Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 07-Μαρ-2021 16:00

    Brexit: Ποιοι διεκδικούν 1,6 τρισ. ευρώ που φεύγουν από το City

    Brexit: Ποιοι διεκδικούν 1,6 τρισ. ευρώ που φεύγουν από το City
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Οι ελληνικές τράπεζες, η εγχώρια κεφαλαιαγορά και οικονομία μπορούν να βγουν κερδισμένες από το Brexit στο επόμενο διάστημα με δύο κυρίως τρόπους. Πρώτον, με ευκολότερη και φθηνότερη χρηματοδότηση. Δεύτερον, με την απόκτηση −έστω και μικρού− μεριδίου από τα κεφάλαια και τις επενδύσεις που εγκαταλείπουν τη Βρετανία και μετακομίζουν σε χώρες της Ευρωζώνης. Υπό μία προϋπόθεση: η Ελλάδα πρέπει να τρέξει με ταχύτατους ρυθμούς δομικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να ανταγωνιστεί άλλους ευρωπαϊκούς προορισμούς. Οι προορισμοί αυτοί δεν είναι μόνο τα μεγάλα χρηματοοικονομικά κέντρα, όπως το Άμστερνταμ, η Φρανκφούρτη, το Παρίσι, το Λουξεμβούργο και το Δουβλίνο, αλλά μικρότερα και ανερχόμενα, όπως της Λιθουανίας.

    Σύμφωνα με προκαταρκτική μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οι ευκαιρίες που δημιουργούνται για το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές προέρχονται από τα εξής δεδομένα:

    Πρώτον, αναμένονται 1,2 έως 1,8 τρισ. ευρώ επενδύσεις από επιχειρήσεις (τραπεζικές και μη) σε χώρες της Ευρωζώνης και στις ευρωπαϊκές αγορές χρήματος και κεφαλαίων. Από αυτά, περίπου 900 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν προς κεφαλαιαγορές. Τα κεφάλαια αυτά θα αφορούν κυρίως διαπραγμάτευση ομολόγων. Το μεγαλύτερο τμήμα των 1,2 - 1,8 τρισ. ευρώ, άνω του 50%, θα αφορά τις αγορές χρήματος (swaps κ.λπ.), ενώ μικρότερα θα είναι τα κομμάτια των μετοχών, της τραπεζικής χρηματοδότησης και του συναλλάγματος. Συνολικά, τα κεφάλαια σε αγορές και προϊόντα που συνδέονται με επιτόκια θα απορροφήσουν το 58% των κεφαλαίων από τη Βρετανία. Περίπου 10% θα αφορούν βρετανικές επενδύσεις που θα κινηθούν σε μετοχές, 4,7% στη χρηματοδότηση και 4,4% στο συνάλλαγμα. Σε άλλες επενδυτικές μορφές κεφαλαιαγοράς, όπως των εμπορευμάτων, το ποσοστό αναμένεται στο 22%. Τα ποσά και τα ποσοστά αυτά δεν αναφέρονται μόνο σε επενδυτικά κεφάλαια, π.χ. επενδύσεις που θα μεταφερθούν από το Σίτι στη Φρανκφούρτη. Περιλαμβάνουν και τη μετακόμιση τραπεζικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων, όπως, για παράδειγμα, η μετακόμιση μιας βρετανικής τράπεζας στο Παρίσι για παροχή τραπεζικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της χορήγησης δανείων ή της παροχής υπηρεσιών συμβουλευτικής.

    Δεύτερον, "σπάει" το μονοπώλιο του Λονδίνου ως του μεγαλύτερου χρηματοοικονομικού κέντρου, που αποτελεί σταυροδρόμι διεθνών κεφαλαίων στην Ευρώπη και ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο. Το Brexit και η μετακόμιση χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και άλλων επενδύσεων σε χώρες της Ευρωζώνης δημιουργούν περισσότερα από ένα χρηματοοικονομικά κέντρα, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό. Βάσει των επιχειρησιακών σχεδίων που είχαν προετοιμάσει βρετανικές επιχειρήσεις για τη μετακόμισή τους στην Ευρωζώνη μετά το Brexit, τα κέντρα αυτά είναι η Ιρλανδία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η έλευση κεφαλαίων τρισ. ευρώ και ο ανταγωνισμός μεταξύ των νέων και μεγάλων χρηματοοικονομικών κέντρων στην Ευρώπη θα λειτουργήσουν προς όφελος των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Καταρχήν αυξάνεται το βάθος των αγορών. Δεύτερον, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους θα οδηγήσει σε φθηνότερη πρόσβαση σε κεφάλαια και ρευστότητα, αλλά και σε αποτελεσματικότερη ρύθμιση των αγορών.

    Τρίτον, το ρυθμιστικό πλαίσιο για τράπεζες και κεφαλαιαγορές θα αλλάξει. Αυτό το κάνει ξεκάθαρο η ΕΚΤ. Καταρχάς θα πρέπει να γίνει πιο ξεκάθαρη η εποπτεία των τραπεζών που συναλλάσσονται με βρετανικές (τράπεζες τρίτης χώρας) και η εποπτεία των βρετανικών θυγατρικών στην Ε.Ε. Δεύτερον, θα γίνει πιο εύκολη η ρύθμιση και η εποπτεία συναλλαγών μεταξύ ευρωπαϊκών τραπεζών και επιχειρήσεων, καθώς θα συναλλάσσονται σε ευρώ και θα εποπτεύονται από την ίδια Αρχή. Πριν από το Brexit, μολονότι υπήρχε ισχυρή παρουσία του Λονδίνου στις ευρωπαϊκές συναλλαγές, την εποπτεία ασκούσαν ΕΚΤ και Τράπεζα της Αγγλίας, ενώ πάντα υπήρχε το θέμα της εκκαθάρισης και του διακανονισμού μεταξύ συναλλαγών σε ευρώ και στερλίνας. Όλο αυτό το πλαίσιο εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ευκολότερες, αμεσότερες και φθηνότερες κινήσεις κεφαλαίων, επενδύσεις και πρόσβαση σε πηγές ρευστότητας και χρηματοδότησης, μεταξύ κρατών-μελών και μεταξύ τραπεζών και επενδυτικών οίκων στην Ε.Ε. Ακόμα και οι βρετανικοί οίκοι που θα ενταχθούν στην εποπτεία της Ε.Ε. θα υπακούουν στους ίδιους κανόνες, άρα θα συμμετέχουν στην εμβάθυνση της αγοράς και την αποτελεσματικότερη κίνηση κεφαλαίων.

    Τέταρτον, το Brexit επιταχύνει τις διαδικασίες της τραπεζικής ολοκλήρωσης, αλλά και της δημιουργίας ενιαίας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς και πανευρωπαϊκής επιτροπής κεφαλαιαγοράς. Αυτά είναι προϋποθέσεις για να επωφεληθεί η Ε.Ε. από τις συνέπειες του Brexit. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η Ελλάδα, με το υπουργείο Οικονομικών και τον υφ. Οικονομικών αρμόδιο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα να προωθεί ριζική αλλαγή του νομικού πλαισίου λειτουργίας και δομής της ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

    Οι προκλήσεις

    Ωστόσο, για την Ελλάδα, παρά τις προσπάθειες και τη στρατηγική της κυβέρνησης να προχωρήσει σε δομικές μεταρρυθμίσεις ταχύτατα με στόχο την ανταγωνιστικότητα και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, φαίνεται ότι ο δρόμος είναι μακρύς. Χαρακτηριστική ήταν η συνέντευξη του κ. Αλέξη Πατέλη, επικεφαλής οικονομικού συμβούλου του πρωθυπουργού, στο Bloomberg τον περασμένο Νοέμβριο. Ο κ. Πατέλης δήλωσε ότι η Ελλάδα προετοιμάζεται να κερδίσει τραπεζικές υπηρεσίες από το Σίτι του Λονδίνου μετά το Brexit.

    Τα στοιχεία που παρακολουθεί η ΕΚΤ και άλλοι οργανισμοί δείχνουν ότι οι υπηρεσίες αυτές, η μετακόμιση επιχειρήσεων και τραπεζών, αλλά και τα κεφάλαια, κατευθύνονται σε συγκεκριμένες αγορές (Ιρλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο), που όλες έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία η Ελλάδα δεν τα έχει αποκτήσει ακόμη. Τα βασικότερα είναι:

    Πρώτον, κατέχουν τις υψηλότερες θέσεις στις κατατάξεις ανταγωνιστικότητας και το φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον (π.χ. Doing Business, World Economic Forum κ.ά). Δυστυχώς, η Ελλάδα παραμένει σε χαμηλές θέσεις, και μάλιστα με βάση ορισμένα κριτήρια πολύ κοντά σε τριτοκοσμικές χώρες. Για παράδειγμα, με βάση το κριτήριο ευκολίας στο επιχειρείν, η Ελλάδα κατέχει την 79 θέση (αρκετά υψηλότερα πριν από περίπου 10 χρόνια), αλλά κάτω από την Τυνησία και ακριβώς πάνω από τη Μογγολία και την Αλβανία, σύμφωνα με το Doing Business Report 2020. Μάλιστα, δίνει και το εξής παράδειγμα: Για να πάρει ένα έργο συντήρησης δρόμου στην Ελλάδα μια επιχείρηση χρειάζεται 60 ημέρες, ενώ στην Κορέα 30 ημέρες. Από την άλλη, επισημαίνει βελτίωση στο καθεστώς για έναρξη επιχείρησης και στο καθεστώς προστασίας επενδυτών μειοψηφίας.

    Δεύτερον, έχουν υψηλές δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες για έρευνα και καινοτομία και, γενικότερα, το επίπεδο στην έρευνα και ανάπτυξη είναι σε υψηλό επίπεδο διεθνώς. Τα συμπεράσματα προκύπτουν από την πρόσφατη έρευνα (Διανόησις), όπου, πέρα από τους χαμηλούς δείκτες που παρουσιάζει η Ελλάδα στην καινοτομία και έρευνα (από τις δαπάνες μέχρι το αν αποτελεί χώρα προσέλκυσης ερευνητών), διακρίνεται η δαιδαλώδης διαδικασία για χρηματοδότηση μιας startup τεχνολογίας. Το παρατιθέμενο γράφημα αποτελεί ενδεικτικό της κατάστασης.

    Τρίτον, βρίσκονται υψηλά στην κατάταξη βάσει της ψηφιοποίησης, του ηλεκτρονικού εμπορίου κ.ά. Και στο κριτήριο αυτό η Ελλάδα υπολείπεται της Ευρώπης, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνεται τελευταία.

    Τέταρτον, διακρίνονται για σταθερότητα του νομικού, οικονομικού και φορολογικού περιβάλλοντος.

    Πέμπτον, διακρίνονται για μικρή γραφειοκρατία, ευελιξία, αποτελεσματικότητα και διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση. Δυστυχώς στην Ελλάδα η εφορία ζητά ειδικό έγγραφο στα ελληνικά και αγγλικά προκειμένου μια επιχείρηση που έχει έδρα στην Ευρωζώνη και ανήκει στη συνθήκη περί αποφυγής διπλής φορολόγησης (κι ας έχει η εταιρεία αυτή πιστοποιητικό από τη δική της Αρχή) να αποφύγει παρακράτηση φόρου κατά την πληρωμή από Έλληνα πελάτη. Μάλιστα, η ελληνική φορολογική αρχή ζητά το έγγραφο αυτό να κατατεθεί στη φορολογική αρχή της έδρας της ευρωπαϊκής χώρας και να τυπωθεί σε ξεχωριστές σελίδες (όχι μπρος-πίσω!) και να έχει σφραγίδες και υπογραφές με το χέρι (να φαίνεται το μελάνι της σφραγίδας, όχι ψηφιακές υπογραφές κ.λπ.). Πρόκειται για διαδικασία, πέραν του κόστους, που είναι χρονοβόρα και θεωρείται περιττή από τις ξένες φορολογικές αρχές στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ειδικά όταν οι επιχειρήσεις αυτές έχουν επίσημο πιστοποιητικό περί αποφυγής διπλής φορολόγησης και είναι αμιγώς φορολογικοί κάτοικοι της συγκεκριμένης χώρας.

    Έκτον, τα αγγλικά είναι επίσημη γλώσσα ή τουλάχιστον είναι ευρέως διαδεδομένη στις επιχειρήσεις, στην αγορά εργασίας και γίνεται αποδεκτή και από τις δημόσιες αρχές. Ας φανταστούμε μια επιχείρηση να καταθέτει στην εφορία μια αίτηση ή έγγραφο στην αγγλική γλώσσα που έχει εκδοθεί από τη δική της φορολογική αρχή.

    Έβδομον, διαθέτουν υψηλό επίπεδο υποδομών και καλή διασύνδεση με λιμάνια και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ευτυχώς, η Ελλάδα ξεκίνησε τα επενδύει πάλι στα τρένα, ενώ έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια σημαντικά έργα στα logistics και στις υποδομές.

    Όγδοον, σταθερό και ευνοϊκό φορολογικό περιβάλλον, με κίνητρα για επενδύσεις, καινοτομία και για αύξηση της απασχόλησης. Σε αυτό εντάσσεται και η ανταγωνιστικότητα σε ό,τι αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές. Για παράδειγμα, ο φορολογικός συντελεστής επιχειρήσεων στην Ιρλανδία είναι 24% (όχι 12%), αλλά γίνεται 12% μόνο εάν η εταιρεία έχει πραγματική παρουσία και δραστηριότητα στη χώρα και έχει εργαζομένους. Πέφτει στο 6,5% ή και χαμηλότερα, ακόμα και στο μηδέν για μερικά χρόνια, αν είναι startup, είναι καινοτόμα και ειδικά αν καταθέτει πατέντες στην Ιρλανδία. Επίσης πολύ χαμηλές είναι οι ασφαλιστικές εισφορές. Με άλλα λόγια, δίνονται κίνητρα για επενδύσεις, απασχόληση, έρευνα και τεχνολογία.

    Ένατον, βαθιά και ανεπτυγμένη κεφαλαιαγορά (μετοχές, ομόλογα κ.λπ.) και ισχυρό και σύγχρονο τραπεζικό σύστημα. Τα τελευταία χρόνια μεγάλες ξένες τράπεζες έχουν φύγει από την Ελλάδα ή έχουν περιορίσει τις δραστηριότητές τους (π.χ. Citi, American Express, Barclays κ.ά.).

    Δέκατον, έχουν καθιερωθεί ως brand name σε τουλάχιστον ένα κριτήριο στο οποίο θεωρούνται δυνατές και αυτό το πλεονέκτημα βοηθά την κύρια δραστηριότητα της υπό μετακόμισης τράπεζας ή επιχείρησης. Για παράδειγμα, μια τράπεζα ή το private banking και το wealth management θα επιλέξει το Λουξεμβούργο. Αν θέλει να υποστηρίζει επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στα logistics ή θέλουν να αντλήσουν εύκολα ρευστότητα και κεφάλαια από το χρηματιστήριο, θα επιλέξουν το Άμστερνταμ. Αν το κριτήριο είναι η αγγλική γλώσσα, η ευρεία χρήση και η αποδοχή αγγλικών εγγράφων από δημόσιες επιχειρήσεις, προτιμά την Ιρλανδία κ.ο.κ.

    Η Ελλάδα όχι μόνο πρέπει να γίνει ανταγωνιστική σε τουλάχιστον ένα από τα κριτήρια που αναζητούν οι επενδυτές, οι βρετανικές επιχειρήσεις που μετακομίζουν κ.λπ., αλλά θα πρέπει να ήταν εδώ και χρόνια τουλάχιστον σε έναν τομέα, ώστε να έχει γίνει συνείδηση στη διεθνή κοινότητα.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ