Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 16-Σεπ-2022 23:05

    DBRS: Επιβεβαίωσε το BB (High), με σταθερές προοπτικές για την Ελλάδα

    DBRS: Επιβεβαίωσε το BB (High), με σταθερές προοπτικές για την Ελλάδα
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 17/09 - 00.36

    Σε επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στη βαθμίδα BB (High), με σταθερό το trend (προοπτικές) προχώρησε το βράδυ της Παρασκευής ο καναδικός οίκος DBRS Morningstar.

    Η σταθερή τάση αντανακλά την άποψη της DBRS ότι η Ελλάδα παραμένει προσηλωμένη στη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημοσιονομικών μεγεθών της, καθώς και του χρέους της, παρά τις δυσμενείς παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

    Η ισχυρή ανάκαμψη της τουριστικής δραστηριότητας, η οποία αναμένεται να ξεπεράσει τα επίπεδα του 2019, θα βοηθήσει την οικονομία το 2022, ωστόσο η οικονομική αβεβαιότητα που σχετίζεται με τα γεωπολιτικά συμβάντα έχει εκτιναχθεί, τονίζει ο οίκος. Οι βασικοί κίνδυνοι για τις προοπτικές συνδέονται με τις αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις, τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής και την πιθανή αποκοπή της χώρας από το ρωσικό φυσικό αέριο.

    Παρά τη φθίνουσα εξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα παραμένει σημαντικά εκτεθειμένη στις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας. Ωστόσο, οι προσπάθειες διαφοροποίησης έχουν ενταθεί με την επέκταση των υφιστάμενων και την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων αποθήκευσης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και την έναρξη λειτουργίας ενός νέου αγωγού φυσικού αερίου.

    Πίεση στο κόστος δανεισμού

    Η αυστηροποίηση των νομισματικών πολιτικών προσθέτει πίεση στο κόστος δανεισμού της Ελλάδας, με τις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων να αυξάνονται πρόσφατα σε πάνω από 4%, ενώ μέχρι πρόσφατα κινούνταν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Κατά την άποψη της DBRS, το ευνοϊκό προφίλ χρέους της Ελλάδας, τα υψηλά ταμειακά αποθέματα και η στήριξη της ΕΚΤ προς τα κρατικά ομόλογα της χώρας σε μια κατάσταση διαταραχής της αγοράς, συμβάλλουν στην εξισορρόπηση των κινδύνων.

    Οι αξιολογήσεις της Ελλάδας στηρίζονται στην ιδιότητά της ως μέλους της ευρωζώνης και στην εφαρμογή των οικονομικών μεταρρυθμίσεων του παρελθόντος, οι οποίες έχουν ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Ακόμη, σημειώνει ο οίκος, η Ελλάδα αναμένεται να λάβει περίπου 70 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ και το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης τα επόμενα χρόνια. Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ελλάδας (Ελλάδα 2.0) αποτελείται από μεταρρυθμίσεις που, αν εφαρμοστούν, θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, μειώνοντας το επενδυτικό χάσμα μεταξύ της Ελλάδας και των ομολόγων της στην ευρωζώνη.

    Αντίθετα, οι αξιολογήσεις συγκρατούνται από τα οικονομικά ζητήματα που κληρονόμησε η Ελλάδα από την παρατεταμένη κρίση της, δηλαδή τον πολύ υψηλό δείκτη χρέους προς ΑΕΠ και τα ακόμη υψηλά κόκκινα δάνεια (NPLs). Οι επενδυτικές δαπάνες μειώθηκαν στα χρόνια της κρίσης από 21% του ΑΕΠ το 2009 σε 12,8% το 2021, στο χαμηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη και πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο του 22,2%.

    Παράγοντες αναβάθμισης και υποβάθμισης

    Η αξιολόγηση της Ελλάδας, σύμφωνα με τον καναδικό οίκο, θα μπορούσε να αναβαθμιστεί εάν συμβεί ένα από ή συνδυασμός των παρακάτω: (1) συνεχιζόμενη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων οι οποίες να ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές (2) διαρκής δέσμευση για δημοσιονομική εξυγίανση η οποία να διατηρεί τον δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ σε πτωτική τροχιά.

    Τα κίνητρα για μια υποβάθμιση περιλαμβάνουν: (1) επίμονα αδύναμες οικονομικές επιδόσεις (2) ανατροπή ή αναστολή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (3) ανανεωμένη αστάθεια του χρηματοπιστωτικού τομέα.

    Τα έσοδα από τον τουρισμό και τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης θα στηρίξουν την ελληνική οικονομία φέτος

    Έχοντας βιώσει βαθιά συρρίκνωση της οικονομίας το 2020, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και των σχετικών περιοριστικών μέτρων, η ελληνική οικονομία ανέκαμψε έντονα το 2021. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8,3% χάρη στην έντονη αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών και την ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Την πτώση του ταξιδιωτικού και του τουριστικού κλάδου το 2020 ακολούθησε μερική ανάκαμψη το 2021, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις από τον τουρισμό να φτάνουν περίπου το 60% των επιπέδων του 2019. Επιπλέον, η αγορά εργασίας συνέχισε να ανακάμπτει, με το ποσοστό ανεργίας να υποχωρεί κάτω από το 13%.

    Οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία έχουν θολώσει τις προοπτικές ανάπτυξης, σημειώνει η DBRS. Οι κυριότεροι κίνδυνοι για τις προοπτικές συνδέονται με τις αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες αναμένεται να οδηγήσουν σε μείωση της κατανάλωσης. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή ανήλθε στο 11,4% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, κυρίως λόγω των τιμών της ενέργειας, ωστόσο τα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης έχουν μετριάσει μέχρι στιγμής τον αντίκτυπο του αυξημένου κόστους ενέργειας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η Ελλάδα παραμένει μέτρια εκτεθειμένη στις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας.

    Ωστόσο, οι προσπάθειες διαφοροποίησης έχουν ενταθεί με την επέκταση των υφιστάμενων και την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και τη δρομολόγηση ενός νέου αγωγού φυσικού αερίου. Επιπλέον, οι συνεχιζόμενες βελτιώσεις στην αγορά εργασίας και οι ισχυρές επιδόσεις του τουριστικού τομέα θα αμβλύνουν τις επιπτώσεις του υψηλού πληθωρισμού.

    Τα μέχρι στιγμής διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ισχυρές επιδόσεις του τουριστικού τομέα φέτος, με ταξιδιωτικές εισπράξεις που πιθανότατα θα ξεπεράσουν τα επίπεδα του 2019. Η Κομισιόν στις εαρινές προβλέψεις του 2022 προβλέπει ανάπτυξη 4% το 2022 και 2,4% το 2023, αναθεωρημένα προς τα κάτω από τις προηγούμενες προβλέψεις (χειμώνας 2022) για 4,9% το 2022 και 3,5% το 2023. Ωστόσο, οι ισχυρές οικονομικές επιδόσεις κατά το α' εξάμηνο του 2022, με αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7,7% σε ετήσια βάση, θα οδηγήσουν πιθανότατα σε αναθεώρηση προς τα πάνω. Το ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών αναθεώρησε την πρόβλεψή του για την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ για το τρέχον έτος από 3,1% σε 5,3%.

    Τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό θετικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία, η οποία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, θα μπορούσε να δει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,1% - 3,3% μμέχρι το 2026, εξαιρουμένων πιθανών επιπτώσεων από την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο του σχεδίου. Το σχέδιο αποτελείται από 106 επενδύσεις και 68 μεταρρυθμίσεις που επικεντρώνονται κυρίως στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Η Ελλάδα θα λάβει επιχορηγήσεις ύψους 17,8 δισ. ευρώ, από τα οποία έχουν ήδη εκταμιευθεί 4 δισ. ευρώ.

    Κατά την άποψη της DBRS Morningstar, η αξιοποίηση των κονδυλίων της ΕΕ, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη συνέχιση της εφαρμογής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, πιθανότατα θα βελτιώσει τις προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας.

    Η δημοσιονομική θέση βελτιώνεται, ωστόσο οι κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι

    Η μείωση των εσόδων και τα πακέτα στήριξης για τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης της πανδημίας του κορονοϊού οδήγησαν σε υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα 10% του ΑΕΠ το 2020, έναντι πλεονάσματος το 2019, υπογραμμίζει η DBRS. Μια ισχυρή απόδοση εσόδων υποστηριζόμενη από ένα καλύτερο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα ανάπτυξης το 2021, καθώς και χαμηλότερες δαπάνες, οδήγησαν σε δημοσιονομικό έλλειμμα 7,4% του ΑΕΠ έναντι αρχικών εκτιμήσεων 9,6% το περασμένο έτος.

    Το πρωτογενές έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω, από 5% του ΑΕΠ το 2021 σε 2% φέτος και να μετατραπεί σε πλεόνασμα από το 2023 και εξής. Ως απάντηση στο αυξημένο ενεργειακό κόστος, η κυβέρνηση έχει εισαγάγει μέτρα στήριξης για τον μετριασμό των επιπτώσεων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, τα οποία περιλαμβάνουν επιδοτήσεις για τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Με υπολογισμούς Σεπτεμβρίου του 2022, το συνολικό κόστος των μέτρων εκτιμάται σε περίπου 3,8% του ΑΕΠ, με την άμεση δημοσιονομική επίπτωση στο 1,5% του ΑΕΠ, καθώς αυτή καλύπτεται εν μέρει από έσοδα από το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών Ρύπων (ETS).

    Οι βασικοί κίνδυνοι για τις δημοσιονομικές προοπτικές σχετίζονται με πιθανή ανάγκη για πρόσθετες δαπάνες, οι οποίες ενδεχομένως να προκύψουν από υψηλότερες του αναμενομένου τιμές ενέργειας, που θα υπερβαίνουν τα έσοδα από το ETS και την ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

    Η ισχυρή δημοσιονομική θέση της Ελλάδας πριν την πανδημία υποστηρίζει την άποψη της DBRS Morningstar ότι η Ελλάδα διατηρεί τη δέσμευσή της για δημοσιονομική εξυγίανση και θα συμμορφωθεί πλήρως με τις κατευθυντήριες γραμμές των ευρωπαϊκών θεσμών μόλις αποκατασταθούν οι στόχοι.

    Το δημόσιο χρέος παραμένει το υψηλότερο στη ζώνη του ευρώ, ωστόσο η ευνοϊκή δομή του μετριάζει τους κινδύνους

    Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε στο 193,3% το 2021 από 206,3% το 2020 και προβλέπεται περαιτέρω πτώση του στο 180,2% το 2022, κυρίως λόγω των βελτιωμένων δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και της υψηλής ονομαστικής ανάπτυξης.

    Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας 2022-2025, η κυβέρνηση προβλέπει ότι ο δείκτης του δημόσιου χρέους θα συνεχίσει την πτωτική του τάση κάτω από το 150% του ΑΕΠ, καταγράφοντας πτώση 59,8% από το 2020 και φτάνοντας κάτω και από τα επίπεδα του 2010. Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων μετά την καταγραφή ιστορικών χαμηλών επιπέδων πέρυσι, με την απόδοση του 10ετούς να υποχωρεί στο 0,5%, αυξήθηκαν σε περίπου 4% τον Αύγουστο του 2022.

    Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί παράγοντες μετριασμού του κινδύνου που σχετίζονται με την ευνοϊκή δομή χρέους της Ελλάδας. Ο επίσημος τομέας είχε στην κατοχή του το 75% του δημόσιου χρέους στο τέλος του 2021, με το μεγαλύτερο μέρος του να χρηματοδοτείται με πολύ χαμηλά επιτόκια. Το χρέος έχει πολύ μεγάλη σταθμισμένη μέση διάρκεια 20 με στοιχεία Ιουνίου 2022, με περισσότερο από το 98% του χρέους σε σταθερά επιτόκια, μετριάζοντας τους κινδύνους που προκύπτουν από την αυξημένη αστάθεια της αγοράς. Τον Ιούνιο του 2022 το μέσο πραγματικό επιτόκιο του μεσομακροπρόθεσμου χρέους της Ελλάδας ήταν 1,3%.

    Τον Απρίλιο του 2022, η Ελλάδα εξόφλησε επίσης πλήρως τα δάνειά της από το ΔΝΤ και θα προχωρήσει στην προεξόφληση των δανείων του Ελληνικού Μηχανισμού Δανειακής Διευκόλυνσης (GLF), τα οποία λήγουν το 2023, έως το τέλος του τρέχοντος έτους.

    Παρά το ευνοϊκό προφίλ χρέους, η DBRS Morningstar σημειώνει ότι η βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας βασίζεται πρωτίστως στην ικανότητά της να επιστρέψει σε - και να διατηρήσει - πρωτογενή πλεονάσματα και σταθερούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης, καθώς μακροπρόθεσμα το χρέος του επίσημου τομέα θα αντικατασταθεί με χρέος που θα χρηματοδοτείται από την αγορά, άρα θα είναι επιρρεπές στην αστάθειά της.

    Τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα ύψους περίπου 39 δισεκατομμυρίων ευρώ στα τέλη Ιουνίου 2022 συνεχίζουν να χρησιμεύουν ως απόθεμα ρευστότητας και να ενισχύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά. Αυτά τα αποθεματικά μειώνουν τους κινδύνους αποπληρωμής, οδηγώντας σε θετική ποιοτική αξιολόγηση στο δομικό στοιχείο "Χρέος και Ρευστότητα". Ωστόσο, κατά την άποψη της DBRS Morningstar, η δημοσιονομική πειθαρχία και η βιώσιμη ανάπτυξη θα είναι καθοριστικής σημασίας όσον αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας.

    Οι τράπεζες σημειώνουν πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων - Αβεβαιότητα για νέες εισροές

    Οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν περαιτέρω πρόοδο στη μείωση των επιβλαβών στοιχείων, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να μειώνονται σε 17,7 δισ. ευρώ στο τέλος του α' τριμήνου του 2022 από 47,3 δισ. ευρώ το α' τρίμηνο του 2021. Ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε κατά περίπου 18 ποσοστιαίες μονάδες στο 12,1%. Η μείωση αυτή προήλθε κυρίως από τις πωλήσεις και τιτλοποιήσεις δανείων στο πλαίσιο του προγράμματος προστασίας περιουσιακών στοιχείων "Ηρακλής", το οποίο εφαρμόζουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, δύο από τις οποίες είχαν ήδη πετύχει μονοψήφιο δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων στο τέλος του 2021. Οι συστημικές τράπεζες βρίσκονται επί του παρόντος σε τροχιά επίτευξης των στόχων τους για μονοψήφιο δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων έως το τέλος του 2022.

    Κατά την άποψη της DBRS Morningstar, η εξυγίανση των ισολογισμών θα συνεχιστεί, αν και με βραδύτερο ρυθμό. Παράλληλα, η απόσυρση των μέτρων στήριξης της πανδημίας, καθώς και οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες εισροές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ως αποτέλεσμα της μείωσης του κινδύνου που πραγματοποιήθηκε το 2021, ο δείκτης CET1 σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε στο 12,6% τον Δεκέμβριο του 2021 από 15% τον Δεκέμβριο του 2020.

    Κατά την άποψη του οίκου, με το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας εξυγίανσης να έχει ολοκληρωθεί, οι τράπεζες αναμένεται να είναι σε καλή θέση να βελτιώσουν οργανικά την κεφαλαιακή τους θέση στο μέλλον. Επιπλέον, οι τράπεζες είναι επιφορτισμένες με το να δανείσουν σε ελληνικές επιχειρήσεις το μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεων από τον μηχανισμό RRF στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 12,7 δισ. ευρώ, γεγονός που θα μεταφραστεί σε πρόσθετες ευκαιρίες δανεισμού για τις ίδιες τις τράπεζες. Αυτό θα βοηθήσει τις τράπεζες να αυξήσουν την παροχή πιστώσεων προς τις ελληνικές επιχειρήσεις, στηρίζοντας έτσι την οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη.

    Οι εξαγωγές υπηρεσιών αναμένεται να προσφέρουν στήριξη φέτος

    Το έλλειμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε το 2020, φθάνοντας το 7% του ΑΕΠ, λόγω της σημαντικής επιδείνωσης του ταξιδιωτικού ισοζυγίου. Η μερική ανάκαμψη των διεθνών ταξιδιωτικών ροών και οι ισχυρές επιδόσεις των εξαγωγών αγαθών βελτίωσαν ελαφρώς τη θέση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2021, με το έλλειμα να διαμορφώνεται στο 5,8%. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανέκτησαν μέρος των απωλειών του 2020, περίπου στο 60% των επιπέδων του 2019.

    Παρά τις ισχυρές επιδόσεις των εξαγωγών υπηρεσιών, λόγω της ανάκαμψης των διεθνών τουριστικών ροών, οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας θα οδηγήσουν και σε υψηλότερες εισαγωγές αγαθών, αφήνοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στα ίδια επίπεδα φέτος. Ωστόσο, οι εξαγωγικές επιδόσεις της Ελλάδας έχουν βελτιωθεί σημαντικά από το 2010, με τις ελληνικές εξαγωγές αγαθών να αυξάνονται από 9% του ΑΕΠ σε 21,4% το 2021.

    Ωστόσο, η προστιθέμενη αξία των ελληνικών εξαγωγών αγαθών παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με τους ομολόγους της στην ευρωζώνη. Ο τουριστικός κλάδος φαίνεται να ανακάμπτει έντονα φέτος. Οι διεθνείς τουριστικές αφίξεις για την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου ανήλθαν στο 85% της αντίστοιχης περιόδου του 2019. Τον Αύγουστο, τα στοιχεία από τις εμπορικές πτήσεις της ΕΕ δείχνουν αύξηση 5% στις εμπορικές πτήσεις σε σύγκριση με το 2019.

    Η ροή των μεταφορών από την ΕΕ αναμένεται επίσης να έχει θετικό αντίκτυπο στους εξωτερικούς λογαριασμούς. Οι καθαρές εξωτερικές υποχρεώσεις της Ελλάδας παραμένουν υψηλές, στο 171,5% του ΑΕΠ το α' τρίμηνο του 2022, αντανακλώντας κυρίως το χρέος του δημόσιου τομέα που κατέχει ο επίσημος τομέας. Το ποσοστό αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα λόγω του μακροπρόθεσμου ορίζοντα των δανείων του ξένου επίσημου τομέα προς τον ελληνικό δημόσιο τομέα.

    Ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) παρέχει κίνητρα για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων

    Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει ένα σταθερό πολιτικό περιβάλλον και καλή συνεργασία με τους ομολόγους της και τους θεσμούς της ΕΕ. Σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί στη μείωση της γραφειοκρατίας στον δημόσιο τομέα, στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στην απεμπλοκή αρκετών επενδυτικών σχεδίων.

    Η Ελλάδα έχει επίσης επιταχύνει τις προσπάθειές της για τη βελτίωση των ψηφιακών της επιδόσεων, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Οι κυβερνητικές προτεραιότητες τους επόμενους μήνες επικεντρώνονται στην επιτυχή εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος "Ελλάδα 2.0", με αρκετές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις να βρίσκονται στα σκαριά. 

    Οι γενικές εκλογές θα διεξαχθούν το επόμενο έτος, με πιθανότερο σενάριο δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις λόγω της αλλαγής του εκλογικού νόμου, η οποία θα οδηγήσει σε κατακερματισμένο κοινοβούλιο, στο οποίο θα χρειαζόταν η συνεργασία πολλών κομμάτων για έναν κυβερνητικό συνασπισμό. Κατά την άποψη της DBRS Morningstar αναμένεται να υπάρξει πολιτική συνέχεια, με το RRF να παρέχει κίνητρα για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων.

    Στάθης Κετιτζιάν - Γιώργος Δ. Παυλόπουλος

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ