Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 09-Απρ-2021 20:00

    Τα ατού και οι προκλήσεις του ελληνικού χρέους

    Τα ατού και οι προκλήσεις του ελληνικού χρέους
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Τάσου Δασόπουλου 

    Απολύτως βιώσιμο μέχρι και το 2032, και από εκεί και πέρα βιώσιμο υπό προϋποθέσεις, είναι το ελληνικό χρέος, για το οποίο πολύς λόγος γίνεται λόγω της αύξησης του κατά 25% του ΑΕΠ το 2020, εξαιτίας της κρίσης που προκάλεσε ο κορονοϊός. 

    Παρά το δυσθεώρητο ύψος του ως ποσοστό του ΑΕΠ (έκλεισε στο τέλος του 2020 στο 205%), το ελληνικό χρέος με βάση όλους τους διεθνείς οργανισμούς που αξιολογούν την ελληνική οικονομία (ΕΕ, ΔΝΤ, ESM) παραμένει ακόμη βιώσιμο, έχοντας πολλά ατού αλλά και πολλές προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπίσει μεσοπρόθεσμα. 

    Τούτο διότι σε αντίθεση με το ύψος του, το ελληνικό χρέος έχει ένα πολύ …ελκυστικό "προφίλ". Τα 262 δισ. ευρώ, δηλαδή το 67% από τα περίπου 345 δισ. ευρώ του χρέους, προέρχεται από τους επίσημους δανειστές (260 δισ. από ESM και EFSF και περίπου 1,8 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ). Τα 260 δισ. ευρώ των ευρωπαϊκών δανείων, είναι με επιτόκιο λίγο κάτω από 1% και ψηλότερα από 3% το μικρό υπόλοιπο των 1,8 δισ. ευρώ του ΔΝΤ. Το χρέος αυτό είναι "κλειδωμένο", έχει ακόμη περίοδο χάριτος και δεν αναχρηματοδοτείται ώστε να κινδυνεύει από τις αναταράξεις των αγορών. 

    Με αυτήν τη ρύθμιση, οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες για την εξυπηρέτηση τοκοχρεολυσίων ήταν πριν από τον κορονοϊό πολύ χαμηλότερες από το 15% του ΑΕΠ. Με τον πρόσθετο δανεισμό λόγω κορονοϊού, οι ετήσιες υποχρεώσεις για το χρέος έχουν ξεπεράσει το 15% του ΑΕΠ, αλλά παραμένουν από τις χαμηλότερες ανάμεσα στις χώρες της ζώνης του Ευρώ. Οι δε λήξεις του ευρωπαϊκού χρέους φτάνουν τα 30 χρόνια. 

    Ακόμη και αν συνυπολογιστεί το διαπραγματεύσιμο κομμάτι του χρέους (τα περίπου 90 δισ. ευρώ σε ομόλογα που κατέχουν ιδιώτες), η λήξη του συνόλου του χρέους δεν μειώνεται κάτω από τα 21 χρόνια.

    Πέρα από όλα αυτά, οι εταίροι μας της ΕΕ, δηλαδή οι επίσημοι δανειστές, έχουν δεσμευτεί επίσημα από το 2018 ότι αν στο τέλος του 2032 το ελληνικό χρέος εμφανίσει πρόβλημα βιωσιμότητας, θα προχωρήσουν και σε πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης. Τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα διατηρεί μια ισορροπημένη δημοσιονομική πολιτική και συνεχίζει να υλοποιεί μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες για την ενίσχυση της οικονομίας της. 

    Παράλληλα με τα ισχυρά "θεμελιώδη" χαρακτηριστικά του ελληνικού χρέους, οι Ευρωπαίοι εταίροι έχουν ενισχύσει το οπλοστάσιο της βιωσιμότητας του χρέους και με μια σειρά από άλλα "ατού". Η Ελλάδα έχει ένα απόθεμα 15,7 δισ. ευρώ από τον ESM ως λύση τελευταίας καταφυγής, σε ενδεχόμενο αδυναμίας δανεισμού από τις αγορές. Το ποσό αθροίζεται σήμερα στο περιβόητο "μαξιλάρι" των περίπου 30 δισ. ευρώ και χρησιμεύει ως "ασπίδα" σε όποια κερδοσκοπικά παιχνίδια επιχειρηθούν με τα ελληνικά ομόλογα, τα οποία παρά την πρώτη των αποδόσεών τους τον τελευταίο χρόνο, έχουν τις υψηλότερες αποδόσεις από όλους τους τίτλους της Ευρωζώνης.

    Η ένταξη των ελληνικών τίτλων στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ, το γνωστό PEPP, από πέρσι τον Μάρτιο, βοήθησε να μειωθεί ακόμη περισσότερο το risk premium που πληρώνει το δημόσιο λόγω του μεγάλου ύψους του χρέους. Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων θα υποχωρήσουν ακόμη περισσότερο μόλις επιτευχθεί η επενδυτική βαθμίδα κάποια στιγμή μέσα στο 2022. 

    Οι προκλήσεις του χρέους 

    Οι προκλήσεις στο χρέος είναι η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας τα επόμενα χρόνια, ώστε να μειωθεί ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ, και η διατήρηση μιας συνετής δημοσιονομικής πολιτικής.

    Η επιβολή μετά το τρίτο μνημόνιο δημοσιονομικών στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, είχε βάση το σκεπτικό για τη ρύθμιση του χρέους, που θέλει του εταίρους της ΕΕ να αναλαμβάνουν τη ρύθμιση του κεφαλαίου και την Ελλάδα να αναλαμβάνει να καλύπτει τους ετήσιους τόκους με πρωτογενή πλεονάσματα. Το ύψος των τόκων που πληρώνει η Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια φτάνει τα 6 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 3,5% του ΑΕΠ. Συνεπώς, όσο ταχύτερα θα αυξάνεται το ΑΕΠ, τόσο το πρωτογενές πλεόνασμα που θα πρέπει να εμφανίζει η Ελλάδα θα μπορεί να μειώνεται.

    Μια συνετή δημοσιονομική πολιτική, δεν σημαίνει να μη δανείζεται η χώρα αλλά να το κάνει για τους σωστούς λόγους. Για παράδειγμα, ο δανεισμός των 12,7 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης με στόχο να δημιουργήσει ιδιωτικές επενδύσεις 32 δισ. ευρώ. 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ