Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 22-Ιαν-2021 23:03

    Fitch: Επιβεβαίωσε την αξιολόγηση "BB" για την Ελλάδα, με σταθερές προοπτικές

    Fitch Ratings 22.01.2021
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 23/01 00:30

    Στην επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα "ΒΒ” προχώρησε η Fitch Ratings, διατηρώντας παράλληλα σταθερές τις προοπτικές, όπως αναμενόταν.

    Όπως αναφέρει ο οίκος, η αξιολόγηση της Ελλάδας αντικατοπτρίζει το υψηλό επίπεδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος, που υπερβαίνει αυτό χωρών με αξιολόγηση "BB” και "BBB”, καθώς και το επίπεδο διακυβέρνησης που είναι καλύτερο από αυτό χωρών σε αντίστοιχη επενδυτική βαθμίδα. 

    Πλεονεκτήματα που, σύμφωνα με τον οίκο, αντισταθμίζονται από την αδύναμη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική, το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων του τραπεζικού τομέα και το πολύ υψηλό επίπεδο κυβερνητικού και εξωτερικού χρέους.

    Επίσης, σημειώνει ότι οι σταθερές προοπτικές αντικατοπτρίζουν τον βαθμό εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών της χώρας, ακόμα και μετά το σοβαρό σοκ που υπέστη η ελληνική οικονομία από την πανδημία του κορονοϊού, αλλά και τους κινδύνους που εγκυμονούν.

    Ισχυρή ανάπτυξη της επόμενη διετία

    Σύμφωνα με τη Fitch, το ελληνικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 9,2% σε ετήσια βάση κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2020, λόγω της ιδιαίτερα απότομης πτώσης των εξαγωγών κατά περίπου 25%, και κυρίως λόγω της σημαντικής μείωσης των τουριστικών αφίξεων. Για το σύνολο του 2020, ο οίκος εκτιμά ότι η μείωση του ΑΕΠ ανήλθε στο 10,2%.

    Η Fitch, πάντως, σημειώνει ότι αναμένει ισχυρή οικονομική ανάκαμψη την επόμενη διετία, υπό την παραδοχή ότι η παγκόσμια υγειονομική κρίση θα υποχωρήσει σημαντικά και θα απορροφηθούν εμπροσθοβαρός οι διαθέσιμοι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ.

    Ωστόσο, τονίζει ότι υπάρχουν κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας, όπως η καθυστέρηση του προγράμματος εμβολιασμού, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στους κύριους εμπορικούς εταίρους της χώρας, που θα μπορούσε να επιβραδύνει την ανάκαμψη του τουριστικού τομέα, αλλά και η αργή απορρόφηση των κεφαλαίων της ΕΕ που θα "φρενάρει” την αύξηση της εγχώριας ζήτησης.

    Ο οίκος προβλέπει ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα αρχίσει να ανακάμπτει έντονα από το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, αν και προσθέτει ότι η "κληρονομιά” του 2020 και τα συνεχιζόμενα περιοριστικά μέτρα στο πρώτο τρίμηνο του 2021, "κατεβάζουν" την πρόβλεψή της για τον ρυθμό ανάπτυξης φέτος μόλις στο 3%. 

    Η Fitch αναμένει ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια υπό τη μορφή επιχορηγήσεων από το Ταμείο Ανάπτυξης, θα εκταμιευθούν εμπροσθοβαρός το 2021 και το 2022, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπενθυμίζοντας ότι στην Ελλάδα αντιστοιχούν επιχορηγήσεις 16,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων αναμένει το 10% να εκταμιευθεί φέτος και το 60% το 2022.

    Η πολύ καλύτερη εικόνα που αναμένεται φέτος και η ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης κάνει τη Fitch να αναμένει επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο 7,6% το 2022, πριν επιβραδυνθεί στο εκτιμώμενο επίπεδο μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης του 1%, καθώς το κενό παραγωγής θα κλείνει και τα οφέλη από τους πόρους της ΕΕ θα εξασθενούνν με την πάροδο του χρόνου.

    Σε κάθε περίπτωση, ο οίκος σημειώνει ότι υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν είτε θετικά είτε αρνητικά αυτές τις προβλέψεις. Θετικά μπορεί να επηρεάσει το ενδεχόμενο ισχυρότερης ανάπτυξης που απαιτεί έναν συνδυασμό αποτελεσματικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και διατήρηση της χρηματοδότησης από την ΕΕ, ενώ οι αρνητικοί κίνδυνοι περιλαμβάνουν να παραμείνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, από ό,τι αναμένει σήμερα, οι επιπτώσεις της πανδημίας.

    Έλλειμμα και χρέος

    Ο οίκος σημειώνει ότι η μεγάλη μείωση στις αφίξεις τουριστών είχε τεράστια επίπτωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Εκτιμά ότι το έλλειμμα διευρύνθηκε από το 1,5% το 2019 στο 7,2% πέρυσι. Αναμένει ωστόσο σταδιακή μείωση του ελλείμματος την επόμενη διετία, προβλέποντας ότι θα διαμορφωθεί στο 5,7% το 2022. 

    Σημειώνει ότι το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε περαιτέρω στο 154,3% του ΑΕΠ το 2020, παραμένοντας πολύ υψηλότερα από τα επίπεδα των χωρών με αξιολόγηση "ΒΒ”. 

    Προσθέτει, πάντως, ότι τα ρίσκα που προκύπτουν από το υψηλό χρέος της χώρας περιορίζονται από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του οφείλεται στον επίσημο τομέα, και από τη μικρή εξάρτηση της Ελλάδας από τις συνθήκες στις αγορές. 

    Μέτρα στήριξης 

    Η Fitch επισημαίνει ότι το συνολικό ύψος των μέτρων στήριξης στην οικονομία που πλήττεται από την πανδημία, συμπεριλαμβανομένων των φοροελαφρύνσεων και των εγγυήσεων που δεν επηρεάζουν άμεσα τις μετρήσεις των δημόσιων οικονομικών, εκτιμάται στα 24 δισ. το 2020 και στα 7,5 δισ. το 2021 (συνολικά 17% του ΑΕΠ 2019). 

    Προσθέτει δε ότι ο προϋπολογισμός του 2021 προβλέπει τον περιορισμό των μέτρων στήριξης αλλά και φοροελαφρύνσεις της τάξεως του 0,8% του ΑΕΠ.

    Στο πλαίσιο αυτό εκτιμά ότι ο συνδυασμός των μέτρων στήριξης, της περιορισμένης οικονομικής δραστηριότητας και των αυτόματων σταθεροποιητών θα οδηγήσουν το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης από πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ το 2019, σε εκτιμώμενο έλλειμμα 9,3% το 2020. Συμπληρώνει, όμως, ότι η οικονομική ανάκαμψη της επόμενης διετίας θα οδηγήσει το έλλειμμα στο 7,2% φέτος και στο 2,6% το 2022. 

    Το προφίλ χρέους

    Ο οίκος σημειώνει ότι με βάση τις προβλέψεις του και τις παραδοχές που κάνει, το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε από 180,5% στο τέλος του 2019 σε 210,5% του ΑΕΠ στο τέλος του 2020. Προβλέπει, όμως, ότι ο δείκτης θα υποχωρήσει στο 206,9% έως το τέλος του 2021 και περαιτέρω στο 191,5% έως το τέλος του 2022.

    Σημειώνει ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα παραμείνει πολύ υψηλό για μια παρατεταμένη περίοδο, αλλά υπάρχουν παράγοντες που υποστηρίζουν τη βιωσιμότητά του: Το "μαξιλάρι” ρευστότητας που διαθέτει η χώρα είναι σημαντικό (περίπου 20% του προβλεπόμενου ΑΕΠ) και μπορεί να καλύψει απροσδόκητες αυξήσεις στις δαπάνες, το μεγαλύτερο μέρος του κατέχεται από τον επίσημο τομέα και άρα το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι χαμηλό, ενώ το πρόγραμμα αποπληρωμών είναι μέτριο και η μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους (περίπου 20 χρόνια) είναι από τα καλύτερα μεταξύ όλων των χωρών που παρακολουθεί η Fitch, μετριάζοντας έτσι τον κίνδυνο μιας αύξησης των επιτοκίων.

    Σημειώνει, επίσης, ότι το σημαντικότερο είναι πως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει συμπεριλάβει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγοράς έκτακτης ανάγκης λόγω της πανδημίας (PEPP). Το PEPP είναι συνολικού ύψους 1,85 δισ. ευρώ και με βάση το κλειδί κεφαλαίου της Ελλάδας στην ΕΚΤ (ήτοι το ποσοστό συμμετοχής της), θα επέτρεπε την αγορά ελληνικών ομολόγων ύψους έως και 37 δισ. ευρώ (περίπου 23% του ΑΕΠ) στη δευτερογενή αγορά. 

    Αυτό, τονίζει ο οίκος, παρέχει στη χώρα σημαντική πρόσθετη ευελιξία χρηματοδότησης και αναμένεται να διατηρήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους διαχειρίσιμο. 

    Τέλος, σημειώνει ότι το 2020, το ελληνικό κράτος εξέδωσε ή επανεξέδωσε ομόλογα ύψους 12 δισ. ευρώ με ιστορικά χαμηλά επιτόκια (1,2% στο 10ετές του Οκτωβρίου).

    Οι τράπεζες

    Σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό τομέα, ο οίκος τονίζει ότι παραμένει μια αδυναμία για το κρατικό προφίλ χρέους. Ο δείκτης NPL παραμένει πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, παρά την πρόσφατη πρόοδο που οδήγησε σε μείωση του δείκτη NPL στο 35,8% στο τέταρτο τρίμηνο από 42,1% προηγουμένως, και σε ονομαστική μείωση κατά 12,5 δισ. ευρώ. 

    Ο οίκος αναμένει αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μετά τη λήξη του μορατόριουμ για τις πληρωμές δανείων που εισήγαγαν οι ελληνικές τράπεζες. Ωστόσο, προσθέτει ότι ο συνολικός δείκτης NPL θα μπορούσε να μειωθεί εάν οι τράπεζες υλοποιήσουν τις προγραμματισμένες τιτλοποιήσεις δανείων το 2021, κάνοντας χρήση του σχεδίου "Ηρακλής”. 

    Σημειώνει, επίσης, ότι η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για την ίδρυση bad bad για την αντιμετώπιση των NPLs και η εφαρμογή του νέου πτωχευτικού νόμου από τον Ιανουάριο ενδέχεται να είναι θετική για τις προοπτικές ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών μεσοπρόθεσμα.

    Τέλος σημειώνει ότι οι όροι χρηματοδότησης και τα επίπεδα ρευστότητας για τις ελληνικές τράπεζες βελτιώθηκαν χάρη στις εισροές καταθέσεων από τον ιδιωτικό τομέα και σε άλλες πρωτοβουλίες στήριξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως οι νέες στοχευμένες πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης και το waiver στη χρήση ομολόγων του ελληνικού δημοσίου ως εξασφάλιση.

    Οι λόγοι μελλοντικής αναβάθμισης ή όχι της αξιολόγησης

    Τέλος, ο οίκος σημειώνει ότι οι κύριοι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της αξιολόγησής του είναι:

    Δημόσια Οικονομικά: Επιστροφή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε πτωτική πορεία μετά το σοκ της πανδημίας, για παράδειγμα λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής, της επιστροφής στην ανάπτυξη και των διατηρήσιμων χαμηλών επιτοκίων δανεισμού.

    Μακροοικονομικά: Βελτίωση της μεσοπρόθεσμης αναπτυξιακής δυναμικής και πορείας μετά το σοκ της πανδημίας, ειδικά αν στηρίζεται στην εφαρμογή του πλάνου για το Ταμείο Ανάκαμψης και σε δομικές μεταρρυθμίσεις.

    Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Ανανέωση της προόδου βελτίωση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων των συστημικών τραπεζών, σύμφωνη με την επιτυχή ολοκλήρωση των συναλλαγών τιτλοποίησης, που οδηγεί σε βελτίωση της παροχής πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα.

    Αντίθετα, κύριοι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση της αξιολόγησης είναι:

    Δημόσια Οικονομικά: Αποτυχία μείωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, για παράδειγμα λόγω πιο παρατεταμένης περιόδου δημοσιονομικής χαλάρωσης και οικονομικής συρρίκνωσης.

    Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Αρνητικές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα που αυξάνουν τον κίνδυνο για τα δημόσια οικονομικά και την πραγματική οικονομία, μέσω της εδραίωσης ενδεχόμενων υποχρεώσεων στον προϋπολογισμό ή / και της αδυναμίας χορήγησης νέων δανείων για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης.

    Μακροοικονομικά: Αποδείξεις μακροπρόθεσμών αρνητικών επιδράσεων του σοκ της πανδημίας στην οικονομία και την δυνητική μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη.

    Οι επόμενες αξιολογήσεις

    Δεδομένης της παράτασης του lockdown, της ακόμα ανησυχητικής επιδημιολογικής εικόνας στην Ευρώπη αλλά και της αργής εκκίνησης της εκστρατείας του εμβολιασμού, οι αναλυτές ανέμεναν ευρέως πως η Fitch δεν θα προχωρήσει ακόμα σε κάποια αλλαγή της "βαθμολογίας" ή των προοπτικών της Ελλάδας. Άλλωστε ο οίκος είναι ο λιγότερο αυστηρός, καθώς αξιολογεί τη χώρα μας δύο σκαλοπάτια κάτω από τη επενδυτική βαθμίδα (με σταθερές προοπτικές), ενώ οι Moody’s, S&P και DBRS, τρία.

    Η Ελλάδα είναι γεγονός πως ξεχώρισε το 2020 στο μέτωπο των αξιολογήσεων, καθώς αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτό που χαρακτηρίστηκε ως ένα έτος αρνητικών δράσεων σε ό,τι αφορά τα ratings των χωρών από τους "κυρίαρχους" του παιχνιδιού. Αν και τον Απρίλιο του 2020 οι θετικές προοπτικές που έδιναν Fitch, S&P και DBRS προς τη χώρα μας μειώθηκαν "αναγκαστικά" σε σταθερές, η Moody’s επέλεξε να μην "μιλήσει". Ωστόσο, τον Νοέμβριο αποφάσισε να κάνει τη διαφορά και να δώσει στη χώρα την αναβάθμιση που "χρωστούσε" (ήταν και η πιο αυστηρή μεταξύ των τεσσάρων).

    Η πανδημία προφανώς δεν ανέκοψε την ανοδική τροχιά στην οποία βρισκόταν η αξιολόγηση της Ελλάδας, και το επόμενο διάστημα, με βάση και την ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας, αναμένεται αυτή η τροχιά να πάρει περισσότερη… φόρα. Η Citi αναμένει πως οι οίκοι θα αλλάξουν γενικότερα στάση το 2021 και ο πτωτικός κύκλος των αξιολογήσεων θα σταματήσει, λόγω της στήριξης από την ΕΚΤ και το Ταμείο Ανάκαμψης, με το 2022 κυρίως να αναμένεται να δούμε τις περισσότερες αναβαθμίσεις. Η Ελλάδα θα ηγηθεί των αναβαθμίσεων των οίκων, όπως και η Πορτογαλία, κάτι που συνέβη και πριν ξεσπάσει η πανδημία, όπως εκτιμά η αμερικάνικη τράπεζα. Παράλληλα, και η JP Morgan έχει εκτιμήσει πως η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος, θα δουν αναβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης φέτος αν και δεν αναμένεται ακόμη ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, καθώς αυτό θα αποτελέσει θέμα του 2022. Από την πλευρά της, η Société Générale σημείωσε πρόσφατα πως οι αξιολογήσεις της Ελλάδας από τους οίκους δεν κινδυνεύουν, παρά το παρατεταμένο lockdown και τη συρρίκνωση της οικονομίας.

    Σημειώνεται πως τα επόμενα 7 "ραντεβού" της Ελλάδας με τους οίκους φέτος έχουν ως εξής: μετά τη Fitch σήμερα, ακολουθεί στις 19 Μαρτίου η DBRS, τον Απρίλιο, στις 24 του μήνα, χτυπάει την πόρτα των ελληνικών αξιολογήσεων και ο οίκος S&P, ενώ η Moody’s θα περιμένει έως τον Μάιο για την πρώτη προγραμματισμένη αξιολόγησή της, στις 21 του μήνα.

    Οι δεύτεροι γύροι αξιολογήσεων είναι στις 16 Ιουλίου από τη Fitch, στις 17 Σεπτεμβρίου από την DBRS, στις 22 Οκτωβρίου από την S&P και στις 19 Νοεμβρίου από την Moody’s.
     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ