Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 14-Απρ-2020 17:31

    ΔΝΤ: Πιστωτικές ζημίες στις τράπεζες λόγω COVID-19, να χειριστούν με σύνεση τις αναστολές πληρωμών δανείων

    ΔΝΤ: Πιστωτικές ζημίες στις τράπεζες λόγω COVID-19, να χειριστούν με σύνεση τις αναστολές πληρωμών δανείων
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Νένας Μαλλιάρα

    Τα ρυθμιστικά και εποπτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας του COVID-19 θα πρέπει να διατηρήσουν την ισορροπία μεταξύ της διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, της ευρωστίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και της υποστήριξης της οικονομικής δραστηριότητας, τονίζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Έκθεσή του για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα στην εποχή του COVID-19.  

    Το ΔΝΤ επισημαίνει την ανησυχία των επενδυτών για την κερδοφορία και πιθανά την ανθεκτικότητα των τραπεζών. Η ανησυχία αυτή αποτυπώνεται στη μεγάλη μείωση των τιμών των τραπεζικών μετοχών από τα μέσα Ιανουαρίου, η οποία κινείται σε μέσο όρο στο 35%, φτάνοντας μέχρι το 60% σε ορισμένες χώρες. "Αν οι αποτιμήσεις της αγοράς χρησιμοποιούνταν για να υπολογίσουν τους κεφαλαιακούς δείκτες των τραπεζών, αντί των λογιστικών αξιών, πολλές τράπεζες θα εμφανίζονταν με αδύναμη κεφαλαιοποίηση, παρόμοια με επίπεδα στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης", αναφέρει το Ταμείο.

    Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι τράπεζες είναι καλύτερα θωρακισμένες στην παρούσα πανδημική κρίση, σε σχέση με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 – 2008, και τους έχει παρασχεθεί ευρεία ομπρέλα μέτρων στήριξης. Τα υψηλότερα επίπεδα κεφαλαιακών αποθεμάτων που δημιουργήθηκαν από την παγκόσμια οικονομική κρίση θα βοηθήσουν τις τράπεζες να απορροφήσουν τις απώλειες. Οι μέσοι δείκτες κεφαλαίου της κατηγορίας 1 (CET -1) στις οικονομίες με μεγάλα χρηματοπιστωτικά συστήματα είναι πάνω από 400 μονάδες βάσης υψηλότεροι από ό, τι στο τέλος του 2007. 

    Η εποπτεία των τραπεζών έχει ενισχυθεί, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων για την αξιολόγηση της υγείας των τραπεζών (stress tests) και έχουν ενισχυθεί οι κανονισμοί. Οι τράπεζες κατέχουν επίσης πιο ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία από ό, τι στο παρελθόν. 

    Επιπλέον, η ουσιαστική και συντονισμένη δράση των κεντρικών τραπεζών για παροχή ρευστότητας σε τράπεζες σε πολλές οικονομίες, θα συμβάλει στην άμβλυνση των πιέσεων ρευστότητας.

    Η μεγαλύτερη πρόσβαση στη ρευστότητα θα πρέπει να βοηθήσει τις τράπεζες να αντιμετωπίσουν την απορρόφηση των πιστώσεων από εταιρείες. Όπως σημειώνεται στην Έκθεση του ΔΝΤ, οι συνολικές αδιάθετες πιστώσεις ανήλθαν στα 10 τρις. δολάρια στο τέλος του 2019 για ένα δείγμα σχεδόν 400 τραπεζών με έδρα τις οικονομίες του G7 (περίπου το 50% των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού). Παρά ταύτα, η προοπτική μεγάλης άντλησης πιστώσεων από τις επιχειρήσεις, μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα ή την προθυμία των τραπεζών να διατηρήσουν τη ροή πιστώσεων προς την οικονομία.

    Ζημίες από τον δανεισμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών

    Το ΔΝΤ εκτιμά ότι παρά την ισχυρότερη αρχική τους θέση, οι τράπεζες πιθανότατα θα αντιμετωπίσουν τόσο ζημίες από συναλλαγές στην αγορά (ημερήσιος διακανονισμός, mark to market), όσο και πιστωτικές ζημίες ως αποτέλεσμα της απότομης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας που προκάλεσε ο COVID-19.

    Όσο μεγαλύτερη είναι η ξαφνική διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας, τόσο πιθανότερο είναι ότι οι τράπεζες θα δουν πιστωτικές ζημίες από το δανεισμό τους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το χαμηλό επίπεδο κερδοφορίας των τραπεζών σε ορισμένες προηγμένες οικονομίες σημαίνει ότι οι τράπεζες θα έχουν λιγότερα έσοδα διαθέσιμα για να αντισταθμίσουν ζημίες σε σχέση με το παρελθόν.

    Εν όψει "του πρωτοφανούς αλλά προσωρινού σοκ" από τον COVID-19, το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να ενθαρρύνουν τις τράπεζες να επαναδιαπραγματευτούν με σύνεση τους όρους δανείων για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που αγωνίζονται να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους. Αυτό πρέπει να γίνει χωρίς να μειωθούν τα πρότυπα ταξινόμησης και πρόβλεψης δανείων.

    Όπως λέει το ΔΝΤ, ενώ η αναδιάρθρωση του δανείου δεν μπορεί να οδηγήσει αυτομάτως σε αύξηση του πιστωτικού κινδύνου ή των ζημιών από δάνεια, εάν παραμένει πιθανό οι δανειολήπτες να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, οι τράπεζες πρέπει να αξιολογούν τη φερεγγυότητα των πελατών τους σε συνεχή βάση και να αποτυπώνουν τυχόν υποβάθμιση της ποιότητας του ενεργητικού εγκαίρως. Στις περιπτώσεις που οι αρχές έχουν ανακοινώσει μορατόρια (βλ. αναστολές πληρωμών) στην αποπληρωμή δανείων, οι τράπεζες μπορεί να μην είναι σε θέση να αξιολογήσουν αξιόπιστα τις επιπτώσεις της κρίσης στους πελάτες τους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, θα πρέπει να επιδιώξουν να επικαιροποιούν τις αξιολογήσεις τους το ταχύτερο δυνατόν, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες τυχόν μηχανισμών στήριξης που παρέχονται από τις κυβερνήσεις και τις οδηγίες από τους εποπτικούς φορείς. 

    Όπως λέει το ΔΝΤ, τα υπάρχοντα αποθέματα κεφαλαίων και ρευστότητας των τραπεζών πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την απορρόφηση του χρηματοοικονομικού κόστους οποιασδήποτε αναδιάρθρωσης των πελατών και για την ανακούφιση των πιέσεων στη χρηματοδότηση και τη ρευστότητα των τραπεζών, με πλήρη ελαστικότητα εντός των υφιστάμενων κανονιστικών πλαισίων. Σε περιπτώσεις όπου ο αντίκτυπος είναι μεγάλος και διαρκής και η επάρκεια των κεφαλαίων της τράπεζας επηρεάζεται, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να λάβουν στοχοθετημένες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ζήτησης από τις τράπεζες να υποβάλουν αξιόπιστα σχέδια αποκατάστασης κεφαλαίου. 

    Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρχές ενδέχεται επίσης να χρειαστεί να προχωρήσουν σε φορολογική υποστήριξη των πελατών των τραπεζών - είτε άμεσες επιδοτήσεις είτε φοροαπαλλαγές για να βοηθήσουν τους δανειολήπτες να αποπληρώσουν τα δάνειά τους και να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητές τους ή να παράσχουν πιστωτικές εγγυήσεις στις τράπεζες. 

    Καθ 'όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, η διαφανής αποκάλυψη των κινδύνων και οι εποπτικές προσδοκίες για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της επιδημίας θα είναι σημαντικές για την αποτελεσματική λειτουργία της πειθαρχίας της αγοράς. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει επίσης να συζητήσουν τους λειτουργικούς κινδύνους που συνδέονται με τα μέτρα περιορισμού που σχετίζονται με το COVID-19 και τα σχέδια συνέχισης των δραστηριοτήτων με τις τράπεζες.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ