Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 21-Νοε-2019 11:20

    Κομισιόν: Τα 7 "βαρίδια" που κληρονόμησε και καλείται να διαχειρισθεί η κυβέρνηση

    Κομισιόν: Τα 7 "βαρίδια" που κληρονόμησε και καλείται να διαχειρισθεί η κυβέρνηση
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Δήμητρας Καδδά 

    Επτά μεγάλα "ανοίγματα" καταγράφει η Κομισιόν στην αποτίμηση της για τον τρίτο πυλώνα επιτήρησης της χώρας στο οποίο τελεί τον τελευταίο χρόνο. Ο λόγος για το καθεστώς των "υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών".

    Η Κομισιόν κάνει σαφές ότι παραμένουν τα τεράστια "ανοίγματα" σε επενδύσεις, κόκκινα δάνεια, εξωτερικό ισοζύγιο, παραγωγικότητα ώστε να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, αλλά και να βελτιωθεί το ποσοστό της ανεργίας. Αποδίδει εύσημα για την πρόοδο που επιτεύχθηκε το τελευταίο διάστημα από την κυβέρνηση. Καθιστά όμως και σαφές ότι θα απαιτηθεί πολυετής προσπάθεια προκειμένου να "εξυγιανθεί" από τα χρόνια αυτά προβλήματα...

    Η εν λόγω αποτίμηση της ελληνικής οικονομίας ενσωματώνεται στις σημερινές ανακοινώσεις για την Ελλάδα και την επιτυχή ολοκλήρωση της 4ης έκθεσης ενισχυμένης εποπτείας καθώς και στην εκπλήρωση των δημοσιονομικών στόχων που οδηγεί στην ενεργοποίηση των παρεμβάσεων αξίας 767 εκατ. ευρώ στο χρέος στο Eurogroup του Δεκεμβρίου. Η Ελλάδα μαζί με την Κύπρο και την Ιταλία είναι τα τρία κράτη που τελούν στο εν λόγω καθεστώς για τις υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες.

    Για  πρώτη φορά απευθύνθηκαν συστάσεις το 2019 στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και πλέον καταγράφεται η πρόοδος που επιτεύχθηκε. Στα πιο πολλά πεδία το πρόβλημα παραμένει.

    "Η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει να ακολουθεί πολιτικές για την προώθηση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της επαναεξισορόπησης της οικονομίας", αναφέρεται. Γίνεται αναφορά στις δεσμεύσεις των μνημονίων επισημαίνοντας ότι "αυτές οι βαθιές θεσμικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις απαιτούν χρόνια μακροχρόνιας εφαρμογής, ώστε ο αντίκτυπός τους να εξελιχθεί πλήρως". Αν γίνουν όμως πράξη θα επιτρέψουν "τη βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών της Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό, η συνεχής εφαρμογή είναι ιδιαίτερα σημαντική" αναφέρεται.

    "Συνολικά, η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά τις εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες ορών, αλλά οι ανισορροπίες σε επίπεδο αποθεμάτων παραμένουν υψηλές ως κληρονομιά της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης", αναφέρει η Επιτροπή. Επισημαίνει όμως ότι υπήρχε βελτίωση το τελευταίο διάστημα.

    Αναλυτικά, σύμφωνα με την Κομισιόν η κατάσταση ανά πεδίο είναι η εξής:

    1. Το απόθεμα των εξωτερικών υποχρεώσεων παραμένει μεγάλο. Στο -140,7% του ΑΕΠ το 2018 διαμορφώθηκε η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας, παραμένοντας έντονα αρνητική. Η μέτρια αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και το αρνητικό υπόλοιπο του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε αργή μόνο βελτίωση της κατάστασης.

    Για να σταθεροποιηθεί η διεθνής επενδυτική θέση στο όριο του -35% του ΑΕΠ που θεωρείται βιώσιμο στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών εντός 20 ετών, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα πρέπει να προσαρμοστεί σε πλεόνασμα κοντά στο 1% του ΑΕΠ. Αλλά αυτό προς το παρόν δεν συμβαίνει...

    2. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει βελτιωθεί σημαντικά από την αρχή της κρίσης, αλλά παραμένει αρνητικό. Το 2018, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε και πάλι σε -2,9% του ΑΕΠ, αφού περιορίσθηκε στο -1,8% το 2017.

    Η Επιτροπή εξηγεί ότι η μεγάλη αύξηση των εξαγωγών και τα μερίδια αγοράς των εξαγωγών συνέβαλαν στη βελτίωση της ισορροπίας το 2017 και το 2018, αλλά η συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην ανάπτυξη επιβαρύνθηκε από την αύξηση των (μεγαλύτερων σε αξία) εισαγωγών, λόγω των επενδύσεων και της κατανάλωσης.

    3. Το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους εξακολουθεί να επιβαρύνει την οικονομία και καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησής της μακροπρόθεσμα. Ανήλθε σε 181,2% του ΑΕΠ το 2018, αλλά αναμένεται να μειωθεί και να φθάσει το 163,1% έως το 2021 στο πλαίσιο της τρέχουσας οικονομικής ανάκαμψης και των υγιών πολιτικών δημοσίων οικονομικών. Ωστόσο, "η ανάλυση δείχνει ότι, χωρίς περαιτέρω μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, το χρέος θα εξακολουθήσει να υπερβαίνει το 125% το 2027", αναφέρεται.

    4. Παραμένει μεγάλο το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα (στο 43,6% των δανείων τον Ιούνιο του 2019). Η μέση τραπεζική κεφαλαιοποίηση είναι πάνω από τις σημερινές απαιτήσεις, αλλά η ποιότητα του κεφαλαίου παραμένει αδύναμη, αναφέρει η Επιτροπή. Επισημαίνει επίσης ότι επιπλέον, οι τράπεζες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την πρόκληση να απορροφήσουν τον αντίκτυπο των νέων προτύπων και της Βασιλείας ΙΙΙ παράλληλα με την εφαρμογή φιλόδοξων στρατηγικών μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

    5. Η αύξηση της παραγωγικότητας είχε θετικό πόσιμο το 2018 μετά από μια παρατεταμένη περίοδο μείωσης της παραγωγικότητας κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η εξάντληση του ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου λόγω της φυγής ειδικευμένων εργαζομένων και της έλλειψης επενδύσεων προκάλεσε πιέσεις. Η αναμενόμενη αύξηση των επενδύσεων και η ανάκαμψη του ΑΕΠ αναμένεται πλέον να βοηθήσουν στην αποκατάσταση του κεφαλαιακού αποθέματος και στην προσέλκυση εξειδικευμένων εργαζόμενων. Η δυνητική ανάκαμψη προβλέπεται να είναι περίπου 1% μακροπρόθεσμα, μία επίδοση που είναι εξαρτώμενη και από  τη συνεχή εφαρμογή υγιών πολιτικών.

    6. Παρά τη θετική αύξηση της απασχόλησης, τα ποσοστά ανεργίας και ανεργίας των νέων εξακολουθούν να είναι τα υψηλότερα στην ΕΕ. Η ανεργία αναμένεται να υποχωρήσει στο 14% το 2021. Τα ποσοστά παραμένουν υψηλά, ιδίως για τους νέους και τους μακροχρόνια ανέργους. Μαζί με την περιορισμένη αύξηση των μισθών συμπιέζουν την εγχώρια κατανάλωση και περιορίζουν το περιθώριο για επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο.

    7. Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε αλλά με χαμηλότερο ρυθμό από την αύξηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε άλλες χώρες της ΕΕ, περιορίζοντας έτσι τις αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των τιμών. Η πρόσφατη αύξηση του ονομαστικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος οφείλεται κυρίως στην αύξηση των μισθών και στον πληθωρισμό. Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της αύξησης των μισθών για την ανταγωνιστικότητα του κόστους.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων