Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 19-Μαρ-2021 23:04

    DBRS: Επιβεβαιώνει το BB(low) για την Ελλάδα με σταθερές προοπτικές

    DBRS: Επιβεβαιώνει το BB(low) για την Ελλάδα με σταθερές προοπτικές
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 20/3 - 00:28

    Στην επιβεβαίωση της βαθμίδας BB(low) όσον αφορά την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας προχώρησε την Παρασκευή το βράδυ ο καναδικός οίκος αξιολόγησης DBRS Morningstar, διατηρώντας σταθερές και τις προοπτικές (trend).

    Όπως αναφέρει ο καναδικός οίκος, η επιβεβαίωση του σταθερού trend αντικατοπτρίζει την εκτίμηση της DBRS Morningstar ότι η Ελλάδα μπήκε στην τρέχουσα κρίση μετά από χρόνια δημοσιονομικής υπεραπόδοσης, η οποία μαζί με τα μεγάλα ταμειακά αποθέματα παρέχουν στη χώρα τη δημοσιονομική ευελιξία να αντεπεξέλθει στην αντιμετώπιση του αντίκτυπου της υγειονομικής κρίσης. 

    Ο οίκος σημειώνει βέβαια ότι η κρίση της πανδημίας έχει επιβαρύνει σημαντικά την ελληνική οικονομία, οδηγώντας σε απότομη μείωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 8,2% το 2020. Αυτό οφείλεται στα αυστηρά μέτρα που επιβλήθηκαν για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού και την πτώση του τουριστικού κλάδου, ο οποίος συμβάλλει σημαντικά στην ελληνική οικονομία. Προσθέτει, επίση, ότι στο πλαίσιο αντιμετώπισης της πανδημίας, η κυβέρνηση έχει εφαρμόσει στοχευμένα μέτρα για τη στήριξη των νοικοκυριών και επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από την πανδημία. Αυτό θα οδηγήσει σε σημαντικά υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμα και δημόσιο χρέος, αναφέρει ο οίκος.

    Η επιβεβαίωση της αξιολόγησης της χώρας υποστηρίζεται, σύμφωνα με τον οίκο, από τη συμεμτοχή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ. Όπως σημειώνει, από την εκλογή της τον Ιούλιο του 2019, η ελληνική κυβέρνηση έχει επιδείξει ισχυρή δέσμευση στην υλοποίηση της μεταρρυθμιστικής της ατζέντας σε συνεργασία με τα ευρωπαϊκά όργανα. Με την εφαρμογή των διαρθρωτικών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια των προσαρμοστικών μέτρων, η Ελλάδα έχει διατηρήσει μια συνετή δημοσιονομική στάση, μέχρι την κρίση, με αποτέλεσμα πέντε έτη πρωτογενούς πλεονάσματος, υπερβάινοντας τους δημοσιονομικούς στόχους της και πετυχαίνοντας πρόσθετη ελάφρυνση του χρέους.

    Ακόμη, η συμπερίληψη των ελληνικών ομολόγων στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων λόγω της πανδημίας (PEPP) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, διασφαλίζει την ικανότητα της Ελλάδας να έχει πρόσβαση στις αγορές με ιστορικά χαμηλό κόστος χρηματοδότησης. Επωφελούμενη από το ευνοϊκό χρηματοδοτικό περιβάλλον, η Ελλάδα μπόρεσε να προπληρώσει 3,3 δισ. ευρώ που όφειλε στο ΔΝΤ. Κυρίως, σημειώνει ο οίκος, η Ελλάδα αναμένεται να λάβει ένα σημαντικό ποσό επιχορηγήσεων από το Σχέδιο Ανάκαμψης για την Ευρώπη, που θα ανέρχονται περίπου στο 9% του ΑΕΠ του 2019, οι οποίες πιθανότατα θα υποστηρίξουν την ανάκαμψη και θα βελτιώσουν τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

    Παράγοντες αναθεώρησης της αξιολόγησης

    Ο καναδικός οίκος αναφέρει ότι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της αξιολόγησης της για την Ελλάδα είναι πρώτον η αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης του κορονοϊού, που θα επιστρέψει την οικονομία σε σταθερή τροχιά ανάπτυξης και δεύτερον η τήρηση των δεσμεύσεών της στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής εποπτείας, η συνεργασία της με τους δεσμούς σε δημοσιονομικό επίπεδο και η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

    Αντίθετα, παράγοντες που θα μπορούσε να επηρεάσουν αρνητικά την αξιολόγησή της είναι μια παρατεταμένη αρνητική απόδοση της οικονομίας, η αντιστροφή ή η καθυστέρηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και μακροπρόθεσμα η έλλειψη δημοσιονομικής προσπάθειας, καθώς και το ενδεχόμενο νέας αστάθειας του χρηματοπιστωτικού τομέα.

    Η οικονομία

    Σε ό,τι αφορά την οικονομία η DBRS αναφέρει ότι συρρικνώθηκε απότομα πέρυσι, αλλά τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τα μέτρα της κυβέρνησης πιθανότατα θα υποστηρίξουν την ανάκαμψη μεσοπρόθεσμα.

    Όπως σημειώνει, η κρίση του κορονοϊού διέκοψε απότομα την αργή αλλά σταθερή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση. Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας εκτιμάται ότι συρρικνώθηκε κατά 8,2% το 2020. Τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα οδήγησαν σε σημαντική συρίκνωση της οικονομίας το β' τρίμηνο, ακολουθούμενη από συγκριτικά χαμηλή απόδοση σε σχέση με την ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ το γ' τρίμηνο, εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησης από τον τουρισμό. Ο τουριστικός κλάδος, ο οποίος αντιπροσωπεύει μια σημαντική πηγή εισοδήματος και απασχόλησης για την ελληνική οικονομία, υπέστη σημαντικό πλήγμα, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το μισό της πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, προσθέτει ότι παρά τα νέα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν τον Νοέμβριο, η ιδιωτική κατανάλωση, οι εξαγωγές αγαθών και οι επενδύσεις παρουσίασαν ανθεκτικότητα στο δ' τρίμηνο.

    Η Κομισιόν προβλέπει ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 3,5% το 2021 και κατά 5% το 2022, όμως το Σχέδιο Ανάκαμψης για την Ευρώπη δεν έχει συμπεριληφθεί στις εκτιμήσεις αν και θα μπορούσε να παρέχει περαιτέρω ώθηση, τονίζει η DBRS.

    Η αύξηση των κρουσμάτων κορονοϊού το α΄ τρίμηνο του 2021 και η αυστηροποίηση των περιοριστικών μέτρων θα καθυστερήσουν πιθανότατα την ανάκαμψη. Η υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό και ο μεγάλος αριθμός μικρών και μεσσαίων επιχειρήσεων αποτελούν πρόσθετες προκλήσεις για την ταχεία οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας.

    Ωστόσο, προσθέτει ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην ενίσχυση των προοπτικών ανάπτυξης μέσα από τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και της μείωσης της γραφειοκρατίας, που στο παρελθόν αποτέλεσαν τροχοπέδη για τις ιδιωτικές επενδύσεις.

    Επίσης, η Ελλάδα θα επωφεληθεί σημαντικά από το Σχέδιο Ανάκαμψης για την Ευρώπη, καθώς η χώρα θα λάβει περίπου 32 δισ. ευρώ (17% του ΑΕΠ του 2019) σε επιχορηγήσεις και δάνεια ως το 2026. Τον Νοέμβριο του 2020, η Ελλάδα ανακοίνωσε το εθνικό σχέδιο ανάκαμψης. Τα κύρια σημεία του σχεδίου περιλαμβάνουν την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, την προώθηση της ιδιωτικής απασχόλησης, των δεξιοτήτων, των ιδιωτικών επενδύσεων  και του οικονομικού και θεσμικού μετασχηματισμού. Η DBRS εκτιμά ότι η ικανότητα της Ελλάδας να βελτιώσει τη δυνατότητα απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων. διατηρώντας παράλληλα τη δυναμική της μεταρρύθμισης θα είναι καθοριστικής σημασίας για τον καθορισμό των προοπτικών ανάπτυξης.

    Τα έκτακτα μέτρα θα οδηγήσουν σε υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα φέτος

    Σύμφωνα με τον καναδικό οίκο, τα έκτακτα δημοσιονομικά μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για τη στήριξη της οικονομίας και τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας οδήγησαν σε υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα 9,9% το 2020. 

    Τα πακέτα στήριξης που ανακοινώθηκαν μέχρι στιγμής περιλαμβάνουν: μέτρα για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και την οικονομική στήριξη των αυτοαπασχολούμενων, αυξημένες δαπάνες για την ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, μείωση του ΦΠΑ σε αγαθά που σχετίζονται με την αντιμετώπιση της πανδημίας, καθώς και μέτρα παροχής ρευστότητας προς τις επιχειρήσεις μέσω εγγυήσεων δανείων και αναβολών στις πληρωμές φόρων και κοινωνικών εισφορών.

    Η DBRS προσθέτει ότι για να υποστηρίξει τα φορολογικά μέτρα που αντιμετωπίζουν τις συνέπειες του κορονοϊού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμφώνησε ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% φέτος δεν αποτελεί πλέον απαίτηση για την Ελλάδα. Το υπουργείο Οικονομικών υπολογίζει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 6,7% του ΑΕΠ φέτος. 

    Η επιδείνωση του τουρισμού θα αντισταθμιστεί εν μέρει από τις εισροές από ΕΕ

    Σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές ανισορροπίες, η DBRS αναφέρει ότι η επιδείνωση του ισοζυγίου υπηρεσιών είχε ως αποτέλεσμα να καταγραφεί έλλειμμα 6,7% στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πέρυσι. Οι αφίξεις από το εξωτερικό και τα ταξιδιωτικά έσοδα μειώθηκαν κατά περίπου 76% σε σύγκριση με το 2019. 

    Σημειώνει δε ότι η αργή ανάκαμψη των ταξιδιωτικών ροών διεθνώς αναμένεται να επηρεάσει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και φέτος, αν και εκτιμάται ότι θα αντισταθμιστεί εν μέρει από τα κεφάλαια που θα έρθουν από την ΕΕ, ενώ προσθέτει ότι το ΔΝΤ "βλέπει” το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο 4,5% το 2021. 

    Η DBRS αναφέρει επίσης οι καθαρές εξωτερικές υποχρεώσεις της Ελλάδας παραμένουν υψηλές στο 168,5% του ΑΕΠ το 2019, από 89% το 2011, αντανακλώντας κυρίως το εξωτερικό χρέος του δημόσιου τομέα. Αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα λόγω του μακροπρόθεσμου ορίζοντα των δανείων του επίσημου τομέα.

    Το χρέος

    Για το χρέος ο οίκος σημειώνει ότι αυξήθηκε πέρυσι λόγω των δημοσιονομικών μέτρων και της συρρίκνωσης της οικονομίας, φτάνοντας περίπου στο 202,4% του ΑΕΠ από 181% το 2019.  Προσθέτει ότι το χρέος παραμένει σε πολύ υψηλό επίπεδο, όμως, υπάρχουν αρκετοί ελαφρυντικοί παράγοντες. Η Ελλάδα επωφελείται από την ευνοϊκή δομή του χρέους της, καθώς ο επίσημος τομέας κατέχει περίπου το 80% αυτού, με το μεγαλύτερο μέρος του να χρηματοδοτείται με πολύ χαμηλά επιτόκια. Ακόμη, το χρέος έχει πολύ μεγάλη μέση διάρκεια ωρίμανσης 20 ετών με τα βάση τα στοιχεία του Δεκεμβρίου 2020, με πάνω από το 90% του χρέους να έχει σταθερά επιτόκια, μετριάζοντας έτσι τους κινδύνους που απορρέουν από την αυξημένη αστάθεια της αγοράς.

    Επιπλέον, η DBRS αναφέρει ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο PEPP της ΕΚΤ συμβάλλει σε ευνοίκότερους όρους χρηματοδότησης όπως φαίνεται στις εκδόσεις ομολόγων με ιστορικά χαμηλές αποδόσεις. Επωφελούμενη από το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, η Ελλάδα αποπλήρωσε περίπου 3,3 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ. Ο λόγος χρέους αναμένεται να υποχωρήσει φέτος λίγο χαμηλότερα από 200%. Επιπλέον, το σημαντικό απόθεμα ρευστότητας που ανέρχεται συνολικά σε περίπου 31 δισ. ευρώ με στοιχεία Δεκεμβρίου 2020, στηρίζει τις προσπάθειες της Ελλάδας να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών. Το "μαξιλάρι" μειώνει τους κινδύνους αποπληρωμής γεγονός θετικό για την αξιολόγηση του χρέους και της ρευστότητας.

    Το σχέδιο "Ηρακλής” και τα νέα NPLs της πανδημίας

    Όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, ο καναδικός οίκος αναφέρει ότι παρά την αυξημένη αβεβαιότητα και το επιδεινούμενο μακροοικονομικό περιβάλλον που σχετίζεται με την τρέχουσα υγειονομική κρίση, οι τράπεζες σημείωσαν περαιτέρω πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους (NPLs) το 2020 κατά περίπου 10 δισ. ευρώ. Ο δείκτης NPL μειώθηκε από 40,6% στο τέλος του 2019 σε 35,8% στα τέλη Σεπτεμβρίου 2020. Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στην αξιοποίηση του "Ηρακλή” από την Eurobank για την τιτλοποίηση NPEs ύψους 7,5 δισ. ευρώ. 

    Ο οίκος εκτιμά ότι αναμένεται περαιτέρω μείωση τους επόμενους μήνες, καθώς έχουν ανακοινωθεί τιτλοποιήσεις και από τις άλλες τρεις συστημικές τράπεζες, με τις περισσότερες από αυτές συνάψει δεσμευτικές συμφωνίες. Εάν υποτεθεί ότι όλες οι εκκρεμείς συναλλαγές ολοκληρωθούν, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των NPLs κατά περίπου 18 δισ. ευρώ, μειώνοντας τον δείκτη NPL στο 25%. 

    Από την άλλη, προσθέτει ότι η κρίση του κορονοϊού είναι πιθανό να επηρεάσει την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών, ενώ προσθέτει ότι τα τα δάνεια σε μορατόρια ανέρχονταν σε περίπου 21 δισ. ευρώ (ήτοι στο 12% των συνολικών τραπεζικών δανείων) στα τέλη Νοεμβρίου 2020. Παρότι οι προοπτικές αυτών των δανείων παραμένους ασαφείς, ο οίκος θεωρεί πιθανό ένα μέρος τους να μην επιστρέψει στην κατηγορία των "εξυπηρετούμενων”. Ωστόσο, η επέκταση του "Ηρακλή” και η εφαρμογή του νέου πτωχευτικού κώδικα θα υποστηρίξει πιθανώς τις προσπάθειες των τραπεζών να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους. 

    Τέλος, σημειώνει ότι η απόφαση της ΕΚΤ να χαλαρώσει τους κανόνες της και να περιλάβει και τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων έχει ενισχύσει τη δυνατότητα ρευστότητας των τραπεζών και την ικανότητά τους να υποστηρίξουν τη χορήγηση νέων δανείων.

    Οι μεταρρυθμίσεις

    Από την εκλογή της τον Ιούλιο του 2019, η ελληνική κυβέρνηση έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην απελευθέρωση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στη βελτίωση του επιχειρημαιτκού κλίματος. Το 2019, η Ελλάδα είχε υψηλή βαθμολογία στον δείκτη "Starting a Business" της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπου βρέθηκε στην 11η θέση μεταξύ 190 χωρών. Οι πρόσφατες προσπάθειες για τη βελτίωση λειτουργίας του δημοσίου μέσω της ψηφιοποίησης των κρατικών υπηρεσιών της είναι θετικές, η ψηφιακή απόδοση της Ελλάδας, όπως υπολογίζεται από τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας της ΕΕ (DESI), εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η DBRS θεωρεί ότι η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της χώρας, αποτελούν θετικά στοιχεία.

    Οι επόμενες αξιολογήσεις

    Σημειώνεται ότι το επόμενο "ραντεβού" της Ελλάδας με τους οίκους αξιολόγησης είναι στις 23 Απριλίου που τη "σκυτάλη" θα πάρει η Standard and Poor’s,  η οποία μας έχει κατατάξει στη βαθμίδα "ΒΒ-" στην τελευταία αξιολόγηση που έκανε τον Απρίλιο του 2020. 

    Στις 21 Μαΐου, θα αξιολογήσει την ελληνική οικονομία η Moody’s η οποία μας έχει στη βαθμίδα "Ba3" επίσης με σταθερές προοπτικές. 

    Τέλος αξίζει να σημειωθεί η εκτίμηση που περιέλαβε στη χθεσινή της έκθεση η Citigroup ειδικά για την Ελλάδα, ότι οι οίκοι αξιολόγησης ετοιμάζονται να αναβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας το β' εξάμηνο,  αφήνει ένα περιθώριο αισιοδοξίας για την περίοδο. Το πόσο μέσα θα πέσει, θα φανεί από την αξιολόγηση του περιμένουμε στις 15 Ιουλίου από τον οίκο Fitch o οποίος έχει κατατάξει την Ελλάδα στη βαθμίδα "ΒΒ", ενώ τον Ιανουάριο άλλαξε τις εκτιμήσεις του για τις προοπτικές της οικονομίας από θετικές σε σταθερές. 

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ