αιφνιδιαστική κίνηση-ματ από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, με την έκδοση του νέου 15ετούς ομόλογου με την παράλληλη ανταλλαγή (προ-εξόφληση), δύο ομολόγων που λήγουν τα επόμενα δύο χρόνια. Η ανταλλαγή αυτή σε συνδυασμό με την πρόωρη αποπληρωμή των δύο δόσεων των διμερών δανείων στα μέσα Δεκεμβρίου μειώνουν σημαντικά τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας και, άρα, το χρέος. Ειδικότερα, στη διετία 2024-2025 οι μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες διαμορφώνονται στα 18 δισ. ευρώ συνολικά, ή στα 9 δισ. ευρώ περίπου την κάθε χρονιά. Με την ανταλλαγή των τίτλων λήξης του 2024 και του 2025 στην οποία προχώρησε ο ΟΔΔΗΧ (1,5 δισ. ευρώ), σε συνδυασμό με τα 5,4 δισ. ευρώ περίπου που θα εξοφληθούν πρόωρα από τα διμερή δάνεια (GLF) και που αφορούν επίσης τη διετία, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για το 2024 και το 2025, από τα 18 δισ. ευρώ, μειώνονται στα 11,1 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 5,5 δισ. ευρώ χαμηλότερα την κάθε χρονιά.
Όπως άλλωστε τόνισε και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Κωστής Χατζηδάκης, σε ομιλία του στη Βουλή στο πλαίσιο της συζήτησης επί των προγραμματικών δηλώσεων, αναφορικά με το δημόσιο χρέος, οι στόχοι της κυβέρνησης είναι οι εξής τρεις:
Πρώτον, η ανάκτηση του αξιόχρεου του Ελληνικού Δημοσίου και η επίτευξη της επενδυτικής βαθμίδας εντός του 2023.
Δεύτερον, η συνέχιση της πτωτικής πορείας του δημοσίου χρέους, ώστε, με όρους γενικής κυβέρνησης, να βρεθεί αρκετά κάτω του 140% ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2027, όπως έχει ήδη δεσμευθεί και όπως περιγράφεται στο κατατεθειμένο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Πρόγραμμα Σταθερότητας 2023-2026.
Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι: Θα διατηρηθεί συνεχής η παρουσία του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και θα επιδιωχθεί η μείωση του ύψους του χρέους και σε απόλυτους αριθμούς. Σε αυτή τη στρατηγική εντάσσεται και η απόφαση της αποπληρωμής πρόωρα των δόσεων των GLF.
Τρίτον, αναλόγως της διεθνούς συγκυρίας, στόχος για την επόμενη τετραετία, επίσης, είναι η σταθεροποίηση των ετήσιων δαπανών τόκων στα επίπεδα του εκάστοτε πρωτογενούς πλεονάσματος, που θα επιτευχθεί μέσω της εφαρμογής κατάλληλης εκδοτικής στρατηγικής αλλά και της συνεχούς και ενεργού διαχείρισης του χαρτοφυλακίου δημοσίου χρέους.
Ψηφίζουν Ελλάδα οι επενδυτικοί οίκοι
Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν αυτούς που πριν από λίγο καιρό είχαν προβλέψει πως το φετινό καλοκαίρι θα είναι ιδιαίτερα θερμό για το Ελληνικό Χρηματιστήριο. Και παρά το γεγονός ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, οι διεθνείς οίκοι έχουν το ραντάρ τους "καρφωμένο" στην Ελλάδα.
Η J.P. Morgan, μάλιστα, πραγματοποίησε τις προηγούμενες μέρες επίσκεψη στην Αθήνα ώστε να... νιώσει τον παλμό από πρώτο χέρι.
Στελέχη της αμερικανικής τράπεζας είχαν συναντήσεις με ελληνικές τράπεζες, εταιρείες, ειδικούς της αγοράς αλλά και την Τράπεζα της Ελλάδος και το ΤΧΣ και, όπως τόνισε, επέστρεψε με άθικτη τη θετική της άποψη για τον τραπεζικό κλάδο: οι οικονομικοί δείκτες συνεχίζουν να σηματοδοτούν μια σχετικά ισχυρή μακροοικονομική προοπτική για το 2023, αλλά, πέραν αυτού, η επέκταση απόδοσης ίδιων κεφαλαίων (ROTE) των τραπεζών αναμένεται να συνεχιστεί, με στήριξη από τα ευνοϊκά επιτοκιακά περιθώρια, την ανθεκτική πιστωτική ζήτηση, καθώς και τη σταθερή ποιότητα ενεργητικού. Ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος, όπως τόνισε, έχει σημειώσει μια εντυπωσιακή απόδοση φέτος, με κέρδη έως 70%, έναντι 12% και 14% για τις ευρωπαϊκές τράπεζες (και τις τράπεζες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής - CEEMEA), αλλά παρ’ όλα αυτά η J.P. Morgan βλέπει περαιτέρω περιθώρια ανόδου, της τάξης του 20% περίπου.
Οι υποστηρικτικές εκθέσεις για την Ελλάδα, και ειδικά για τις ελληνικές τράπεζες, δεν σταματούν, φυσικά, στην J.P. Morgan. Η Goldman Sachs ανέβασε τον στόχο που έχει θέσει για τον Γενικό Δείκτη στις 1.375 μονάδες (σε ορίζοντα 12μήνου), από 1.200 προηγουμένως, επαναλαμβάνοντας παράλληλα την προτίμησή της για τις ελληνικές τράπεζες σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα, όπως σημείωσε, οι τραπεζικοί κλάδοι που προτιμά περισσότερο διεθνώς είναι αυτοί της Μέσης Ανατολής και Αφρικής (κυρίως του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας), της Χιλής, της Κολομβίας, της Ταϊλάνδης και της Ελλάδας, καθώς αποτελούν ελκυστικές ευκαιρίες από μακροοικονομική άποψη.
Η Morgan Stanley, από την πλευρά της, έδωσε και αυτή νέα ψήφο εμπιστοσύνης στις ελληνικές τράπεζες, παρά το ράλι που έχουν σημειώσει από τις αρχές του έτους χάρη στη στήριξη από τις αναβαθμίσεις κερδών, τη διαρθρωτική μακροοικονομική ανάκαμψη και τις φθηνές αποτιμήσεις.
Όπως τόνισε, στρέφει πλέον το ενδιαφέρον της στις μακροπρόθεσμες βιώσιμες αποδόσεις και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν ακόμα μεγαλύτερο περιθώριο για υπεραπόδοση και, έτσι, προχωρά στις αναβάθμιση των τιμών-στόχων που δίνει. Ειδικότερα, ανέβασε την τιμή-στόχο της Alpha Bank στα 2,11 ευρώ από 1,98 ευρώ πριν, για την Εθνική στα 7,71 ευρώ από 7,05 ευρώ και για την Πειραιώς στα 4,27 ευρώ από 4,04 ευρώ πριν.
Η Morgan Stanley εκτιμά πως οι θετικές προοπτικές για την αύξηση των δανείων, το περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων και η μείωση των προβλέψεων μπορούν να οδηγήσουν σε απόδοση ιδίων κεφαλαίων ROTE στο 12% περίπου το 2025 για τη Eurobank και την Εθνική. Για την Πειραιώς και την Alpha την τοποθετεί στο 10,5%, καθώς αναμένει καλύτερη ορατότητα για στόχους όπως οι υψηλότερες προμήθειες και αμοιβές. Επίσης προβλέπει πως οι ελληνικές τράπεζες θα καταγράψουν αύξηση 38% στα επιτοκιακά έσοδα (NII) κατά μέσο όρο το 2023, υποστηριζόμενες από την αύξηση κατά 73 μονάδες βάσης στα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια NIM χάρη στις αυξήσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ.
Τρέχουν να επιβιβαστούν στο τρένο
Εγχώριοι αναλυτές εξηγούν την εντυπωσιακή πορεία του Χ.Α., και ειδικά τα ανοδικά του ξεσπάσματα έπειτα από συνεδριάσεις διόρθωσης, από το γεγονός ότι πολλοί επενδυτές που έχασαν το τρένο της ανόδου σπεύσουν να επιβιβαστούν ώστε να εκμεταλλευτούν όσο μπορούν το success story. Το stock picking ωστόσο, όπως επισημαίνουν, παραμένει η καλύτερη στρατηγική.
Όπως σημειώνει ο Νίκος Καυκάς, υπεύθυνος του τμήματος ανάλυσης της Depolas Investment Services, οι επενδυτές που έμειναν εκτός αγοράς ή εξήλθαν αυτής αρκετά νωρίς είναι ένας από τους λόγους που το ελληνικό ράλι τιμών ανατροφοδοτείται. "Παρ’ όλα αυτά, εκτιμούμε ότι πρέπει να επικεντρωνόμαστε σε πολύ επιλεκτικές αγορές και όχι σε συνολική αύξηση των θέσεών μας στα τρέχοντα επίπεδα. Υπενθυμίζουμε ότι το επόμενο διάστημα θα τεθούν υπό αξιολόγηση και τα εταιρικά αποτελέσματα β’ τριμήνου τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Ωστόσο, αυξημένη βαρύτητα θα δοθεί στην καθοδήγηση των διοικήσεων, τουλάχιστον για το υπόλοιπο τους έτους, καθώς το βάρος των επιτοκίων θα λειτουργήσει αρνητικά στην οικονομική δραστηριότητα το β’ εξάμηνο", όπως προσθέτει.
Οι προγραμματικές προτάσεις της νέας κυβέρνησης προβλέπουν ότι το ΑΕΠ θα φτάσει στα 260 δισ. ευρώ το 2027, με μέση ετήσια αύξηση ύψους 3%, ενώ το δημόσιο χρέος θα έχει υποχωρήσει στο 140% του ΑΕΠ, όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Τζάνας, σύμβουλος Διοίκησης της Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ. Παράλληλα, οι επενδυτικοί οίκοι συνεχίζουν τις αναβαθμίσεις των τιμών των τραπεζικών μετοχών και ανεβάζουν την τιμή-στόχο του Γενικού Δείκτη, θεωρώντας ελκυστικές τις αποτιμήσεις του Ελληνικού Χρηματιστηρίου.
Με τα δεδομένα αυτά, το Χ.Α. δύσκολα θα παρέμενε χαμηλότερα από τις 1.300 μονάδες, αποτέλεσμα των σκεπτικισμού που χαρακτηρίζει την παγκόσμια οικονομία, ιδιαίτερα μετά τις δυσμενείς επιδόσεις των δεικτών PMI (βιομηχανικές παραγγελίες) στην Κίνα και την Ευρώπη για τον Ιούνιο. Όμως ο κ. Τζάνας τονίζει πως ο οικονομικός κύκλος στην ελληνική οικονομία είναι διαφορετικός από όσα συμβαίνουν αλλού. Μετά την οικονομική κρίση του 2008, την πανδημία που ακολούθησε και τον πόλεμο της Ουκρανίας, διανύει το τρίτο συνεχόμενο έτος οικονομικής μεγέθυνσης, μιας μακρόχρονης περιόδου που θα ολοκληρωθεί στο τέλος της 10ετίας (2029-2030).
"Εν όψει των παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες βελτιωμένες επιδόσεις των εταιρικών μεγεθών των εισηγμένων εταιρειών (υψηλής-μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης), τα τρέχοντα επίπεδα του Γενικού Δείκτη, όπως η περιοχή των 1.300 μονάδων που ήδη ξεπεράστηκε, αποτελούν ένα από τα πολλά επίπεδα αντίστασης που η αγορά θα αντιμετωπίσει στη μακρόχρονη ανοδική πορεία του στο επόμενο διάστημα", καταλήγει.
Όπως επισημάνει ο κ. Ζαχαράκης της Fast Finance, στη γενικότερη εικόνα, οι Έλληνες επενδυτές σταθερά αυξάνονται, ανοίγοντας νέους κωδικούς ή ενεργοποιούνται και πάλι νέοι από τα παλιά. Τεχνικά, το Χ.Α. είναι σε μια φάση υψηλής ανοδικής τάσης που δύσκολα ανατρέπεται, μιας και σε κάθε διόρθωση εμφανίζονται διαθέσιμοι αγοραστές που απορροφούν την προσφορά.
Σε ό,τι αφορά το διεθνές περιβάλλον, τα επιτόκια φαίνεται να έχουν ακόμα μία ανοδική βολή μέσα στον μήνα από την ΕΚΤ και από εκεί και πέρα οι προβλέψεις μιλάνε για στάση αναμονής μέχρις ότου δούμε τα αποτελέσματα και τα νέα δεδομένα. Φαίνεται ότι οι οικονομίες είναι αρκετά πιο ανθεκτικές από το αναμενόμενο και αυτό σίγουρα έχει να κάνει με το ότι επί πολλά χρόνια είχαμε πολύ χαμηλά επιτόκια. Η Ελλάδα ωστόσο είναι ειδική περίπτωση, μιας και καταφέρνει να προηγείται αισθητά στο κομμάτι ανάπτυξη, ενώ και με τον πληθωρισμό δεν φαίνεται να προβληματίζει στο μέγεθος που άλλες χώρες βιώνουν, καταλήγει ο αναλυτής.
"Σεβόμαστε ασφαλώς τη δυνατή παραβολική τάση που έχει φέρει τον Γενικό Δείκτη από τις 800 μονάδες του φθινοπώρου στην τρέχουσα περιοχή των 1.300, αλλά αποφεύγουμε τους διθυράμβους που θα μπορούσαν να αποπροσανατολίσουν τους επενδυτές οι οποίοι τοποθετούνται με... χρονοκαθυστέρηση", επισημαίνει από την πλευρά του ο Πέτρος Στεριώτης (πιστοποιημένος τεχνικός αναλυτής).
Όπως εξηγεί, στα χρηματιστήρια δεν μπορεί να αναζητά κάποιος πάντα τη λογική στις ακραίες κινήσεις, δηλαδή στις επιθετικές επανεκτιμήσεις της "δίκαιης τιμής". Όμως η "ανάβαση" του Γενικού Δείκτη εμπεριέχει ρίσκα τόσο για "εγκλωβισμούς" όσο και για άκαιρα "σορταρίσματα".
"Παραμένουμε σε επιφυλακή ώστε να μη μείνουμε "με τον μουντζούρη στο χέρι" όποτε, για οποιονδήποτε λόγο και από οποιαδήποτε αφετηρία, σημειωθεί μια βαθύτερης φύσεως διόρθωση", προσθέτει ο κ. Στεριώτης. Πάντως, τμήματα της ελληνικής αγοράς που έχουν μείνει πίσω συνεχίζουν να προσφέρουν ευκαιρίες τοποθέτησης, οπότε το "ταμπλό" συνεχίζει να αποτελεί ευκαιρία για stock picking, όπως εκτιμά.