Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 12-Μαϊ-2021 11:14

    Goldman Sachs: Οι προκλήσεις και οι νέες ευκαιρίες της Ελλάδας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Τα σχέδια ανάκαμψης που κατέθεσαν Ελλάδα και Πορτογαλία στην Κομισιόν εξετάζει η Goldman Sachs σε νέα έκθεσή της με τίτλο "Μικρές οικονομίες, παλιές προκλήσεις και νέες ευκαιρίες". Όπως επισημαίνει, το Ταμείο Ανάκαμψης θα οδηγήσει σε αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά τουλάχιστον περίπου 7% έως το 2026.

    Όπως σημειώνει,  Ελλάδα και η Πορτογαλία υπέβαλαν τα εθνικά τους σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (NRRP) στην Επιτροπή της ΕΕ, τα οποία παρέχουν σημαντική δημοσιονομική στήριξη ύψους 18% και 9% του ΑΕΠ, αντίστοιχα, για την περίοδο 2021-2026. Κατά την άποψή της, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης (RF), το οποίο συνδυάζει τις επενδύσεις με τις μεταρρυθμίσεις, έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την οικονομική ανάπτυξη μακροπρόθεσμα στη Νότια Ευρώπη, ενώ παρέχει μια ευκαιρία σε Ελλάδα και Πορτογαλία να καλύψουν το χάσμα με την ΕΕ που εμφανίστηκε 5 χρόνια πριν από την πανδημία.

    Το Ταμείο δίνει ουσιαστικά στις δύο αυτές χώρες το απαραίτητο κίνητρο, μετά από μια δεκαετία απογοητευτικής πορεία της παραγωγής και της παραγωγικότητας σε σύγκριση με την υπόλοιπη ΕΕ, όπως τονίζει. Η υποτονική πορεία των εγχώριων επενδύσεων τα τελευταία 5 χρόνια αποτελεί τη ρίζα αυτής της χαμηλής απόδοσης, όπως τονίζει η Goldman Sachs. Οι ελληνικές και πορτογαλικές κυβερνήσεις θα επωφεληθούν συνεπώς από μια σημαντική δημοσιονομική ώθηση και σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν τα δάνεια του Ταμείου για τη στήριξη και τη συγχρηματοδότηση ιδιωτικών επενδύσεων. Όπως εκτιμά, το Ταμείο Ανάκαμψης θα αυξήσει το επίπεδο του ΑΕΠ κατά τουλάχιστον περίπου 7% στην Ελλάδα και 5% στην Πορτογαλία έως το 2026.

    ghjgj

    Ο αντίκτυπος στη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη και παραγωγικότητα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον συνδυασμό των επενδύσεων και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία έχουν εντοπίσει ένα μεγάλο σύνολο θεσμικών μεταρρυθμίσεων (68 και 37, αντίστοιχα) που στοχεύουν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης, του δικαστικού συστήματος και της αγοράς εργασίας. Η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ελληνικής κυβέρνησης αφήνει την Ελλάδα σε καλή θέση για να περάσει αυτές τις μεταρρυθμίσεις.

    Η Ελλάδα και η Πορτογαλία είδαν την οικονομική τους απόδοση να υπολείπεται του μέσου όρου της ΕΕ των 27 τα τελευταία 20 χρόνια. Μετά την προσωρινή έκρηξη πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας έχει μειωθεί, σε σχετικούς όρους, στο σχεδόν 55% του μέσου όρου της ΕΕ των 27. Οι οικονομικές επιδόσεις αυτές αντικατοπτρίζουν ένα σταθερά χαμηλότερο επίπεδο επενδύσεων και μια σχετική συμπίεση στην αύξηση της παραγωγικότητας.

    Δημοσιονομικός χώρος

    Επιπλέον, ο δημοσιονομικός χώρος, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Πορτογαλία, φαίνεται περιορισμένος. Παρόλο που έχουν πληγεί σοβαρά από την πανδημία, αντιμετωπίζουν πάντως μικρότερα δημοσιονομικά ελλείμματα από τις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης.

    Δεδομένου του περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου, τα σχέδια ανάκαμψης, με τον συνδυασμό των εθνικών προτεραιοτήτων και των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής της ΕΕ, παρέχουν στην Ελλάδα και την Πορτογαλία τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για τη δημιουργία μόνιμης ανάκαμψης. Πρώτον, το μέγεθος των δύο σχεδίων είναι αρκετά μεγάλο (18% στην Ελλάδα και 9% του ΑΕΠ στην Πορτογαλία) για να υποστηρίξει τις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές στις οικονομίες τους. Δεύτερον, οι δύο χώρες μπορούν να αξιοποιήσουν την έμφαση του Ταμείου Ανάκαμψης στην ψηφιακή και πράσινη μετάβαση. Η Ελλάδα σκοπεύει να επενδύσει σχετικά περισσότερο στην πράσινη μετάβαση της οικονομίας της, ενώ η Πορτογαλία στοχεύει στην ψηφιοποίηση της παραγωγικής της δομής.

    Εκτός από την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση, έχουν παρόμοια έμφαση στην υποστήριξη της επανεκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού τους μέσω της κατανομής σχεδόν 2,5% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στη μεταρρύθμιση των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας. Επιπλέον, για την αντιμετώπιση της διαρθρωτικής αδυναμίας, η Ελλάδα και η Πορτογαλία θα επικεντρωθούν στη "συσσώρευση" ιδιωτικών επενδύσεων και στην επέκταση του αντίκτυπου του προγράμματος στις οικονομίες τους. Η Ελλάδα έχει χαράξει μια πολύ φιλόδοξη στρατηγική δεσμεύοντας ολόκληρο το κομμάτι των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης (7% του ΑΕΠ) για τη συγχρηματοδότηση έως και του 50% των ιδιωτικών επενδυτικών σχεδίων σύμφωνα με τους γενικούς στόχους του ευρωπαϊκού προγράμματος.

    Κρίσιμο το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής

    Ο οικονομικός αντίκτυπος των σχεδίων ανάκαμψης στην Ελλάδα και την Πορτογαλία σχετίζεται στενά με το χρονοδιάγραμμα της εφαρμογής τους, όπως τονίζει η Goldman Sachs. Και οι δύο χώρες σκοπεύουν να ξεκινήσουν με επενδύσεις που θα χρηματοδοτηθούν από τις επιχορηγήσεις, ενώ φαίνονται πιο προσεκτικές για την ικανότητά τους να εφαρμόσουν αυτές τις επενδύσεις. Η αμερικάνικη τράπεζα τονίζει πως το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα χρηματοδότησης του Ταμείου Ανάκαμψης είναι πιο ομαλό από αυτό που έχουν σχεδιάσει η Ισπανία και η Ιταλία.

    Κλείνοντας το επενδυτικό χάσμα

    Το χρονοδιάγραμμα της υλοποίησης των επενδύσεων έχει σημασία για την υποστήριξη των πρώτων σταδίων της ανάκαμψης και για τη δημιουργία των βάσεων για διαρθρωτικές αλλαγές, όπως επισημαίνει η G.S. Για να γίνει αυτό, τα σχέδια ανάκαμψης πρέπει να αρχίσουν να κλείνουν το επενδυτικό χάσμα και στις δύο οικονομίες. Συγκεκριμένα, το Αναπτυξιακό Σχέδιο για την Ελληνική Οικονομία επεσήμανε ότι το χαμηλό επίπεδο συσσώρευσης κεφαλαίου στην Ελλάδα οφείλεται ουσιαστικά στη χαμηλή επενδυτική τάση του ιδιωτικού τομέα. Με τις επιχορηγήσεις να χρησιμοποιούνται πρώτα και τα δάνεια να αυξάνονται ολοένα και πιο έντονα από το 2023 και μετά, και οι δύο χώρες σχεδιάζουν να παράσχουν εκτεταμένη δημοσιονομική στήριξη για μια ανάκαμψη που θα οδηγηθεί από επενδύσεις που θα βασίζονται όλο και περισσότερο στον ιδιωτικό τομέα καθώς το πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης τελειώνει.

    Η Goldman Sachs εκτιμά ότι, κατά μέσο όρο, το άμεσο αποτέλεσμα του Ταμείου θα είναι η αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,2% στην Ελλάδα και 1,4% στην Πορτογαλία κατά το 2021-26, έτσι ώστε η σωρευτική ώθηση θα φτάσει το 7% περίπου στην Ελλάδα και το 5% στην Πορτογαλία.

    Δύο βασικοί παράγοντες ξεχωρίζουν για την εκτίμηση του αντίκτυπου της δημοσιονομικής στήριξης σχεδίου ανάκαμψης στις οικονομίες της Ελλάδας και της Πορτογαλίας. Πρώτον, η συντριπτική πλειονότητα των σχεδίων (πάνω από το 80% του συνόλου) σχετίζεται με επενδύσεις και οι πολλαπλασιαστές είναι μεγαλύτεροι για τέτοιες δημοσιονομικές δαπάνες. Δεύτερον, η G.S λαμβάνει υπόψη στις προβλέψεις της υψηλότερους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές στην αρχή του προγράμματος επειδή η Ελλάδα και η Πορτογαλία ανακάμπτουν από μια πολύ μεγάλη πτώση του ΑΕΠ.

    Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με οδηγό τις επενδύσεις

    Ο δεύτερος πυλώνας σε κάθε ένα από τα δύο σχέδια είναι το σύνολο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για τη μετατροπή των πρόσθετων επενδύσεων του προγράμματος της ΕΕ σε μόνιμες βελτιώσεις στην οικονομική παραγωγικότητα. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία ανέλαβαν αυτήν τη δέσμευση προτείνοντας 68 και 37 διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αντίστοιχα, στα εθνικά τους σχέδια. Εάν η προσπάθεια μεταρρύθμισης αποδειχθεί επιτυχής, οι ελληνικές και πορτογαλικές κυβερνήσεις αναμένουν η ανάπτυξη μετά το 2026 θα ενισχυθεί επίσης.

    Η υιοθέτηση φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα είναι ο κρίσιμος παράγοντας για την ενίσχυση της δυνητικής ανάπτυξης, και οι ελληνικές και πορτογαλικές στρατηγικές φαίνεται να είναι αρκετά παρόμοιες σε αυτό το θέμα, τονίζει η G.S. 

    Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα απαιτήσουν εκτεταμένη πολιτική δέσμευση με την πάροδο του χρόνου. Ενώ κατά την άποψη της τράπεζας το Ταμείο θα επιταχύνει την αύξηση κεφαλαίου στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπος στην παραγωγικότητα θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των εθνικών κυβερνήσεων να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Η G.S διατηρεί εποικοδομητική άποψη για τις δύο χώρες, καθώς η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ελληνικής κυβέρνησης μειώνει τις ανησυχίες σχετικά με τον πολιτικό κίνδυνο. 

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ