Tα βασικά συμπεράσματα των τριών μελετών για το νέο Επικουρικό
Τετάρτη, 30-Ιουν-2021 15:01
του Δημήτρη Κατσαγάνη
Τρεις μελέτες συνοδεύουν το νομοσχέδιο για την επικουρική ασφάλιση το οποίο έφερε σήμερα σε δημόσια διαβούλευση το Υπ. Εργασίας.
Η πρώτη μελέτη ανήκει στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή (Αναλογιστική Μελέτη Μετάβασης της ασφάλισης για Επικουρική Σύνταξη από σύστημα καθορισμένων εισφορών Νοητής Κεφαλαιοποίησης NDC σε Κεφαλαιοποιητικό Σύστημα), η δεύτερη στον ΟΔΔΗΧ (Ανάλυση βιωσιμότητας χρέους - Εναλλακτικά Σενάρια Μεταρρύθμισης του Ασφαλιστικού Συστήματος) και η τρίτη στον ΙΟΒΕ (Μακροοικονομική επίδραση σεναρίων συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης).
Αναλυτικά, τα βασικά συμπεράσματα καθεμίας μελέτης έχουν ως εξής:
Εθνική Αναλογιστική Αρχή: Στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικές αποδόσεις
Σύμφωνα με την Εθνική Αναλογιστική Αρχή, ''στο σύστημα NDC (σ.σ. νοητής κεφαλαιοποίησης), καθώς μειώνονται διαρκώς οι ετήσιες εισφορές που του αναλογούν, εφόσον πρέπει να προστατευθούν οι παροχές του συστήματος αυτού, δημιουργείται ταμειακό έλλειμμα και τίθεται θέμα χρηματοδότησης για την κάλυψη των παροχών των ασφαλισμένων και συνταξιούχων που παραμένουν στο σύστημα αυτό.
Για να προστατευθούν οι συντάξεις της κλειστής ομάδας των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων που θα παραμείνουν στο NDC (σ.σ. νοητή κεφαλαιοποίηση),και να διατηρηθούν στα επίπεδα των συντάξεων του ισχύοντος συστήματος, πρέπει να ληφθεί μέριμνα, ώστε οι παράμετροι της νοητής απόδοσης καθώς και της αναπροσαρμογής των συντάξεων να λαμβάνουν ως τιμές, αυτές του ανοιχτού NDC συστήματος.
Στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικές αποδόσεις, με γνώμονα όμως πάντα τη σύνεση όσον αφορά τη διενέργεια των επενδύσεων, καθώς πρόκειται περί συνταξιοδοτικών παροχών και οι ασφαλισμένοι είναι εκτεθειμένοι στον πιστωτικό κίνδυνο και στον κίνδυνο της αγοράς.
Όπως έχει προαναφερθεί, υπάρχει οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια του κεφαλαιοποιητικού συστήματος.
Στα κεφαλαιοποιητικά συστήματα οι εισφορές των ασφαλισμένων χρηματοδοτούν τις μελλοντικές παροχές τους.
Για το λόγο αυτό οι καταβαλλόμενες εισφορές των ασφαλισμένων (από την 1.1.2022 και μετά) κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, τηρούνται σε ατομικούς λογαριασμούς και μαζί με τις ετήσιες αποδόσεις αποτελούν το κεφάλαιο το οποίο κατά τη συνταξιοδότηση είναι η βάση υπολογισμού της σύνταξης τους.
Στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, καθώς αυτό αρχίζει να ωριμάζει προς το τέλος της προβολής όσον αφορά την εμφάνιση νέων συνταξιούχων με βάση τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες παραμένουν χαμηλές για μεγάλο μέρος της περιόδου προβολής, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται σταδιακά σημαντικά περιουσιακά στοιχεία τα οποία και αποδίδουν έσοδα επενδύσεων''
ΙΟΒΕ:Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν φαίνεται να επιδεινώνει την επάρκεια των συντάξεων σε σύγκριση με το σενάριο "χωρίς μεταρρύθμιση"
Σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ, ''η μελέτη εκτιμάει την επίδραση της πρότασης μεταρρύθμισης σε μακροοικονομικές μεταβλητές όπως το ΑΕΠ και η απασχόληση, αλλά και σε δημοσιονομικά μεγέθη όπως το ισοζύγιο, τόσο βραχυχρόνια όσο και μακροχρόνια.
Το βασικό κανάλι που εξετάζεται είναι η επίδραση από τη σώρευση αποθεματικών στο πλαίσιο της νέας κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης που προκύπτει από την ιδιωτική αποταμίευση, δίνοντας ώθηση σε νέες επενδύσεις.
Μέρος αυτών των νέων επενδύσεων είναι εγχώριες επενδύσεις που αφ’ ενός τονώνουν την εγχώρια ζήτηση και απασχόληση, αλλά κυρίως ενισχύουν την παραγωγικότητα.
Συνεπώς, οι νέες επενδύσεις μέσω των έμμεσων αυτών οδών, επηρεάζουν την πορεία της οικονομίας, με τα αποτελέσματα αυτών των επιδράσεων να γίνονται ιδιαίτερα εμφανή σε βάθος χρόνου.
Οι εκτιμήσεις εξετάζουν την επίδραση σε σενάρια μεταρρύθμισης με διαφορετικά υποθετικά ποσοστά εφαρμογής της νέας επικουρικής στον πληθυσμό για τον οποίο θα είναι προαιρετική, σε διαφορετικά ποσοστά του συνόλου των επενδύσεων που κατευθύνονται εγχωρίως, καθώς και σε διαφορετικά ποσοστά μακροχρόνιας απόδοσης των επενδύσεων.
Η υλοποίηση της μεταρρύθμισης εκτιμάται πως οδηγεί σε σημαντική αύξηση του ΑΕΠ της χώρας, σε σύγκριση με το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας αν δεν είχε υλοποιηθεί η μεταρρύθμιση, δηλαδή σε σύγκριση με το επίπεδο του ΑΕΠ στο ισχύον σύστημα.
Η εν λόγω αύξηση στο σενάριο βάσης εκτιμάται κατά 0,32% το 2032, 1,18% το 2042 και 6,55% το 2070. Υπό το αισιόδοξο σενάριο (ΗΗΟ) , το ΑΕΠ της χώρας ενισχύεται λόγω της μεταρρύθμισης κατά 0,48% το 2032, 1,73% το 2042 και 6,97% το 2070, σε σύγκριση με το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας αν δεν υλοποιηθεί η μεταρρύθμιση (υπό το συντηρητικό σενάριο LLL, η ενίσχυση του ΑΕΠ είναι αντίστοιχα 0,14% το 2032, 0,67% το 2042 και 4,54% το 2070).
Από την ανάλυση ευαισθησίας αναδεικνύεται ότι οι επιδράσεις της μεταρρύθμισης στο ΑΕΠ της χώρας επηρεάζονται σημαντικά από τις εναλλακτικές υποθέσεις για ύψος της απόδοσης των επενδύσεων του Ταμείου και για το μέρος των πόρων του Ταμείου που τοποθετείται εγχωρίως σε παραγωγικές επενδύσεις, αλλά δεν επηρεάζεται εξίσου σημαντικά από τις εναλλακτικές υποθέσεις για την εθελοντική συμμετοχή στο νέο σύστημα επικουρικής ασφάλισης.
Η υλοποίηση της μεταρρύθμισης οδηγεί σε μικρότερης έκτασης αλλά εξίσου σημαντική ενίσχυση της απασχόλησης στη χώρα, σε σύγκριση με το επίπεδο απασχόλησης στη χώρα αν δεν είχε υλοποιηθεί η μεταρρύθμιση.
Στο σενάριο βάσης, η απασχόληση ενισχύεται κατά 0,08% το 2032, 0,18% το 2042 και 0,39% το 2070 λόγω της μεταρρύθμισης, σε σύγκριση με το επίπεδο απασχόλησης αν διατηρείτο το ισχύον σύστημα.
Υπό το αισιόδοξο σενάριο (HHO), η ενίσχυση της απασχόλησης φτάνει το 0,12% το 2032, το 0,25% το 2042 και το 0,53% το 2070, σε σύγκριση με τη διατήρηση του ισχύοντος συστήματος (υπό το συντηρητικό σενάριο LLL, η ενίσχυση της απασχόλησης είναι αντίστοιχα 0,05% το 2032, 0,12% το 2042 και 0,28% το 2070).
Σε σχέση με τις δημοσιονομικές επιδράσεις, αυτές διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες.
Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης ενέχει άμεσο δημοσιονομικό κόστος σε ταμειακή βάση, αφού προκαλεί χρηματοδοτικό κενό, καθότι οι εισφορές των ασφαλισμένων με το νέο σύστημα πλέον κατευθύνονται σε επενδύσεις μέσω του ταμείου της νέας επικουρικής.
Ταυτόχρονα ωστόσο, μία από τις ευεργετικές συνέπειες της ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα, η οποία προκαλείται από την υλοποίηση της μεταρρύθμισης, είναι και η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου μεσο-μακροπρόθεσμα.
Ο ενισχυμένος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου με τους πόρους του νέου ταμείου οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων, η οποία προδιαγράφει υψηλότερους μισθούς για τους εργαζόμενους συνολικά και εμμέσως υψηλότερες συντάξεις για τους δικαιούχους του παλαιού. Παράλληλα, η τόνωση της εγχώριας ζήτησης αυξάνει τα δημόσια έσοδα από φορολογία και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.
Είναι σημαντικό ότι η εν λόγω ενίσχυση των εσόδων του Δημοσίου εκτιμάται ότι αντισταθμίζει πλήρως, σε πραγματικούς όρους, το ετήσιο δημοσιονομικό κενό που δημιουργεί η μεταρρύθμιση, με τη μείωση των εσόδων του Δημοσίου από ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες πλέον κατευθύνονται στο Νέο Ταμείο, ήδη από το 2032 στο σενάριο βάσης.
Υπό το αισιόδοξο σενάριο (HHO), η εν λόγω πλήρης αντιστάθμιση του ετήσιου δημοσιονομικού κενού επέρχεται ακόμη νωρίτερα, το έτος 2031 (υπό το συντηρητικό σενάριο LLL, η αντιστάθμιση του ετήσιου δημοσιονομικού κενού επέρχεται αργότερα, το έτος 2038).
Τα αυξημένα δημόσια έσοδα, λόγω της ανάπτυξης που προκαλεί η υλοποίηση της μεταρρύθμισης, καλύπτουν πλήρως τις σωρευτικές δημοσιονομικές απώλειες σε πραγματικούς όρους το 2040, υπό το σενάριο βάσης.
Υπό το αισιόδοξο σενάριο (HHO) αυτή η σωρευτική δημοσιονομική εξισορρόπηση επέρχεται δύο έτη νωρίτερα, το 2038 (υπό το συντηρητικό σενάριο LLL, αυτή η σωρευτική δημοσιονομική εξισορρόπηση επέρχεται το 2045).
Επιπλέον, συγκρίνοντας το εκτιμώμενο μέσο επίπεδο των νέων επικουρικών συντάξεων με εκείνο των υφιστάμενων επικουρικών συντάξεων, προκύπτει αναμενόμενη αύξηση του μέσου εισοδήματος του συνταξιούχου σε κάθε ένα από τα εξεταζόμενα σενάρια.
Αυτό συνεπάγεται ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν φαίνεται να επιδεινώνει την επάρκεια των συντάξεων σε σύγκριση με το σενάριο "χωρίς μεταρρύθμιση".
Πέραν των σημαντικών μακροοικονομικών επιδράσεων, η μεταρρύθμιση αναμένεται να έχει κρίσιμη θετική επίδραση και σε μικροοικονομικό επίπεδο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα κίνητρα των νοικοκυριών να συμμετέχουν στην επίσημη αγορά εργασίας (ΙΟΒΕ, 2019a).
Η απτή σύνδεση των εισφορών με το σωρευμένο κεφάλαιο στον προσωπικό λογαριασμό επικουρικής σύνταξης μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τα κίνητρα των εργαζομένων να επεκτείνουν τη διάρκεια του επίσημου εργασιακού τους βίου καθώς επίσης μπορεί να τονώσει την εμπιστοσύνη των εργαζομένων έναντι του ασφαλιστικού συστήματος.
Ο ασφαλισμένος θα μπορεί να παρακολουθεί τη συσσώρευση ενός αποταμιευτικού "κουμπαρά", αποκτώντας ισχυρότερη αίσθηση ότι οι συνταξιοδοτικές κρατήσεις και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα έχουν συγκεκριμένη και πραγματική αξία.
Σε συνδυασμό με την προαγωγή του επιπέδου των χρηματοοικονομικών γνώσεων (financial literacy), ο ασφαλισμένος θα εξοικειώνεται σταδιακά με πιο διευρυμένες και δυνητικά αποτελεσματικές επιλογές αποταμίευσης.
Η μεταρρύθμιση αναμένεται να έχει δευτερογενή μακροοικονομικά οφέλη, μέσα από την ενδυνάμωση της εγχώριας αποταμίευσης και κεφαλαιαγοράς (ΙΟΒΕ, 2019b).
Οι εγχώριες επενδύσεις του νέου ταμείου σε χρηματοοικονομικούς τίτλους θα αυξήσουν την κεφαλαιοποίηση και τη ρευστότητα της αγοράς κεφαλαίου, στοιχεία τα οποία με τη σειρά τους καθιστούν ελκυστικότερη την άντληση νέων κεφαλαίων από τις επιχειρήσεις και ενισχύουν τους ρυθμούς επενδύσεων και οικονομικής ανάπτυξης.
Αν και δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας μελέτης, ο τρόπος εφαρμογής της μεταρρύθμισης σε σχέση με το κανονιστικό πλαίσιο διοίκησης του ταμείου της νέας επικουρικής, εποπτείας στη διαχείριση των αποθεματικών, ο βαθμός σταδιακής ή λιγότερο σταδιακής μετάβασης και το εύρος του πεδίου εφαρμογής της μεταρρύθμισης αποτελούν παράγοντες κλειδιά προκειμένου να αποδώσουν σε βέλτιστο βαθμό οι εκτιμώμενες μακροοικονομικές επιδράσεις''.
ΟΔΔΗΧ: Έως το 2030, ο λόγος των χρηματοδοτικών αναγκών προς το ΑΕΠ δεν αποκλίνει ουσιωδώς από το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση
Από την πλευρά του, ο ΟΔΔΗΧ τονίζει πως :
• ''Βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα (έως το 2030), ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αυξάνεται σε όλα τα σενάριο, κατά ένα αμελητέο ωστόσο ποσό. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είναι υψηλότερος το 2030 (σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση) κατά 0,3 – 0,4 μονάδες του ΑΕΠ. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ασθενέστερο προφίλ πρωτογενούς ισοζυγίου και στα 4 σενάρια (τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς – ως ποσοστό του ΑΕΠ – όρους).
• Μακροπρόθεσμα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αποκλίνει μεταξύ των σεναρίων. Αυτό αντανακλά κυρίως την επίδραση στην πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, το οποίο ξεκινά να βελτιώνεται σε όλα τα σενάρια εκτός από το "Απαισιόδοξο/Συντηρητικό" σενάριο.
Η επίδραση του παρονομαστή (ΑΕΠ) επιδρά θετικά στο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, καθώς η μεταρρύθμιση ενισχύει το ΑΕΠ.
• Στο "αισιόδοξο" (HHO) και στο "σχετικά αισιόδοξο" (HHH) σενάριο, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ το 2070 είναι χαμηλότερος σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση κατά 9,5 και 7,3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ αντίστοιχα.
• Στο "απαισιόδοξο/συντηρητικό" σενάριο (LLL), ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είναι υψηλότερος κατά 9,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση. • Στο βασικό σενάριο (MMM), ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ το 2070 είναι ελάχιστα υψηλότερος σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. 2/ Η επίδραση τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες ως προς το ΑΕΠ
• Βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα (έως το 2030), ο λόγος των χρηματοδοτικών αναγκών προς το ΑΕΠ δεν αποκλίνει ουσιωδώς από το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση και στα τέσσερα σενάρια (αύξηση κατά 0,1 μονάδα του ΑΕΠ το 2030), αντανακλώντας το γεγονός ότι απαιτείται χρόνος, έως ότου το πρωτογενές πλεόνασμα μετατραπεί σε διακυμάνσεις των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών (μέσω του "snow-ball effect”).
• Μακροπρόθεσμα, ο λόγος των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών ως προς το ΑΕΠ ακολουθεί την ίδια τάση με το λόγο χρέους προς ΑΕΠ:
- Στο "αισιόδοξο" (HHO) και στο "σχετικά αισιόδοξο" (ΗΗΗ) σενάριο βελτιώνεται κατά 1,4 και 1,1 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ αντίστοιχα. o Επιδεινώνεται στο "απαισιόδοξο/συντηρητικό" σενάριο (LLL), όπου διαμορφώνεται κατά 1,3% του ΑΕΠ υψηλότερο σε σχέση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση το 2070.
- Επιδεινώνεται ελάχιστα στο βασικό σενάριο (ΜΜΜ), όπου διαμορφώνεται κατά 0,2 % του ΑΕΠ υψηλότερο σε σχέση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση το 2070''.