Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 30-Ιουν-2022 11:26

    Moody’s: Η αύξηση του κόστους δανεισμού και η επιβράδυνση της ανάπτυξης θα συνεχίσει να "χτυπά" τις αγορές

    Στο “κόκκινο” έκλεισαν οι ευρωπαϊκές αγορές παραμονή της ΕΚΤ
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Οι προοπτικές για τις παγκόσμιες πιστωτικές συνθήκες έχουν επιδεινωθεί και θα επιδεινωθούν περαιτέρω στο υπόλοιπο του έτους, εν μέσω πιο αργής παγκόσμιας ανάπτυξης, υψηλότερου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, χαμηλότερου καταναλωτικού και επιχειρηματικού κλίματος και αυξημένης μεταβλητότητας και κινδύνων στις αγορές, όπως προειδοποιεί η Moody’s. Ειδικότερα, η παρατεταμένη στρατιωτική σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας δημιουργεί ευρύτερους κινδύνους που θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στο παγκόσμιο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον καθώς και στις αγορές.

    Καθώς οι κεντρικές τράπεζες σε πολλές χώρες αρχίζουν να αυξάνουν τα επιτόκια ως απάντηση στον υψηλό πληθωρισμό, οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονται εν μέσω μιας συγχρονισμένης σύσφιξης σε όλες τις ηπείρους. Από τον Μάιο, οι χρηματοοικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την ευρωζώνη και τις αναδυόμενες αγορές έχουν επιδεινωθεί και βρίσκονται πολύ κάτω από τους ιστορικούς μέσους όρους και σύμφωνα με τον οίκο θα συνεχίσουν να επιδεινώνονται καθώς τα επιτόκια αυξάνονται.

    Τον Μάιο, η Moody’s υποβάθμισε τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη στο G-20 στο 3,1% για φέτος και στο 2,9% για το επόμενο έτος, σε σύγκριση με τις προβλέψεις του Μαρτίου για ανάπτυξη 3,6% και 3,0%, αντίστοιχα, και του περασμένου Νοεμβρίου για 4,4% και 3,2%. Καθώς ο πληθωρισμός παραμένει επίμονα υψηλός, οι κεντρικές τράπεζες τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναδυόμενες χώρες θα συνεχίσουν να αυξάνουν τα επιτόκια για να αποτρέψουν περαιτέρω ενίσχυση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό. Μια εξαίρεση είναι η Κίνα όπου η νομισματική πολιτική είναι πιο διευκολυντική καθώς η στρατηγική περιορισμού του "μηδενικού COVID" μειώνει την οικονομική δραστηριότητα και ο τομέας των ακινήτων παραμένει σε σοβαρή ύφεση.

    Όπως προειδοποιεί η Moody’s οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη είναι ασυνήθιστα υψηλοί, ενώ υπάρχουν πολλές εξελίξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω επιβράδυνση των μακροοικονομικών προοπτικών. Ορισμένες κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να αναγκαστούν να αυστηροποιήσουν περαιτέρω τη νομισματική πολιτική, ώστε να δημιουργήσουν μια ύφεση, εάν τα διαρκή σοκ της προσφοράς εμποδίσουν τον πληθωρισμό να υποχωρήσει.

    Οι κεντρικές τράπεζες που είναι χλιαρές στην απάντησή τους στις πληθωριστικές πιέσεις θα μπορούσαν οδηγήσουν σε ενίσχυση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό, κάτι που θα οδηγήσει σε οικονομική στασιμότητα. Άλλοι κίνδυνοι περιλαμβάνουν την πιθανότητα αύξησης των τιμών των εμπορευμάτων, μακροχρόνιες διακοπές της εφοδιαστικής αλυσίδας, μεγαλύτερη από την αναμενόμενη επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας και νέα, πιο επικίνδυνα στελέχη του COVID-19 που οδηγούν σε ανανεωμένη κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την υγεία και περιορισμούς στην κινητικότητα και δραστηριότητα.

    Αυτή η ασυνήθιστα υψηλή αβεβαιότητα θα μεταφραστεί σε ασταθείς τιμές ενέργειας και σε έντονη μεταβλητότητα στις χρηματιστηριακές αγορές τους επόμενους έξι έως οκτώ μήνες.

    Παράλληλα, όπως επισημαίνει η Moody’s, η σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας θα συνεχίσει να θολώνει τις οικονομικές προοπτικές. Οι αγορές ενέργειας, ιδίως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, έχουν ήδη πληγεί έντονα από τις ευρείες κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο. Οι πρόσθετοι περιορισμοί της ΕΕ στην ασφάλεια και τη χρηματοδότηση της μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου θα διατηρήσουν τις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα και με τη σειρά τους θα επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα. Τα πιστωτικά προφίλ των περισσότερων κρατών της ΕΕ θα ήταν ανθεκτικά σε μια ύφεση που πυροδοτήθηκε από μια προσωρινή περικοπή του ρωσικού ενεργειακού εφοδιασμού. Αλλά μια απότομη και μόνιμη μείωση των προμηθειών φυσικού αερίου θα κινδύνευε να βλάψει την οικονομική ισχύ των κρατών που εξαρτώνται περισσότερο από το ρωσικό φυσικό αέριο και να έχει έμμεση επίδραση στη δημοσιονομική τους δύναμη. 

    Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι εταιρείες με χαμηλή αξιολόγηση, ασθενή ρευστότητα και υψηλές ανάγκες αναχρηματοδότησης και οι εταιρείες που σχετίζονται με τους καταναλωτές με υψηλή εξάρτηση από τα εμπορεύματα είναι οι πιο εκτεθειμένες στις επιπτώσεις από την κρίση Ρωσίας-Ουκρανίας, ενώ ορισμένοι κλάδοι, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας και του πετρελαίου και το φυσικού αερίου, θα επωφεληθούν. Συνολικά, οι εταιρείες στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική είναι οι πιο ευάλωτες στην επιδείνωση της σύγκρουσης, επισημαίνει ο οίκος.

    Σε κλαδικό επίπεδο, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και η περιορισμένη διαθεσιμότητα βασικών εμπορευμάτων θα επηρεάσουν περισσότερο τα αυτοκίνητα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και τις εταιρείες μεταφορών. Στην Ευρώπη, οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων και οι εταιρείες έντασης ενέργειας στον κλάδο της μεταποίησης, των χημικών, του χάλυβα και του τσιμέντου με σημαντική έκθεση στις χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από το ρωσικό αέριο, θα αντιμετωπίσουν ακόμη υψηλότερες επενδύσεις και κόστος για να μειώσουν την εξάρτησή τους από αυτές τις εισαγωγές και να προσαρμοστούν στην πράσινη μετάβαση.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ