Ξεκίνησε η αύξηση επιτοκίων στα δάνεια
Κυριακή, 08-Μαϊ-2022 08:07
Του Λεωνίδα Στεργίου
Η άνοδος των διατραπεζικών επιτοκίων και των αποδόσεων στα ομόλογα ξεκινά να μετακυλίεται στα επιτόκια των δανείων. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις που ξεκινούν από 20 μονάδες βάσεις και φτάνουν τις 55 μονάδες βάσεις εντοπίζονται κυρίως στα επιχειρηματικά δάνεια και μάλιστα στα μεγάλα ποσά και στα μακροχρόνιας διάρκειας. Αντίθετα, στη λιανική τραπεζική, περιλαμβανομένων των μικρών επιχειρηματικών δανείων, παρατηρείται συγκράτηση και σε ορισμένες κατηγορίες οριακή μείωση.
Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, οι μεταβολές αυτές αποτελούν τις πρώτες ενδείξεις για περαιτέρω άνοδο των επιτοκίων στα δάνεια, με κυμαινόμενο και με σταθερό επιτόκιο, καθώς σε αυτή τη φάση παρεμβαίνει σειρά τεχνικών ζητημάτων και λόγοι ανταγωνισμού. Για παράδειγμα, η άνοδος του διατραπεζικού euribor 3 μηνών που αποτελεί το επιτόκιο αναφοράς για την πλειονότητα των δανείων στην ελληνική αγορά παραμένει αρνητικό, παρά τις αυξητικές τάσεις το τελευταίο διάστημα (από -0,57% στις αρχές του έτους έχει ανέλθει στο -0,41%).
Την ίδια στιγμή, οι καμπύλες αποδόσεων στα ομόλογα έχουν αυξηθεί από τις αρχές του έτους κατά περίπου 1,5 μονάδα που επηρεάζουν το κόστος των swap με το οποίο κλειδώνουν οι τράπεζες τα σταθερά επιτόκια για μεγάλες διάρκειες. Έτσι, χωρίς ακόμα να έχει προχωρήσει η ΕΚΤ σε αύξηση των επιτοκίων της, το κόστος χρήματος και ο κίνδυνος (επίσης κόστος) αυξάνεται.
Το πώς περνά το κόστος των τραπεζών στους δανειολήπτες εξηγεί τη μεγάλη διαφοροποίηση στα τελικά επιτόκια από κατηγορία σε κατηγορία. Από τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την τελική τιμολόγηση είναι οι εξής:
-Κυμαινόμενα χωρίς να υπολογίζεται το αρνητικό euribor. Σχεδόν όλα τα επιχειρηματικά δάνεια και η πλειονότητα των στεγαστικών δανείων, δηλαδή περίπου το 90% των υπολοίπων, είναι κυμαινόμενου επιτοκίου που συνδέονται με το euribor (συνήθως 3 μηνών και λιγότερα 1 μήνα) συν περιθώριο (ανάλογα με την πιστοληπτική αξιολόγηση). Σε πολλές δανειακές συμβάσεις δεν λαμβάνεται υπόψη το επιτόκιο αναφοράς (euribor) όταν αυτό είναι αρνητικό. Δηλαδή θεωρείται μηδενικό και το τελικό επιτόκιο προκύπτει από το περιθώριο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μέχρι να φτάσει το euribor από το αρνητικό επίπεδο στο μηδέν, τα δάνεια αυτά δεν επηρεάζονται. Το αντίστοιχο ισχύει στα στεγαστικά, όπου το αρνητικό euribor και ειδικά του μήνα (πιο αρνητικό) τιμολογείται σε ακόμα μικρότερο αριθμό δανείων. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι σε πολλά δάνεια δεν υπολογίζεται το αρνητικό euribor δίνει τη δυνατότητα για βραχυπρόθεσμα δάνεια να επωφεληθούν μέχρι το επιτόκιο αναφοράς να φτάσει σε θετικά επίπεδα. Σημειώνεται ότι το euribor παραμένει αρνητικό (στις μικρές διάρκειες) λόγω της μεγάλης ρευστότητας από τα προγράμματα της ΕΚΤ (8 τρισ. ευρώ) κατά την πανδημία. Έτσι, το euribor σταμάτησε να ακολουθεί το βασικό επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ (που είναι μηδέν) και ακολουθεί το παρεμβατικό που βρίσκεται σήμερα στο -0,5%. Η εν δυνάμει πελατεία των κυμαινόμενων προς τα σταθερού επιτοκίου είναι ένας λόγος που συγκρατεί μέχρι στιγμής την άνοδο των σταθερών επιτοκίων κυρίως στεγαστικά.
-Ζήτηση και εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις στα επιχειρηματικά δάνεια παρατηρούνται σε μεγάλα ποσά (άνω του 1 εκατ. ευρώ), τακτής και μακροπρόθεσμης διάρκειας. Σε αυτές τις κατηγορίες υπήρξε η μεγαλύτερη ζήτηση και πραγματοποιήθηκαν οι μεγαλύτερες εκταμιεύσεις (1 δισ. από τα 1,1 δισ. στα τακτής λήξης και 0,8 δισ. από τα 0,9 δισ. στα μακροπρόθεσμης διάρκειας). Τα δάνεια αυτά αποτελούν κυρίως συμφωνίες μερικών μηνών πριν. Στην τιμολόγηση περιλαμβάνεται ο κίνδυνος του δανειολήπτη, ο κίνδυνος της αγοράς (πόλεμος, αύξηση επιτοκίων, κλπ) και το γεγονός ότι τα τέλη του 2021 ξεκίνησε η επιδείνωση των συνθηκών για άντληση κεφαλαίων με ομόλογα και μετοχές από τις αγορές. Οι συνθήκες αυτές επιδεινώθηκαν στο πρώτο τρίμηνο. Έτσι, η εναλλακτική της άντλησης φθηνών κεφαλαίων από τις αγορές που υπήρχε το προηγούμενο διάστημα περιορίστηκε. Αυτό αύξησε τη ζήτηση για τραπεζικό δανεισμό.
-Ανταγωνισμός. Στη στεγαστική και καταναλωτική πίστη, όπου υπήρξε, επίσης, εκτίναξη της ζήτησης και των εκταμιεύσεων τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο δεν εμφανίστηκε η ίδια συμπεριφορά στα επιτόκια. Όμως, πρόκειται για διαφορετική πελατεία και διαφορετική κατηγορία δανείων, σε σχέση με τα επιχειρηματικά. Κατ’ αρχήν, η λιανική τραπεζική προσφέρει τα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους και τα τελικά επιτόκια είναι υψηλότερα από την επιχειρηματική. Ειδικά στην καταναλωτική πίστη, όπου η ζήτηση σχεδόν διπλασιάστηκε το τελευταίο δίμηνο σε σχέση με τον Ιανουάριο, οι τράπεζες δεν είχαν λόγο να ανακόψουν τις εκταμιεύσεις με επιτόκια που σε αρκετές κατηγορίες έχουν διψήφια ποσοστά ή όπου το μέσο επιτόκιο διαμορφώνεται στο 14,69% για τα δάνεια χωρίς λήξη και στο 11,25% για τα τακτής διάρκειας. Σημειώνεται ότι τον Ιανουάριο πραγματοποιήθηκαν εκταμιεύσεις καταναλωτικών δανείων 65 εκατ. ευρώ, τον Φεβρουάριο 105 εκατ. και τον Μάρτιο 93 εκατ. ευρώ.
-Στροφή στα σταθερού επιτοκίου και στρατηγική. Η έντονη ζήτηση για στεγαστικά δάνεια τα τελευταία 2 έτη έχει συνοδευτεί με δημιουργία προγραμμάτων σταθερού επιτοκίου ακόμα και για όλη τη διάρκεια. Καθώς οι αυξητικές τάσεις των επιτοκίων γίνονται πιο εμφανείς, η προτίμηση προς τα στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου αυξάνεται. Ήδη, στις νέες εκταμιεύσεις, τα σταθερού επιτοκίου ξεπερνούν το 55%, όταν παλαιότερα ήταν στο 20%. Σε μία, όμως, περίοδο κατά την οποία υπάρχει ζήτηση για στεγαστικά δάνεια, με μέση μηνιαία εκταμίευση 100 εκατ. ευρώ στο α’ τρίμηνο και όσο τα κυμαινόμενα είναι χαμηλά (λόγω αρνητικού euribor), τα επιτόκια των σταθερών θα πρέπει να παραμένουν μια ελκυστική εναλλακτική. Δηλαδή να μην έχουν μεγάλη διαφορά από το τρέχον κυμαινόμενο. Έτσι, στα κυμαινόμενα παρατηρήθηκε το Μάρτιο μία μικρή αύξηση των επιτοκίων κατά 0,02 της μονάδας και μια μείωση στα σταθερού επιτοκίου κατά 0,10 της μονάδας. Ωστόσο, τραπεζικές πηγές αναφέρουν ότι τα σταθερού επιτοκίου στεγαστικά δάνεια δεν μπορούν να κρατηθούν για αρκετό ακόμα καιρό στα σημερινά επίπεδα (2,9% για 10 χρόνια) όταν τα κυμαινόμενα βρίσκονται στο 2,44%. Επιπλέον, το κόστος για το κλείδωμα των σταθερών επιτοκίων έχει αυξηθεί περισσότερο από ότι έχει αυξηθεί το euribor. Αντίστοιχη στροφή και δημιουργία προγραμμάτων σταθερού επιτοκίου έχουν δημιουργηθεί για για μικρές επιχειρήσεις.
Κατηγορίες δανείων με τις μεγαλύτερες αυξήσεις επιτοκίων
2022, %
|
|
Ιανουάριος |
Φεβρουάριος |
Μάρτιος |
|
Μακροπρόθεσμα επιχειρηματικά δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ (κυμαινόμενα) |
2,74% |
2,45% |
3,00% |
|
Επιχειρηματικά δάνεια τακτής λήξης άνω του 1 εκατ. ευρώ (κυμαινόμενα) |
2,79% |
2,45% |
2,99% |
|
Μακροπρόθεσμα επιχειρηματικά δάνεια έως 250.000 ευρώ (κυμαινόμενα) |
4,34 |
4,50 |
4,57 |
|
Στεγαστικά δάνεια (κυμαινόμενα) |
2,36 |
2,37 |
2,40 |
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος