Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 04-Ιαν-2020 08:00

    Δύσκολη η "απόψυξη" της τραπεζικής χρηματοδότησης στα νοικοκυριά

    Δύσκολη η "απόψυξη" της τραπεζικής χρηματοδότησης στα νοικοκυριά
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Νένα Μαλλιάρα

    Κλίμα επιφυλακτικότητας για νέο δανεισμό, τόσο από τα νοικοκυριά όσο και από τις τράπεζες, φανερώνουν τα στοιχεία για την πορεία της πιστωτικής επέκτασης.

    Σε αντίθεση με την ανάκαμψη που παρουσιάζουν οι χορηγήσεις δανείων στις επιχειρήσεις, τα δάνεια προς τα νοικοκυριά δείχνουν ότι δεν έχουν βγει από τον "πάγο", με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής της χρηματοδότησής τους να διαμορφώνεται τον Νοέμβριο 2019 σε -2,9% από -2,8% τον προηγούμενο μήνα.

    Στη διάρκεια των τελευταίων τριών μηνών για τους οποίους έχουν δημοσιευτεί από την ΤτΕ στατιστικά στοιχεία (Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος 2019), διαπιστώνεται ότι ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής για τα στεγαστικά δάνεια παραμένει αμετάβλητος στο – 3,3%, ενώ για τα καταναλωτικά δάνεια επιδεινώθηκε από το – 1,1% τον Σεπτέμβριο 2019 στο – 1,3% τον Οκτώβριο και στο – 1,6% τον Νοέμβριο.

    Τα υπόλοιπα χρηματοδότησης στα στεγαστικά δάνεια ανήλθαν τον Νοέμβριο σε 52,943 δις. ευρώ από 53,208 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο και 53,505 δισ. τον Σεπτέμβριο, ενώ τον τελευταίο μήνα (δηλ. Νοέμβριο 2019) η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 140 εκατ. ευρώ.

    Στα καταναλωτικά δάνεια, τα υπόλοιπα χρηματοδότησης Νοεμβρίου 2019 ανήλθαν σε 16,329 δισ. ευρώ από 17,029 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο και 17,149 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ για τον μήνα Νοέμβριο η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 28 εκατ. ευρώ.

    Η συρρίκνωση των πιστώσεων προς τα νοικοκυριά είχε επισημανθεί και από την ΤτΕ στην Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο και περιελάμβανε στοιχεία για το δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2019. Σύμφωνα με την ΤτΕ, η συρρίκνωση των πιστώσεων προς τα νοικοκυριά οφείλεται, από την πλευρά της προσφοράς, στην επιφυλακτική στάση των τραπεζών, δεδομένου ότι τα επίπεδα των επισφαλών δανείων παραμένουν υψηλά, παρά τη βελτίωση που καταγράφεται στη χρηματοοικονομική κατάσταση των νοικοκυριών. Από την πλευρά της ζήτησης δανείων εκ μέρους των νοικοκυριών, αρνητικά επέδρασαν το υψηλότερο επίπεδο επιτοκίου και ενδεχομένως η απροθυμία τους να αναλάβουν νέα χρέη, προτιμώντας είτε να αποπληρώσουν τρέχουσες (δανειακές και φορολογικές) υποχρεώσεις είτε να αποταμιεύσουν.

    Σε υψηλότερα επίπεδα τα επιτόκια δανεισμού

    Η επιφυλακτικότητα αμφότερων των πλευρών, πάντως, για νέο δανεισμό, απεικονίζεται στο ύψος των επιτοκίων. Το 2019, τα μεσοσταθμικά επιτόκια διαμορφώθηκαν, κατά μέσο όρο, σε υψηλότερο επίπεδο έναντι του 2018, τόσο στα καταναλωτικά όσο και στα στεγαστικά δάνεια.

    Ειδικότερα, το επιτόκιο καταναλωτικών δανείων καθορισμένης διάρκειας, που παραμένουν η σημαντικότερη κατηγορία τραπεζικής πίστης καθορισμένης διάρκειας προς τα νοικοκυριά σε όρους ακαθάριστων ροών (59% της ετήσιας ακαθάριστης ροής νέων δανείων προς τα νοικοκυριά για την υπό επισκόπηση από την ΤτΕ περίοδο του δεκαμήνου 2019), ανήλθε, κατά μέσο όρο, σε 9,4% (μ.ο. 2018: 9,1%, μ.ο. 2015-2017: 8,5%). Αντίστοιχα, το επιτόκιο των στεγαστικών δανείων αυξήθηκε σε 3,2% κατά μέσο όρο (μ.ο. 2018: 3,0%, μ.ο. 2015-2017: 2,7%). Στα δάνεια μη καθορισμένης διάρκειας, που περιλαμβάνουν τις πιστωτικές κάρτες (62% του μέσου υπολοίπου για το 2019), τα ανοικτά δάνεια (23% του μέσου υπολοίπου για το 2019) και τις υπεραναλήψεις από λογαριασμούς όψεως (15% του μέσου υπολοίπου για το 2019), το μεσοσταθμικό επιτόκιο παρέμεινε αμετάβλητο στο 14,5% κατά μέσο όρο.

    Το πραγματικό επιτόκιο για τα νοικοκυριά αυξήθηκε σε 4,7%, από 4,3% το 2018 (2011-2017: 4,8%). Σε σύγκριση με τα λοιπά κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, τα τελευταία έτη οι όροι τραπεζικής χρηματοδότησης επιδεινώθηκαν συγκριτικά περισσότερο για τα νοικοκυριά. Η απόκλιση στο μεσοσταθμικό κόστος δανεισμού των νοικοκυριών για τη λήψη στεγαστικού δανείου διευρύνθηκε το δεκάμηνο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2019 σε 150 μονάδες βάσης (2011-2017: 32 μ.β., 2018: 117 μ.β.), που συνιστά τη μέγιστη τιμή από το 2003, οπότε άρχισαν να δημοσιεύονται εναρμονισμένες χρονολογικές σειρές επιτοκίων μεταξύ των κρατών-μελών.

     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων