Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 04-Ιουν-2021 11:34

    Citi: Πώς η αύξηση του χρέους θα φέρει αναβαθμίσεις και όχι υποβαθμίσεις από τους οίκους

    Citi: Πώς η αύξηση του χρέους θα φέρει αναβαθμίσεις και όχι υποβαθμίσεις από τους οίκους
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Η αύξηση του δείκτη δημόσιου χρέους / ΑΕΠ πάνω από 20% στις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης και ειδικά σε αυτές της περιφέρειας, είναι απίθανο να οδηγήσει σε έναν κύκλο υποβαθμίσεων των αξιολογήσεων από τους οίκους για τις υπερχρεωμένες χώρες της περιοχής όπως συνέβη μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, εκτιμά η Citigroup. Υπάρχουν, όπως επισημαίνει, ομοιότητες με τις επιπτώσεις της κρίσης εκείνης, αλλά οι διαφορές είναι πιο εντυπωσιακές. Η πολιτική στήριξη είναι πολύ ισχυρότερη, το μέσο κόστος του χρέους σε σχέση με την ονομαστική ανάπτυξη είναι πολύ χαμηλότερο και το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων λιγότερο πολιτικά δύσκολο. Έτσι η Citi πιστεύει ότι τελικά οι αναβαθμίσεις των ratings των χωρών αυτών είναι πιο πιθανές από τις υποβαθμίσεις και μπορούν να έλθουν μάλιστα νωρίτερα από ό, τι αναμενόταν.

    Γιατί αυτή η φορά είναι διαφορετική; Όπως εξηγεί η Citi, σε αντίθεση με τη χρηματοπιστωτικής κρίση του 2008, η πρόσφατη ύφεση δεν έχει συμβεί μετά από μια περίοδο αυξανόμενων ανισορροπιών στην Ευρωζώνη, η ρευστότητα παρέμεινε πολύ πιο έντονη από ό,τι το 2008-2009 και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη δεν βιάζονται να αποσύρουν τα μέτρα στήριξης-τόνωσης όπως έκαναν το 2010. Επίσης, οι αξιολογήσεις των χωρών σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούν να είναι πολύ χαμηλότερες από το 2009, αφήνοντας πολύ λιγότερα περιθώρια για υποβαθμίσεις.

    Όπως τονίζει η αμερικανική τράπεζα, αυτό που έχει σημασία για τις επερχόμενες αποφάσεις αξιολόγησης από τους οίκους δεν είναι η ταχύτητα της ανάκαμψης του ΑΕΠ, αλλά το επίπεδο στο οποίο το ΑΕΠ θα "προσγειωθεί" μετά την τεχνική ανάκαμψη, οι γρήγορες και ομαλές εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. 

    Πιο αναλυτικά, όπως σημειώνει η Citi, και σε ό,τι αφορά τον πρώτο παράγοντα, το επίπεδο δηλαδή του ΑΕΠ και όχι τον ρυθμό ανάκαμψης, η αύξηση του ΑΕΠ πιθανότατα θα είναι ισχυρή τους επόμενους μήνες / τρίμηνα, ειδικά σε χώρες που "χτυπήθηκαν" περισσότερο ή / και σε εκείνες που έχουν μεγάλη έκθεση στον τουρισμό. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία για τη βιωσιμότητα του χρέους είναι το πότε οικονομία θα επιστρέψει στην προ-Covid τάση επέκτασής της ή, ακόμη καλύτερα, εάν είναι πιθανό να την υπερβεί. 

    Έτσι, οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με το πού θα κινείται η οικονομία μετά την τεχνική ανάκαμψη είναι πιο χρήσιμη για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους. Τα ταχέως μειούμενα ποσοστά ανεργίας ή ένας μικρότερος από το αναμενόμενο αντίκτυπος της πανδημίας στα εταιρικά defaults και στα NPLs των τραπεζών (μόλις αποσυρθούν τα μέτρα ρευστότητας) αποτελούν ενδείξεις ότι το ΑΕΠ είναι πιο πιθανό να επιστρέψει στην προ-Covid τάση νωρίτερα παρά αργότερα.

    Δεύτερος σημαντικός παράγοντας είναι η επιτυχία του NextGenEU. Οι διαθέσιμοι πόροι μέσω του προγράμματος NextGenEU είναι αρκετά μεγάλοι και έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν ουσιαστικά την ανάπτυξη σε ορισμένες χώρες. Οι γρήγορες και ομαλές εκταμιεύσεις των κονδυλίων της ΕΕ θα επιτρέψουν στις πιο χρεωμένες χώρες να ανακτήσουν τις τάσεις ανάπτυξης που είχαν πριν από την Covid. Επιπλέον, η επιτυχής υλοποίηση της πρώτης προσπάθειας της ΕΕ να εκδώσει χρέος για την ανακατανομή πόρων θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για περαιτέρω ολοκλήρωση της ΕΕ - ένα σαφές όφελος για τη βιωσιμότητα του χρέους των υπερχρεωμένων χωρών.

    Τρίτον, οι μεταρρυθμίσεις ίσως και είναι ακόμη πιο σημαντικές από τους πόρους της ΕΕ. Τα μεγαλύτερα πιθανά οφέλη του NextGenEU είναι οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις που μπορούν να επιφέρουν οι μεταρρυθμίσεις που ενσωματώνονται στα σχέδια ανάκαμψης.

    Οι μεταρρυθμίσεις είναι πολύ διαφορετικής φύσης σε σύγκριση με την ατζέντα μετά το 2008. Είναι κυρίως μικροοικονομικές, παρά μακροοικονομικές, μεταρρυθμίσεις, που στοχεύουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και στη βελτίωση του επιχειρησιακού περιβάλλοντος, αντί να διορθώνουν τις δημοσιονομικές και μακροοικονομικές ανισορροπίες, όπως το 2011-12. 

    Δεδομένου ότι οι κύριοι αποδέκτες των κονδυλίων της ΕΕ είναι πολύ πίσω σε ό,τι αφορά την ψηφιοποίηση αλλά και το περιβάλλον, το περιθώριο για διαρθρωτικές βελτιώσεις είναι μεγάλο, όπως τονίζει η Citi.

    Τέταρτος πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η υποστήριξη της εγχώριας δημοσιονομικής πολιτικής. Το μεγαλύτερο βραχυπρόθεσμο δημοσιονομικό κίνητρο για τη στήριξη της εγχώριας ζήτησης μετά την πανδημία αναμένεται να αυξήσει τις πιθανότητες του ΑΕΠ να επιστρέψει στην προ-Covid τάση. Η Citi εκτιμά έτσι πως οι οίκοι αξιολόγησης θα συνεχίσουν, όπως έχουν κάνει τους τελευταίους μήνες, να καλωσορίσουν την εφαρμογή της εγχώριας δημοσιονομικής πολιτικής, ακόμη και αν οδηγεί σε υψηλότερα βραχυπρόθεσμα δημοσιονομικά ελλείμματα.

    Πέμπτος παράγοντας είναι η στήριξη της ΕΚΤ. Οι ευνοϊκοί όροι χρηματοδότησης είναι απαραίτητοι, αν και όχι επαρκής, προϋπόθεση για τη συνέχιση της ανάκαμψης της εγχώριας ζήτησης, ιδίως για τις χώρες με υψηλό χρέος. Ένα πολύ χαμηλότερο μέσο κόστος χρέους σε σύγκριση με την περίοδο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίσης και η μεγάλη διάρκεια του χρέους σημαίνει ότι θα χρειαστεί μία μικρότερη αύξηση του ονομαστικού ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ για να βρεθεί ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ σε μια πτωτική τάση.

    Τέλος, όπως έχουν επισημάνει ξεκάθαρα και οι ίδιοι οι οίκοι (Fitch, S&P, Moody's, DBRS), μεγάλη σημασία έχει το πολιτικό περιβάλλον. Η δέσμευση για μεταρρυθμίσεις και η ικανότητα υλοποίησής τους από τις κυβερνήσεις αποτελούν προϋπόθεση για όλους τους παράγοντες που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Η πολιτική αστάθεια και / ή η αδυναμία της κυβέρνησης ενδέχεται να καθυστερήσουν σημαντικά την ατζέντα των μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ο πίσω από το NextGenEU μειώνει τον κίνδυνο αντιστροφής προηγούμενων μεταρρυθμίσεων.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ