Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 23-Σεπ-2021 12:36

    ΕΛΣΤΑΤ: Στο 19,4% αυξήθηκε το ποσοστό υλικής στέρησης το 2020 για τα παιδιά έως 17 ετών

    ΕΛΣΤΑΤ: Στο 19,4% αυξήθηκε το ποσοστό υλικής στέρησης το 2020 για τα παιδιά έως 17 ετών
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Σημαντική αύξηση του ποσοστού της υλικής στέρησης για τα παιδιά καταγράφηκε το 2020 σε σχέση με το 2019. Συγκεκριμένη η υλική στέρηση των παιδιών ηλικίας έως και 17 ετών ανέρχεται σε 19,4% το 2020 ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2019 ανήλθε στο 11,9%. 

    Αναλυτικά τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ για την υλική στέρηση και τις συνθήκες διαβίωσης

    Α. Υλική στέρηση  

    Από τη μελέτη των δεικτών για τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας προκύπτει ότι η στέρηση  βασικών αγαθών και υπηρεσιών (δυσκολία ανταπόκρισης στην πληρωμή έκτακτων οικονομικών αναγκών,  αδυναμία κάλυψης εξόδων για διακοπές μίας εβδομάδας το χρόνο, αδυναμία διατροφής που να  περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας ή ψάρι, αδυναμία πληρωμής για ικανοποιητική  θέρμανση της κατοικίας, έλλειψη βασικών αγαθών, όπως πλυντήριο ρούχων, έγχρωμη τηλεόραση, τηλέφωνο,  αυτοκίνητο, αδυναμία αποπληρωμής δανείων ή αγορών με δόσεις, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων  λογαριασμών), δεν αφορά μόνο το φτωχό πληθυσμό, αλλά και μέρος του μη φτωχού πληθυσμού. 

    Η αύξηση του ποσοστού της υλικής στέρησης το 2020 σε σχέση με το 2019 είναι μεγαλύτερη στην  περίπτωση των παιδιών ηλικίας έως και 17 ετών (1,8 ποσοστιαίες μονάδες) συγκριτικά με τις υπόλοιπες  ομάδες ηλικιών. Η υλική στέρηση των παιδιών ηλικίας έως και 17 ετών ανέρχεται σε 19,4% για το 2020.

    Tο αντίστοιχο ποσοστό το 2009 ήταν 11,9%.  

    ▪ Στις ηλικίες 18 έως 64 ετών το ποσοστό των ατόμων που στερούνται βασικών αγαθών και υπηρεσιών το  2020 ανέρχεται σε 17,6%, αυξημένο κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019. Το αντίστοιχο  ποσοστό το 2009 ανήλθε σε 10,3%.  

    ▪ Για τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, το ποσοστό υλικής στέρησης το 2020 σημείωσε μείωση κατά 1,4  ποσοστιαίες μονάδες το 2020 σε σχέση με το 2019 και ανήλθε σε 11,6%. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2009  ήταν 12,1% .  

    ▪ Στον Πίνακα 19 παρουσιάζεται ο δείκτης υλικής στέρησης της περιόδου 2008-2020 για όσες ευρωπαϊκές  χώρες ήταν διαθέσιμα τα αντίστοιχα αποτελέσματα της έρευνας τη δεδομένη χρονική στιγμή.  

    Β. Υλική στέρηση αναφορικά με τις βασικές ανάγκες και τις συνθήκες στέγασης 


    ▪ Τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ελλείψεις βασικών ανέσεων (βλ. "Επεξηγηματικές Σημειώσεις") στην  κύρια κατοικία κατατάσσονται, κατά καθεστώς ιδιοκτησίας, ως εξής:  

    - το 6,2% των νοικοκυριών διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις,  

    - το 4,9% των νοικοκυριών διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις,  

    - το 8,6% των νοικοκυριών διαμένει σε ενοικιασμένη κατοικία,  

    - το 8,1% των νοικοκυριών διαμένει σε δωρεάν παραχωρημένη κατοικία.  

    ▪ Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 29,0% για το  σύνολο του πληθυσμού, σε 25,8% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 43,9% για τον φτωχό πληθυσμό .  

    ▪ Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου το 2020 είναι μεγαλύτερο στην  περίπτωση της ηλικιακής ομάδας έως και 17 ετών και ανέρχεται σε 43,2% για το σύνολο του πληθυσμού,  σε 38,4% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 61,2% για τον φτωχό πληθυσμό.

    ▪ Το 45,8% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη  ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη  φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται σε 5,3%.  

    ▪ Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση  το χειμώνα ανέρχεται σε 17,1%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 39,1% και  για τα μη φτωχά νοικοκυριά 12,4%.  

    ▪ Το 96,7% των φτωχών νοικοκυριών και το 40,8% των μη φτωχών δηλώνει οικονομική δυσκολία να  καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους, περίπου, 395 ευρώ2.  

    ▪ Περιβαλλοντικά προβλήματα από παρακείμενη βιομηχανία ή προβλήματα από την κυκλοφορία  αυτοκινήτων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει το 20,2% των νοικοκυριών, ενώ ποσοστό 18,1% των  νοικοκυριών αναφέρει ως πρόβλημα τους βανδαλισμούς και την εγκληματικότητα στην περιοχή του.  

    ▪ Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 33,3%,  ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 83,4% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 22,5% .  

    ▪ Το 43,7% των νοικοκυριών που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών,  δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων.

    ▪ Το 50,1% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών4,  όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου, κ.λπ..  

    ▪ Το 71,6% των φτωχών νοικοκυριών αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων  αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.  

    ▪ Το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της  Χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 2.000 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.915 ευρώ,  ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 2.018 ευρώ. 

    ▪ Το 19,7% των φτωχών νοικοκυριών, το 6,5% των μη φτωχών νοικοκυριών και το 8,8% του συνόλου των  νοικοκυριών δεν διαθέτουν ένα τουλάχιστον ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 9,0% των φτωχών  νοικοκυριών, το 1,8% των μη φτωχών και το 3,0% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν  προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τον χρειάζονται, λόγω οικονομικής αδυναμίας.

     
    Γ. Οικονομική δυνατότητα σχετικά με τις κοινωνικές δραστηριότητες πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω  

    Ως προς την υλική στέρηση που σχετίζεται με την οικονομική δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών  σχετικών με κοινωνικές δραστηριότητες - για άτομα ηλικίας 16 ετών και άνω - προέκυψαν τα ακόλουθα  ευρήματα:  

    ▪ Tο 13,1% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συναντιέται (στο σπίτι ή κάπου  αλλού) με φίλους ή συγγενείς για ένα γεύμα ή ένα ποτό τουλάχιστον μια φορά το μήνα. Τα αντίστοιχα  ποσοστά για το φτωχό και το μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 31,4% και 9,4%.  

    ▪ Tο 26,9% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε  δραστηριότητες αναψυχής, όπως αθλητισμό, σινεμά κ.λπ. Τα αντίστοιχα ποσοστά για το φτωχό και το  μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 49,0% και 22,4% .  

    ▪ Tο 37,2% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ξοδεύει χρήματα για τον εαυτό του  ή για κάποιο χόμπι χωρίς να συμβουλευτεί κάποιο άλλο μέλος του νοικοκυριού. Το ποσοστό εκτιμάται  στο 65,4% για το φτωχό πληθυσμό και στο 31,3% για το μη φτωχό πληθυσμό .  

    ▪ Tο 4,0% του πληθυσμού δεν διαθέτει σύνδεση στο διαδίκτυο για οικιακή χρήση λόγω έλλειψης  οικονομικής δυνατότητας. Τα αντίστοιχα ποσοστά για το φτωχό και το μη φτωχό πληθυσμό  ανέρχονται σε 12,3% και 2,3%. 

    Δ. Υγεία πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω  

    ▪ Το 6,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε ότι έχει πολύ κακή ή κακή υγεία, το 14,7%  μέτρια, ενώ το 78,6% πολύ καλή ή καλή υγεία.  
    ▪ Το 23,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω έχει χρόνιο πρόβλημα υγείας.

    ▪ Το 9,8% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο είχε περιορίσει,  λόγω δικού του προβλήματος υγείας, κάποιες, συνήθεις για τον γενικό πληθυσμό δραστηριότητες ή είχε  δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ, ενώ το 13,6% είχε, αλλά όχι πάρα πολύ.

     ▪ To 25,6% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά την διάρκεια των  τελευταίων 12 μηνών, που πραγματικά χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία για πρόβλημα υγείας  και δεν υποβλήθηκε σε αυτήν. Τα ποσοστά για το φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 51,2%  και 20,9%, αντίστοιχα.  

    ▪ Το 36,9% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά τη διάρκεια των  τελευταίων 12 μηνών, που δεν υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση ή θεραπεία όταν πραγματικά την  χρειάστηκε λόγω της πανδημίας του COVID-19. Τα αντίστοιχα ποσοστά για το φτωχό και μη φτωχό  πληθυσμό ανέρχονται σε 10,0% και 51,2%.  

    ▪ To 30,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά την διάρκεια των  τελευταίων 12 μηνών, που πραγματικά χρειάστηκε οδοντιατρική εξέταση ή θεραπεία για πρόβλημα  υγείας και δεν υποβλήθηκε σε αυτήν. Τα αντίστοιχα ποσοστά για το φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό  ανέρχονται σε 56,1% και 26,3%. Το 22,4% του αντίστοιχου πληθυσμού δεν υποβλήθηκε στην εξέταση  λόγω COVID-19.  

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ