Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 15-Ιαν-2023 12:00

    Τράπεζες: Τα "ψιλά γράμματα" της Στρατηγικής Αποεπένδυσης

    Τι αλλάζει στο βέτο του ΤΧΣ στις τράπεζες
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Tης Βάσως Αγγελέτου

    Τον οδικό χάρτη της αποχώρησης του Δημοσίου από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες παρουσίασε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, με τη δημοσιοποίηση της Στρατηγικής Αποεπένδυσης έως το 2025. Η στρατηγική που κατήρτισε για λογαριασμό του ΤΧΣ ο διεθνής χρηματοοικονομικός σύμβουλος Rothschild ορίζει τις βασικές αρχές που διέπουν τη διαδικασία της αποεπένδυσης, με κυριότερες τη διαφάνεια και την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος. 

    Επιπλέον, περιγράφει τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του το ΤΧΣ προκειμένου να διαθέσει τα μερίδιά του στην Εθνική Τράπεζα (40,39%), στην Τράπεζα Πειραιώς (27%), στην Alpha Bank (9%) και στη Eurobank (1,4%). Αυτά διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: τις ιδιωτικές συναλλαγές, οι οποίες απορρέουν από πρωτοβουλία του Ταμείου ή των ενδιαφερόμενων επενδυτών και περιλαμβάνουν ανταγωνιστική διαδικασία, και τις συναλλαγές μέσω Κεφαλαιαγοράς, που αφορούν τη διάθεση των μετοχών μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών με επιλογή ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές δομές συναλλαγών (Accelerated Bookbuild, Fully Marketed Offering και trading plan/dribble out), οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε μεμονωμένα είτε συνδυαστικά.

    Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η Στρατηγική προκρίνει τις αυτόκλητες προσφορές, τις πρωτοβουλίες δηλαδή που λαμβάνουν οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές να καταθέσουν προσφορές για την απόκτηση συγκεκριμένων μεριδίων με συγκεκριμένο τίμημα, οι οποίες θα πρέπει να τεκμηριώνονται μέσα από μια σειρά ποιοτικών και ποσοτικών παραμέτρων. Ως προϋπόθεση για τη χρήση αυτής της μεθόδου τίθεται το όριο της απόκτησης μεριδίου άνω του 5% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος.

    Ενδιαφέρον παρουσιάζει δε το γεγονός ότι οι τράπεζες δεν έχουν παθητικό ρόλο στη διαδικασία της εύρεσης επενδυτή, καθώς η Στρατηγική τούς δίνει τη δυνατότητα να αναλάβουν πρωτοβουλία στην προσέλκυση και προώθηση προτιμώμενων επενδυτών. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα "τρέξει" διαγωνιστική διαδικασία που θα δώσει σε άλλους επενδυτές τη δυνατότητα να υποβάλουν υψηλότερες προσφορές από την αυτόκλητη προσφορά, η οποία για τον λόγο αυτό θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί − μια παράμετρος που δεν φαίνεται να είναι, πάντως, αρεστή στην αγορά.

    Ανάμικτες αντιδράσεις από την αγορά

    Ανάμικτες είναι οι αντιδράσεις παραγόντων της αγοράς στο ανάγνωσμα της Στρατηγικής, με τους επικριτές να κάνουν λόγο για ένα "ευχολόγιο" που δεν παρέχει διαφανείς πληροφορίες, δεν οριοθετεί με σαφήνεια τις επιδιώξεις του ΤΧΣ και δεν σκιαγραφεί μια ξεκάθαρη στρατηγική. 

    "Πρόκειται για ένα γενικόλογο κείμενο που χαρακτηρίζεται από δημιουργική ασάφεια. Δεν αποκλείει κάποια κατηγορία επενδυτών, δεν προτεραιοποιεί τους στόχους και τις μεθόδους της αποεπένδυσης − ούτε το προφίλ των επενδυτών που επιθυμεί για τις τράπεζες το ΤΧΣ και, κατ’ επέκταση, το ελληνικό Δημόσιο", αναφέρει στο Capital.gr έμπειρη πηγή του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού κλάδου με διεθνή εμπειρία και κύρος.

    "Διατηρείται ένα ομιχλώδες τοπίο, το οποίο ενδεχομένως να ξεκαθαρίσει στη συνέχεια, όταν το ΤΧΣ προκηρύξει τους διαγωνισμούς για κάθε μερίδιο χωριστά. Προς το παρόν, πάντως, δεν θίγει καίρια ζητήματα, όπως τη διαφύλαξη του συνόλου ή μέρους των θέσεων εργασίας, την προέλευση και το προφίλ των επιλέξιμων επενδυτών, που χαρακτηρίζονται αόριστα ως "καλή τη πίστει”, καθώς και το πώς το Ταμείο θα επιδιώξει τους στόχους του με σαφήνεια".

    Όπως εξηγεί η ίδια πηγή, απουσιάζουν τα συγκεκριμένα βήματα της διαδικασίας −πώς από το σημείο Α θα πάμε στο Β και με ποιον τρόπο−, καθώς και οι επακριβώς προσδιορισμένοι στόχοι της στρατηγικής. Στην πραγματικότητα, ενώ το κείμενο δίνει κατ’ αρχήν μεγάλη βαρύτητα στη διαφάνεια, αυτή απουσιάζει, καθώς οι κανόνες δεν τίθενται εξαρχής με ξεκάθαρο τρόπο, όπως αναμένει κανείς σε αυτού του είδους τις σύνθετες διαδικασίες", αναφέρει η ίδια πηγή. 

    "Θα τρέξει διεθνή διαγωνισμό; Θα διατηρήσει το ΤΧΣ κάποιο σημαντικό μερίδιο ή θα διαθέσει το σύνολο των ποσοστών του; Πώς θα διασφαλίσει τον μακροχρόνιο χαρακτήρα της επένδυσης; Ποιες χώρες προέλευσης των επενδυτών είναι αποδεκτές και ποιες αποκλείονται − είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που τίθενται στο ανάγνωσμα της στρατηγικής", συμπληρώνει.

    Ενδιαφέρον σημείο της Στρατηγικής είναι, επίσης, ο ορισμός του "καλή τη πίστει" επενδυτή, ο οποίος επαναλαμβάνεται συχνά στο κείμενο, γεννώντας ερωτήματα για το ακριβές νόημά του. Στη διεθνή βιβλιογραφία ο όρος "bonafide investor" περιγράφει τους έγκριτους επενδυτές και τα επενδυτικά σχήματα υψηλού κύρους, χωρίς ωστόσο να παρέχονται συγκεκριμένες πληροφορίες για το πώς στοιχειοθετούνται αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

    Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ο όρος "καλή τη πίστει" είναι αυτός που θα παίξει ρόλο-κλειδί για την επιλογή μεταξύ των επενδυτών ή, τουλάχιστον, στον αποκλεισμό εκείνων που δεν θεωρούνται ότι πληρούν τα κριτήρια του ΤΧΣ για επένδυση στις εγχώριες τράπεζες λόγω, για παράδειγμα, εθνικότητας ή προφίλ. Τραπεζικές και εποπτικές πηγές, πάντως, χαρακτηρίζουν το κείμενο της στρατηγικής "πλήρες" και "επαρκές", αν και τραπεζικά στελέχη στα οποία απευθύνθηκε το Capital.gr παραδέχονται ότι είναι "γενικόλογο".

    Ο ρόλος του Επόπτη και των Θεσμών

    Κομβικός για την ολοκλήρωση της διαδικασίας είναι ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέσω του SSM, καθώς η Εποπτεία είναι εκείνη που θα πει την "τελευταία λέξη" στη διαδικασία. Αυτό θα συμβεί μέσω του "fit & proper" που πρέπει να εξασφαλίσει ο υποψήφιος επενδυτής στις περιπτώσεις ειδικής συμμετοχής (qualifying holding) στα συστημικά ιδρύματα − συμμετοχής δηλαδή που υπερβαίνει το 10% του μετοχικού κεφαλαίου. 

    Η διαδικασία του ελέγχου είναι εξαντλητική και χρονοβόρα, καθώς διαρκεί συνήθως αρκετούς μήνες. Σημειώνεται ότι σε αυτή δεν υποβάλλονται μόνο οι νέοι επενδυτές, αλλά και υφιστάμενοι επενδυτές στις τράπεζες, οι οποίοι με την απόκτηση πρόσθετου μεριδίου θα υπερβούν το 10% του μετοχικού κεφαλαίου. Επίσης, μόλις προχωρήσει η διαδικασία και πρέπει να διοριστούν νέα μέλη στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών, θα πρέπει να λάβουν και ως φυσικά πρόσωπα το fit & proper από τη Φρανκφούρτη. 

    Σε ό,τι αφορά τους Θεσμούς, ο ρόλος τους κάθε άλλο παρά επουσιώδης είναι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Θυμίζεται ότι στο διοικητικό συμβούλιο του ΤΧΣ το ελληνικό Δημόσιο ελέγχει δύο θέσεις, ενώ οι ευρωπαϊκοί θεσμοί −ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ESM− ελέγχουν πέντε θέσεις. 

    Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με την αποεπένδυση του ΤΧΣ θα πρέπει να περάσει από την "κρησάρα" των δανειστών, οι οποίοι, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Capital.gr, θέτουν αυστηρά ποιοτικά κριτήρια στους επενδυτές που θα αποκτήσουν μερίδιο ή −πολύ περισσότερο− τον έλεγχο των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ