Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 05-Μαρ-2021 20:08

    Μελέτη ΕΚΤ: Πώς ο μετασχηματισμός των ελληνικών τραπεζών επηρεάζει τις ρυθμίσεις

    Μελέτη ΕΚΤ: Πώς ο μετασχηματισμός των ελληνικών τραπεζών επηρεάζει τις ρυθμίσεις
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Η φράση "ουδείς αναντικατάστατος” φαίνεται ότι δεν ισχύει στις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και επιχειρήσεων. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από μελέτη που εκπόνησε η επικεφαλής οικονομολόγος (Senior Economist, Directorate General Research) της ΕΚΤ κυρία Μελίνα Παπουτσή. Η διακοπή της σχέσης ενός τραπεζικού στελέχους που ασχολείται με τα δάνεια μιας επιχείρησης επιφέρει μείωση της πιθανότητας ρύθμισης, μικρότερη επιμήκυνση της διάρκειας, στην περίπτωση επαναδιαπραγμάτευσης, και απαίτηση για υψηλότερες εξασφαλίσεις.

    Τα συμπεράσματα από τα στοιχεία που εξέτασε για την ελληνική τραπεζική αγορά είναι ιδιαίτερα χρήσιμα την περίοδο αυτή, καθώς η πανδημία αναμένεται να αυξήσει την ανάγκη για ρυθμίσεις δανείων - τόσο των υφιστάμενων όσο και των νέων που θα προκύψουν από την κρίση Covid. Επίσης, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο ψηφιακός μετασχηματισμός του ελληνικού τραπεζικού συστήματος επιφέρει αλλαγές στις σχέσεις που είχαν οι επιχειρήσεις με τις τράπεζές τους. Η αλλαγή αυτή μπορεί, για παράδειγμα, να προέλθει με τη μετακίνηση του στελέχους που ασχολείται με τα δάνεια μιας επιχείρησης σε άλλη διεύθυνση της τράπεζας ή από κλείσιμο καταστήματος ή από κάποια συγχώνευση.

    Η μελέτη που εξέτασε περιπτώσεις επαναδιαπραγμάτευσης δανείων επιχειρήσεων στα μέσα της δεκαετίας 2010 στην ελληνική αγορά καταλήγει στα εξής βασικά συμπεράσματα:

    Πρώτον, η σταθερή σχέση μεταξύ τραπεζικού στελέχους και επιχείρησης επιφέρει καλύτερους όρους επαναδιαπραγμάτευσης των δανείων.

    Δεύτερον, η διακοπή της σχέσης αυτής μπορεί να μειώσει την πιθανότητα επαναδιαπραγμάτευσης, δηλαδή ρύθμισης του δανείου. Από τα στοιχεία της μελέτης που αφορούσαν την περίοδο στα μέσα της δεκαετίας 2010 προκύπτει ότι η πιθανότητα ρύθμισης μειώθηκε στο 49% όταν υπήρξε αλλαγή/διακοπή σχέσης, έναντι πιθανότητας 59% στις σταθερές σχέσεις.

    Τρίτον, η αύξηση της πιθανότητας για ρύθμιση, ύστερα από διακοπή/αλλαγή της τραπεζικής σχέσης, επανέρχεται ύστερα από δύο χρόνια (συνεχούς συνεργασίας με το νέο τραπεζικό στέλεχος).

    Τέταρτον, στη διακοπή σχέσεων παρατηρείται μικρότερη επιμήκυνση στη διάρκεια των δανείων κατά τη διαπραγμάτευση κατά περίπου δύο χρόνια. Δηλαδή, οι επιχειρήσεις με σταθερό τραπεζικό στέλεχος που ασχολείται με τη ρύθμιση των δανείων τους πετυχαίνουν μεγαλύτερη αύξηση της διάρκειας έως τη λήξη.

    Πέμπτον, η διακοπή της σχέσης συνδέεται και με αύξηση του ποσού των εγγυήσεων. Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις όπου υπήρξε αλλαγή του τραπεζικού στελέχους ζητήθηκε επιπλέον εγγύηση κατά 0,78 ευρώ για κάθε ευρώ δανείου (σε σύγκριση πάντα με τις περιπτώσεις που είχαν συνεχή σχέση με το ίδιο τραπεζικό στέλεχος).

    Έκτον, οι επιχειρήσεις, στις οποίες διακόπηκε η συνεχιση της σχέσης με το τραπεζικό στέλεχος, προχώρησαν σε αύξηση κεφαλαίου και μείωσαν τον δανεισμό. Η κίνηση αυτή επιφέρει αλλαγή στην κεφαλαιακή διάρθρωση και στο συνολικό κόστος κεφαλαίων των τραπεζών.

    Έβδομον, στη διακοπή των σχέσεων, δεν φαίνεται ότι οι επιχειρήσεις τελικά καταφεύγουν σε άλλη τράπεζα για να προχωρήσουν σε επαναδιαπραγμάτευση του δανείου. Από την άλλη, διαπιστώνεται ότι οι επιχειρήσεις αλλάζουν τράπεζα όταν πρόκειται να πετύχουν καλύτερους όρους δανεισμού ή καλύτερες ρυθμίσεις.

    Επιπτώσεις και στην εποπτεία

    Για τους λόγους αυτούς, η κυρία Παπουτσή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίπτωση που έχει η διακοπή/αλλαγή της σχέσης μιας επιχείρησης με ένα τραπεζικό στέλεχος θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τα ίδια τα τραπεζικά συστήματα και τις εποπτικές αρχές. Και αυτό διότι η διακοπή της σχέσης αυτής μπορεί να επιφέρει αύξηση του κόστους κεφαλαίου για τις επιχειρήσεις που ενδεχομένως να έχει επιπτώσεις στο ίδιο το τραπεζικό σύστημα και στην οικονομία.

    Ο ψηφιακός μετασχηματισμός έχει επιταχύνει τη μείωση του αριθμού καταστημάτων, καθώς οι περισσότερες υπηρεσίες και προϊόντα μεταφέρονται στα ηλεκτρονικά κανάλια, όπως το ebanking, το vBanking ή remote banking κλπ. Επίσης, ο τραπεζικός και ψηφιακός μετασχηματισμός σχετίζεται με αλλαγές στις εσωτερικές δομές και την αποτελεσματικότερη διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων.

    Οι ελληνικές τράπεζες επιμένουν στην προσωποποιημένη σχέση

    Πάντως, από τις παρουσιάσεις και τα επιχειρηματικά σχέδια των ελληνικών τραπεζών προκύπτει, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ του Capital.gr, ότι ο παράγοντας της προσωπικής σχέσης μεταξύ τράπεζας και επιχείρησης (αλλά και με τον ιδιώτη πελάτη) έχει αποτελέσει τη βάση του ψηφιακού και του εταιρικού τους μετασχηματισμού. 

    Όπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη στο Capital.gr, η ψηφιοποίηση δεν γίνεται με στόχο να γίνει η τράπεζα πιο απρόσωπη. Αντίθετα, διατηρείται και ενισχύεται η προσωποποιημένη εξυπηρέτηση, η οποία θα είναι διαθέσιμη από όλα τα μέσα και όχι μόνο μέσω του καταστήματος. Το τελευταίο θα αλλάξει ρόλο και θα αποκτήσει περισσότερο συμβουλευτικό χαρακτήρα, αλλά η σχέση τράπεζας-πελάτη θα είναι προσωπική και θα έχει συνέχεια είτε ο επιχειρηματίας ή ο ιδιώτης επισκέπτεται ένα κατάστημα, είτε επικοινωνεί με τον personal banker του μέσω υπολογιστή, κινητού ή tablet. Τέλος, έχει δοθεί μέριμνα και στην περίπτωση που μπορεί να γίνεται -εκούσια ή ακούσια- κατάχρηση της προσωπικής σχέσης, ως φυσικό αποτέλεσμα της μακροχρόνιας ενασχόλησης και εξοικείωσης με τις ανάγκες και τα προβλήματα ενός πελάτη.

    Το Capital.gr παρουσίασε με όσο το δυνατόν απλούστερο και ταυτόχρονα αναλυτικό τρόπο τα κύρια σημεία της μελέτης, η οποία βασίστηκε σε συγκεκριμένα στοιχεία και υποθέσεις. Πρόκειται για μια προσεκτική και τεχνική μελέτη. Όπως σημειώνει η συγγραφέας της, μπορεί να μην συνδέεται άμεσα με τα δάνεια της πανδημίας ή να αντιπροσωπεύει το σύνολο του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, δηλαδή πέραν των ελληνικών τραπεζών, ή να ισχύει για κάθε περίπτωση, ωστόσο δίνει σαφή μηνύματα για τις σχέσεις τραπεζών και επιχειρήσεων στο θέμα του δανεισμού και των ρυθμίσεων. Στη μελέτη της καταλήγει στη σημείωση ότι η έρευνα αποτυπώνει συμπέρασμα συγκεκριμένων αναλύσεων και ότι δεν σημαίνει ότι αντανακλούν και τις θέσεις της ΕΚΤ.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ