Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 28-Νοε-2022 20:00

    Σε πτωτική τροχιά το χρέος για άλλα δέκα χρόνια

    Τρία μεγάλα ορόσημα για την Ελλάδα ως το τέλος του χρόνου
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Τάσου Δασόπουλου 

    Σταθερά πτωτική πορεία του χρέους για τουλάχιστον μία 10ετία προβλέπει η Κομισιόν για την Ελλάδα στην αναθεωρημένη έκθεση βιωσιμότητας του χρέους, η οποία αποτέλεσε μέρος της πρώτης αξιολόγησης της Ελλάδας εκτός ενισχυμένης εποπτείας.

    Ειδικότερα, η έκθεση προβλέπει ότι το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης θα αποκλιμακωθεί από το επίπεδο του 170% του ΑΕΠ, που αναμένεται να φτάσει φέτος (με βάση την πρόβλεψη της Κομισιόν), στο 118% του ΑΕΠ το 2032, ενώ το 2033 θα αυξηθεί στο 123,4% του ΑΕΠ λόγω της λήξης της περιόδου χάριτος για τα δάνεια ύψους 130 δισ. ευρώ του δεύτερου Μνημονίου, από τον EFSF.

    Ως γενική θεώρηση η έκθεση, μάλιστα, εκτιμά ότι αντιμετωπίζει χαμηλούς κινδύνους δημοσιονομικής βιωσιμότητας βραχυπρόθεσμα, υψηλούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα, ενώ οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι φαίνεται να είναι μεσαίας και όχι υψηλής έντασης. Ειδικότερα, η έκθεση επισημαίνει ότι μακροπρόθεσμα, παρότι το χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται φτάνοντας το 95,8% του ΑΕΠ το 2060, η Ελλάδα αναμένεται να αντιμετωπίσει μια σειρά από κινδύνους. Ο μεγαλύτερος είναι η μεταβλητότητα στα επιτόκια, για τα οποία η Επιτροπή υποθέτει ότι θα έχουν μια γραμμική σταδιακή άνοδο, ενώ η σημερινή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ αποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρξουν και διαστήματα μεγάλης ανόδου. Κίνδυνο συνιστά, επίσης, η καθυστέρηση σε απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, αλλά και η πολύ χαμηλή ή αρνητική ανάπτυξη.  

    Το θετικό είναι ότι κοινός παρονομαστής σε όλα τα εναλλακτικά σενάρια της Επιτροπής είναι ότι το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα μειώνεται κάθε χρόνο. Ωστόσο η βιωσιμότητά του εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα: Το βασικό σενάριο το προβλέπει στο 3,1% του ΑΕΠ "για αρκετές δεκαετίες", κάτι που, όπως σημειώνεται, "είναι εξαιρετικά φιλόδοξο", με εναλλακτικό σενάριο πρωτογενές πλεόνασμα 1,4% του ΑΕΠ, που οδηγεί όμως σε άλλη, πιο αργή, αποκλιμάκωση χρέους, που "αυξάνει σημαντικά τους κινδύνους για τη βιωσιμότητά του. 

    Η πρόβλεψη για το ΑΕΠ 

    Η βάση για την πρόβλεψη της Επιτροπής είναι μια αρκετά απαισιόδοξη πρόβλεψη για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για όλη αυτή την περίοδο. Συγκεκριμένα, με βάση το βασικό σενάριο, από το 6% που αναμένεται να φτάσει φέτος η ανάπτυξη, θα μειωθεί σημαντικά στο 1% του ΑΕΠ το 2023, θα αυξηθεί στο 2% το 2024 και στη συνέχεια θα υποχωρήσει σε έναν μέσο ρυθμό 1,2% μέχρι το 2026, για να υποχωρήσει περαιτέρω στο 0,7% το 2030. Μάλιστα, η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι η Ελλάδα θα υιοθετήσει πλήρως και αποτελεσματικά τις μεταρρυθμίσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Διαφορετικά, η ανάπτυξη θα είναι ακόμα χαμηλότερη. 

    Στο θετικό σενάριο, μια υψηλότερη μέση ετήσια ανάπτυξη κατά 1%, σε συνδυασμό με ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1,4% του ΑΕΠ, θα αποκλιμακώσει το χρέος κοντά στο 105% του στο τέλος του 2023. 

    Βραχυχρόνια βιωσιμότητα 

    Βραχυχρόνια, παρά τις πιέσεις που δέχονται τα ελληνικά ομόλογα λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης, της ενεργειακής κρίσης, της αύξησης των επιτοκίων και της απουσίας επενδυτικής βαθμίδας, η έκθεση της Επιτροπής διαπιστώνει την άνετη εξυπηρέτηση του χρέους, αφού οι ανάγκες χρηματοδότησης τοκοχρεολυσίων θα παραμένουν κάτω από 10% του ΑΕΠ, ενώ η χώρα διατηρεί ακόμη μεγάλα ταμειακά αποθέματα που ξεπερνούν τα 35 δισ. ευρώ. 

    Το απόθεμα θα μειωθεί με την αποπληρωμή της δεύτερης δόσης ύψους 2,6 δισ. ευρώ από το διμερές δάνειο ύψους 52,3 δισ. ευρώ που πήρε η Ελλάδα απευθείας από τα κράτη της Ευρωζώνης πριν μπει στο πρώτο Μνημόνιο, αλλά όχι κάτω από τα 33 δισ. 

    Το ποσό είναι αναλογικά από τα υψηλότερα αποθέματα που υπάρχουν ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Εκτιμά, επίσης, ότι λόγω της διάρθρωσις του, δηλαδή του γεγονότος ότι πάνω από τα 2/3 του συνόλου των 357 δισ. του χρέους βρίσκονται στα χέρια του λεγόμενου επίσημου τομέα, δηλαδή σε EFSF και ESM, η Ελλάδα δεν θα δεχθεί αρνητικές επιδράσεις και από την άνοδο των επιτοκίων της ΕΚΤ. 

    Επίσης στα θετικά για την Ελλάδα αναφέρει πως, παρά την υψηλή διεθνή αβεβαιότητα, οι αξιολογήσεις για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας παραμένουν αμετάβλητες από τον Απρίλιο του 2022, "παρά τις αυξανόμενες παγκόσμιες αβεβαιότητες και την άνοδο των επιτοκίων".

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ