Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 30-Σεπ-2022 11:32

    S&P: "Ανεβάζει" στο 5,6% την εκτίμηση για την ανάπτυξη της Ελλάδας φέτος – Οι τράπεζες το μεγάλο "αγκάθι" στην αξιολόγηση

    38458031
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Σε σημαντική αναβάθμιση των εκτιμήσεών του για την ανάπτυξη της Ελλάδας φέτος, στο 5,6%, προχωρά ο οίκος S&P, λίγες εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη αξιολόγησή του για την ελληνική οικονομία στις 21 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο της έκθεσης BIRCA για την αξιολόγηση του κρατικού κίνδυνου από τον τραπεζικό κλάδο. Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, ωστόσο, ο οίκος τονίζει πως, παρά την ορατή πρόοδο, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένους οικονομικούς κινδύνους, υποδηλώντας πως ο κλάδος αποτελεί ίσως το βασικότερο εμπόδιο για την πολυπόθητη αναβάθμιση της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα.

    Πιο αναλυτικά, όπως σημειώνει η S&P, οι προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας παραμένουν καλές παρά το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον και τον υψηλό πληθωρισμό. Μετά τη βαθιά συρρίκνωση το 2020 (9,0%) και την πολύ ισχυρότερη από την αναμενόμενη ανάκαμψη το 2021 (8,3%), προβλέπει πλέον ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 5,6% το 2022 και θα επιβραδυνθεί σε περίπου 1,8% το 2023. Ο οίκος αναθεωρεί ανοδικά τη φετινή πρόβλεψη ανάπτυξης (από 3,5% προηγουμένως), παρά τις αρνητικές επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ιδίως μέσω απότομων αυξήσεων στην ενέργεια και τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και τον επιταχυνόμενο πληθωρισμό, δεδομένου ότι οι άμεσοι εμπορικοί δεσμοί της Ελλάδας με τη Ρωσία και την Ουκρανία είναι περιορισμένοι. Αναμένει ότι ο αντίκτυπος θα είναι διαχειρίσιμος και τα επόμενα τρία χρόνια εκτιμά ότι η οικονομική ανάπτυξη της χώρας θα ξεπεράσει τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

    Τα έσοδα στον κλάδο-κλειδί της Ελλάδας, τον τουρισμό, βελτιώθηκαν σημαντικά το 2021 και το 2022, υποδηλώνοντας ότι η συνεχιζόμενη ανάκαμψή του θα στηρίξει σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη και θα συμβάλει στη σταδιακή μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο θα επιβαρυνθεί από τις σημαντικά υψηλότερες τιμές των εισαγωγών ενέργειας.

    Λόγω της πανδημίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα ήταν μεγάλα το 2020 και το 2021, αλλά η S&P αναμένει ότι το έλλειμμα θα μειωθεί σε περίπου 4,6% του ΑΕΠ το 2022 (από 7,4% το 2021). Η αναθεωρημένη πρόβλεψή της (από 3,1% προηγουμένως) ενσωματώνει τα δημοσιονομικά μέτρα της κυβέρνησης για την καταστολή των πληθωριστικών πιέσεων από τις τιμές ενέργειας, ηλεκτρικής ενέργειας και τροφίμων για νοικοκυριά και εταιρείες.

    Από το 2020, η αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης και οι προσπάθειες οικονομικής ανθεκτικότητας της Ελλάδας έχουν λάβει ώθηση μέσω των "απαντήσεων" της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε επίπεδο ευρωζώνης και ΕΕ. Η υποστηρικτική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ διευκόλυνε την πρόσβαση στην αγορά για κρατικό δανεισμό, με σχετικά χαμηλό κόστος λόγω της συμπερίληψης των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο PEPP και ως collateral στις πράξεις επαναγοράς της ΕΚΤ. Πιο πρόσφατα, πριν από το τέλος του PEPP τον Μάρτιο του 2022, η ΕΚΤ διευκρίνισε ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να αγοράζει ομόλογα του ελληνικού δημοσίου πέρα από τις ανατροπές εξαγορών, εάν παρατηρούσε επιδείνωση στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στη χώρα, ενώ η οικονομία εξακολουθεί να ανακάμπτει από την πανδημία. "Πιστεύουμε ότι αυτές οι εξελίξεις ενίσχυσαν την αποτελεσματικότητα της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής στην Ελλάδα", τονίζει ο οίκος.

    Αντιμέτωπες με σημαντικές προκλήσεις οι τράπεζες

    Σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό κλάδο, η S&P σημειώνει πως οι βασικοί κίνδυνοι αποτελούν τα ακόμη υψηλά NPEs σε σχέση με την Ε.Ε., η ρηχή εγχώρια αγορά χρέους, η περιορισμένη πρόσβαση του κλάδου στις αγορές με ευνοϊκούς όρους καθώς και το γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές δεν έχουν αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αναβαλλόμενης φορολογίας. 

    Πιο αναλυτικά, όπως σημειώνει, παρά την ορατή πρόοδο, την οποία η S&P Global Ratings αναγνώρισε στις θετικές της ενέργειες αξιολόγησης τον Απρίλιο του 2022, πιστεύει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένους οικονομικούς κινδύνους. Αυτό οφείλεται κυρίως στους υψηλούς ακόμη όγκους μη εξυπηρετούμενων περιουσιακών στοιχείων (NPA) σε συνδυασμό με τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος εξακολουθεί να ανακάμπτει. 

    Κατά τον οίκο, οι πιστωτικές απώλειες οδεύουν προς κυκλικά χαμηλά μετά τη μαζική εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων assets στο σύστημα τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Δεδομένου ότι λίγες πωλήσεις θα πραγματοποιηθούν φέτος και έχουν ήδη προβλεφθεί πρόσθετες προβλέψεις, αναμένει ότι το κόστος κινδύνου σε όλο το σύστημα θα μειωθεί σε 100-105 μονάδες βάσης το 2022 σε σύγκριση με 570 μ.β. το 2021. Πάντως, σημειώνει ότι οι τεράστιες προβλέψεις που έχουν κάνει οι ελληνικές τράπεζες από το 2011 δεν οδηγούν σε βελτιωμένους δείκτες κάλυψης NPE επειδή οι περισσότερες από τις νέες προβλέψεις καταλογίστηκαν έναντι διαγραφών, κυρίως με τη μορφή πωλήσεων και τιτλοποιήσεων.

    Μαζί με την Κύπρο, η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών παραμένει μεταξύ των πιο αδύναμων στην Ε.Ε., τονίζει ο οίκος. Αναμένει ότι ο δείκτης NPE σε όλο το σύστημα θα μειωθεί κάτω από το 7% έως το τέλος του 2023. Η πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζών ωστόσο κινδυνεύει από την πλήρη απόσυρση των μέτρων στήριξης που σχετίζονται με την πανδημία και τον έμμεσο αντίκτυπο στο διαθέσιμο εισόδημα από τον αυξανόμενο πληθωρισμό, τη μειωμένη παγκόσμια ζήτηση και άλλες δευτερογενείς επιπτώσεις από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

    Οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται από το 2017 σε πραγματικούς όρους, αλλά όχι στον βαθμό μιας φούσκας τιμών, κατά την άποψη της S&P. Αναμένει ότι οι τιμές των κατοικιών θα αυξηθούν, σε πραγματικούς όρους, ελαφρώς κάτω από 1% το 2022, μετά από μια ήδη ρεκόρ αύξηση 7,2% το 2021 εν μέσω της πανδημίας. Αυτό είναι θετικό για τις προοπτικές ανάκαμψης των τραπεζών από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τα στεγαστικά δάνεια που υποστηρίζονται από ακίνητα.

    Παράλληλα, όπως επισημαίνει η S&P, οι ελληνικές τράπεζες αύξησαν τον καθαρό δανεισμό τους κατά περίπου 4% κατά τη διάρκεια ενός σχετικά "εχθρικού" σε αυτό το μέτωπο, 2021. Για το 2022, προβλέπει ότι η αύξηση των δανείων θα φτάσει το 3,5%-4,0% για δύο βασικούς λόγους. Ο ιδιωτικός τομέας και τα νοικοκυριά έχουν ξεπεράσει τα χειρότερα και συνεχίζουν να δανείζονται από τις τράπεζες. Οι τράπεζες έχουν ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος του μετασχηματισμού τους και η αναδιάρθρωση και ο καθαρισμός του χαρτοφυλακίου δανείων μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Επίσης, τα κεφάλαια της Ε.Ε. που θα λάβει η Ελλάδα την επόμενη πενταετία θα ενισχύσουν τον δανεισμό προς τις επιχειρήσεις.

    Οι ελληνικές τράπεζες έχουν, επίσης, ανακτήσει πρόσβαση σε χρηματοδότηση από συμφωνίες επαναγοράς από διατραπεζικές αγορές του εξωτερικού. Ωστόσο, η S&P δεν αναμένει ότι θα αποκτήσουν σταθερή πρόσβαση σε προσιτή, μη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση από την αγορά το επόμενο έτος. Όπως και στην περίπτωση της Κύπρου, πιστεύει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν μείνει με ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον και έναν ιδιωτικό τομέα που εξακολουθεί να ανακάμπτει από τις κρίσεις της περασμένης δεκαετίας. Ωστόσο, η κερδοφορία τους θα επωφεληθεί από τα σημαντικά κέρδη αποδοτικότητας κόστους κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, μετά το κλείσιμο καταστημάτων, τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου, τα οφέλη ψηφιοποίησης και την εστίαση στα έσοδα από προμήθειες. 

    Κατά την άποψη του οίκου, η ποιότητα της τραπεζικής εποπτείας και ρύθμισης της Ελλάδας επωφελείται έντονα από τη συμμετοχή της στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό. Πιστεύει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος έχει διδαχθεί από τα γεγονότα των δύο τελευταίων δεκαετιών. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση της Attica Bank, μετά την αφερεγγυότητά της το 2021 έπειτα από την παρουσίαση τεράστιων ζημιών λόγω μη εξυπηρετούμενων δανείων, έδειξε και πάλι ότι η εποπτεία δεν διαθέτει κάποια προορατικότητα. Επίσης, οι σημαντικές αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTA) των τραπεζών παραμένουν βασική ρυθμιστική πρόκληση. Μετά τις αλλαγές στον τραπεζικό νόμο από το 2017-2021, οι ελληνικές τράπεζες δεν τα αφαιρούν από τα κεφάλαιά τους Common Equity Tier 1 (CET1), σε αντίθεση με όσα ορίζουν οι Κανονισμοί της Ε.Ε.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ