Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 26-Απρ-2019 14:00

    Πρώτος στόχος με εντολή SSM, εκκαθάριση 40 δισ. ευρώ NPLs μέχρι και το 2020

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Πρώτος στόχος με εντολή SSM, εκκαθάριση 40 δισ. ευρώ NPLs μέχρι και το 2020

    της Νένας Μαλλιάρα

    Πίεση στις τράπεζες για "συμπυκνωμένη δράση" στο μέτωπο της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο διάστημα που εκτείνεται μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020, ασκεί ο SSM

    Η στοχοθεσία των τραπεζών για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έχει ορίζοντα τα τέλη του 2021. Ωστόσο, μέσω του αυστηρότερου πανευρωπαϊκού εποπτικού πλαισίου για την κάλυψη των δανείων των τραπεζών από προβλέψεις, ο SSΜ ζητά από τις ελληνικές τράπεζες να έχουν ξεφορτωθεί από τα δανειακά τους χαρτοφυλάκια τα δάνεια με μεγαλύτερη καθυστέρηση αποπληρωμής μέχρι τα τέλη του 2020, κάνοντας ουσιαστικά τη "βαριά δουλειά" για την εξυγίανση των ισολογισμών τους μέσα στους επόμενους δεκαεννέα μήνες. Στην πράξη, καθώς σχεδόν τα μισά από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών είναι καταγγελμένα (το ακριβές ποσοστό ανέρχεται στο 47,2% των μη εξυπηρετούμενων χαρτοφυλακίων των τραπεζών), οι τράπεζες καλούνται να έχουν ξεμπερδέψει με ένα στοκ "κόκκινων" δανείων περίπου 40 δισ. ευρώ μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους. Σημειώνεται ότι άλλα 18 δισ. ευρώ δάνεια βρίσκονται από τις τράπεζες στον "προθάλαμο" της καταγγελίας.

    Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Capital.gr, ο SSM έχει διαμηνύσει ειδικά στις ελληνικές τράπεζες ότι, στο πλαίσιο των πλάνων για τη μείωση των "κόκκινων" δανείων μέχρι τα τέλη του 2021, κομβικό σημείο ελέγχου θα είναι η 31η Δεκεμβρίου του 2020. Τότε, ο SSM θα βάλει στο "μικροσκόπιο" τα μη εξυπηρετούμενα δανειακά χαρτοφυλάκια των τραπεζών, τσεκάροντας το ποσοστό της κάλυψής τους από προβλέψεις. Επ' αυτού, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο SSM έχει δώσει εντολή στις ελληνικές τράπεζες να εκπονήσουν διάφορα σενάρια για τον πιστωτικό τους κίνδυνο, σε συνάρτηση με την προοπτική μείωσης των NPLs. Τα σενάρια αυτά θα πρέπει να καταλήγουν σε διαμόρφωση ύψους προβλέψεων που, για τα δάνεια σε καθυστέρηση στις 31/12/2020, να καλύπτουν εξολοκλήρου από προβλέψεις μέχρι τα τέλη του 2025 τα δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις και μέχρι τα τέλη του 2026 τα δάνεια που φέρουν εξασφαλίσεις. 

    Η εντολή αυτή του επόπτη ασκεί πίεση στις τράπεζες να κλείσουν στο διάστημα των επομένων 19 μηνών το κεφάλαιο των χρόνιων καθυστερήσεων στις αποπληρωμές δανείων, καθώς μετά θα έχουν να ασχοληθούν και με το αυστηρότερο πλαίσιο εποπτείας για τις νέες χορηγήσεις. Το πλαίσιο αυτό έχει ψηφιστεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αναμένεται μέσα στις επόμενες εβδομάδες να δημοσιευτεί προκειμένου να τεθεί σε ισχύ.

    Οι νέοι κανόνες θα απαιτούν σημαντική "εξοικονόμηση" κεφαλαίων από τις τράπεζες για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου στα νέα δάνεια που θα χορηγούν. Προβλέπεται συγκεκριμένα ότι οι τράπεζες θα πρέπει να εξοικονομούν κεφάλαια για τουλάχιστον το 35% της έκθεσής τους σε μη εξασφαλισμένα δάνεια, δύο χρόνια αφότου αυτά καταστούν επισφαλή, και στη συνέχεια να προχωρούν σε πλήρη κάλυψή τους ύστερα από τρία χρόνια.

    Οι προβλέψεις

    Οι τράπεζες θα πρέπει να καλύπτουν με προβλέψεις το 25% των δανείων που εξασφαλίζονται με λιγότερο ασφαλή κινητά collateral, τρία χρόνια αφότου αυτά καταστούν ληξιπρόθεσμα, ανεβάζοντας το ποσοστό κάλυψης σε 35% μετά από τέσσερα χρόνια, 80% μετά από έξι χρόνια, και στο 100% ύστερα από επτά χρόνια.

    Όσο για τα δάνεια που εξασφαλίζονται από ακίνητα, το χρονοδιάγραμμα κάλυψης από προβλέψεις απαιτεί κάλυψή τους κατά 25% μετά από τρία χρόνια, 35% μετά από τέσσερα χρόνια, 55% μετά από πέντε χρόνια, 70% μετά από έξι χρόνια, 80% μετά από επτά χρόνια, 85% μετά από οκτώ χρόνια και πλήρη κάλυψη ύστερα από εννέα χρόνια.

    Σημειώνεται ότι η βαριά "ατζέντα" των τραπεζών με NPLs και προβλέψεις θα βαρύνει ακόμη περισσότερο μέσα στο τρέχον έτος, με την επικείμενη υποχρέωση για την προσαρμογή τους στο πανευρωπαϊκό πλαίσιο που θέτει ως προτεραιότητα την προληπτική επάρκεια κεφαλαίων για την άμεση αντιμετώπιση τυχόν "ατυχημάτων" που θα μπορούσαν να απειλήσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ε.Ε. Εντός του 2019 οι ελληνικές τράπεζες θα λάβουν από την ΕΚΤ "τελεσίγραφο" και προς αυτή την κατεύθυνση (ορισμός συγκεκριμένων δεικτών) και θα υποχρεωθούν να εξετάσουν την ενίσχυση των κεφαλαίων τους μέσω ομολόγων Tier II και αργότερα senior ομολόγων.

    Τα παραπάνω θα προέλθουν από την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) που βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με την Οδηγία 2014/59/EE για τη θέσπιση πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών και επενδυτικών εταιρειών (BRRD) που ισχύει από 1/1/2016. 
     
    Η εικόνα των NPLs

    Στο τέλος Δεκεμβρίου 2018 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υποχώρησαν σε 81,8 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 12,7 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου του 2017 και κατά περίπου 25,4 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου του 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο μη εξυπηρετούμενων. 

    Η υποχώρηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά τη διάρκεια του 2018 οφείλεται κυρίως σε διαγραφές ύψους 5,9 δισ. ευρώ (εκ των οποίων τα 3,6 δισ. ευρώ αφορούν καταγγελμένες απαιτήσεις, κυρίως επιχειρηματικών δανείων) και πωλήσεις ύψους 5,8 δισ. ευρώ. Οι πωλήσεις ήταν αυξημένες το β’ και το γ’ τρίμηνο του 2018, ενώ οι τράπεζες έχουν προαναγγείλει επιτάχυνση των πωλήσεων τα επόμενα τρίμηνα. 

    Σχετική βελτίωση εμφάνισαν το 2018 οι εισπράξεις από ρευστοποιήσεις, καθώς οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί παράγουν τα πρώτα αποτελέσματα. Το συνολικό ποσό που ανακτήθηκε από τις τράπεζες μέσω αυτής της οδού παραμένει ωστόσο χαμηλό μέχρι στιγμής. Γενικά, ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, παρά τις βελτιώσεις στο οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον, οι εισπράξεις μέσω ενεργητικής διαχείρισης (δηλαδή μέσω είσπραξης καθυστερούμενων οφειλών, αναδιαρθρώσεων δανείων, ρευστοποίησης εξασφαλίσεων κ.λπ.) παραμένουν περιορισμένες. 

    Από την άλλη, είναι θετικό ότι το δ’ τρίμηνο του 2018 οι πιστώσεις που είχαν παρουσιάσει καθυστέρηση στο παρελθόν αλλά άρχισαν και πάλι να εξυπηρετούνται (cured) δεν υπερέβαιναν πλέον τις νέες ροές μη εξυπηρετούμενων δανείων (defaulted) που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του δ’ τριμήνου. 

    Ο λόγος των δανείων που δεν εξυπηρετούνται προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε τον Δεκέμβριο του 2018 σε υψηλό επίπεδο (45,4%). Ως προς τις επιμέρους κατηγορίες χαρτοφυλακίων, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε σε 44,5% για το στεγαστικό, 53% για το καταναλωτικό και 44,6% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Εντός του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου, ο δείκτης για το χαρτοφυλάκιο τόσο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων όσο και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων παραμένει ιδιαίτερα υψηλός (67,4% και 57,5% αντίστοιχα). Καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (25,8%), καθώς και στο χαρτοφυλάκιο ναυτιλιακών δανείων (22,6%). 

    Όσον αφορά τη διάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το 47,2% του υπολοίπου αφορά δανειακές συμβάσεις που έχουν ήδη καταγγελθεί από τις τράπεζες, το 30,6% αφορά δάνεια αβέβαιης είσπραξης (unlikely to pay) και το 22,2% δάνεια σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών τα οποία δεν έχουν ακόμη καταγγελθεί. Επίσης, πολλοί δανειολήπτες έχουν αιτηθεί νομική προστασία (14% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων). 

    Όσον αφορά την κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων δανείων από προβλέψεις, ο σχετικός δείκτης κάλυψης αυξήθηκε το 2018 σε 47,4%, από 46,3% στο τέλος του 2017. Θετική εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες συνομολογούν κυρίως ρυθμίσεις μακροπρόθεσμου χαρακτήρα για τα μη εξυπηρετούμενα, σε αντιδιαστολή με ρυθμίσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα.

    Βεβαίως, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων επιλέγεται η λύση της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής και σπανιότερα της μείωσης του επιτοκίου και του διαχωρισμού του υπολοίπου οφειλής (split balance). Στο τέλος Δεκεμβρίου του 2018 το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων που συνδέονταν με ρυθμίσεις ανερχόταν σε 30,7 δισ. ευρώ (δηλ. το 37,6% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων).

    Ανησυχητικά υψηλό παραμένει το ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης, αλλά εμφάνισαν και πάλι καθυστέρηση μετά τη συνομολόγηση της ρύθμισης. Μάλιστα, σε μεγάλο μέρος των ρυθμίσεων, η καθυστέρηση εμφανίζεται μόλις ένα τρίμηνο μετά την εφαρμογή της ρύθμισης.

    Οι λύσεις-"σωσίβιο"

    Οι επιχειρησιακοί στόχοι που είχαν υποβάλει οι τράπεζες στον SSΜ στα τέλη Σεπτεμβρίου 2018 για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων προέβλεπαν ότι στα τέλη του 2021 το υπάρχον στοκ θα μειωθεί στα 34,1 δισ. ευρώ και ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων θα υποχωρήσει στο 21,2%.

    Με τους νέους στόχους που υπέβαλαν στα τέλη Μαρτίου 2019 και η πρόοδός τους θα περάσει από ένα πρώτο τεστ από τον SSM στα τέλη Ιουνίου, οι τράπεζες έχουν δεσμευτεί, σύμφωνα με τις πληροφορίες, να μειώσουν τα "κόκκινα" δάνεια στα 32 δισ. ευρώ και τον δείκτη NPE κάτω από το όριο του 20%. Σημειώνεται ότι ακόμη και στα επίπεδα αυτά, η σύγκλιση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων προς τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, που βρίσκεται ήδη κάτω του 4%, θα απέχει σημαντικά. 

    Εξ αυτού του λόγου, όχι μόνο η πίεση του SSM εντείνεται προς τις τράπεζες, αλλά καθίσταται επιτακτική η όσο το δυνατόν ταχύτερη συστημική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις προσπάθειες των ίδιων των τραπεζών. 

    Στο τραπέζι βρίσκονται οι λύσεις που έχουν προταθεί από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και την Τράπεζα της Ελλάδος, με την πρώτη να έχει ήδη υποβληθεί στην DGComp και τη δεύτερη να παίρνει άμεσα την οδό προς υποβολή.  

    Η πρόταση του ΤΧΣ προβλέπει τη μεταφορά 15-20 δισ. ευρώ "κόκκινων" δανείων σε Εταιρεία Ειδικού Σκοπού (Asset Protection Scheme). Τα δάνεια θα τιτλοποιηθούν για να πουληθούν σε επενδυτές, συνοδευόμενα από κρατικές εγγυήσεις. Μέσω αυτών, το Δημόσιο θα εγγυάται το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς μεταξύ των προβλέψεων που καλύπτουν τα δάνεια και της τιμής αγοράς στην οποία θα αγοραστούν, προκειμένου να περιοριστεί δραστικά η ζημιά για τις τράπεζες. 

    Το Δημόσιο θα παράσχει εγγύηση μόνο στο κομμάτι των senior ομολόγων, εφόσον αυτά έχουν λάβει την απαιτούμενη βαθμίδα πιστοληπτικής αξιολόγησης από έναν ή δύο ανεξάρτητους οίκους. Σε αντάλλαγμα για την παροχή εγγύησης, το SPV θα καταβάλει στο Δημόσιο, με τη μορφή κουπονιού, ασφάλιστρο κινδύνου, ώστε η εγγύηση να μη θεωρηθεί κρατική ενίσχυση. 

    Η πρόταση αυτή ακολουθεί το αντίστοιχο μοντέλο που είχε εφαρμοστεί στην Ιταλία, αναζητείται όμως παραλλαγή της ώστε να παρακαμφθεί το εμπόδιο της έλλειψης επενδυτικής βαθμίδας των ελληνικών κυβερνητικών ομολόγων. Το τελικό ζητούμενο για να πάρει η πρόταση του ΤΧΣ το πράσινο φως από την DGComp είναι να βρεθεί το ιδανικό "ειδικό βάρος" του senior ομολόγου στη σύνθεση των τιτλοποιήσεων NPLs, έτσι ώστε αυτή να λάβει υψηλό rating και η πληρωμή της εγγύησης του Δημοσίου να κοστίσει φθηνότερα για τις τράπεζες.

    Χωρίς να έχει δοκιμαστεί από τις αγορές, πάντως, η πρόταση της ΤτΕ φαίνεται να έχει την προτίμησή τους όσον αφορά την έκταση στην οποία αντιμετωπίζει το πρόβλημα της μείωσης των NPLs.

    Η πρόταση της ΤτΕ προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTCs), που είναι εγγεγραμμένη στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρείες Ειδικού Σκοπού (NPL & DTC carve-out). 

    Η προτεινόμενη λύση αντιμετωπίζει με συστηματικό τρόπο δύο πολύ σημαντικά προβλήματα ταυτόχρονα: τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις.

    Εφόσον εφαρμοστεί, η πρόταση της ΤτΕ συνεπάγεται την άμεση και δραστική μείωση του δείκτη NPE και επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, τη διαμόρφωση στόχων επίτευξης μονοψήφιων ποσοστών εντός τριετίας. Παράλληλα, δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες προκειμένου να ενισχυθεί η οργανική κερδοφορία και η δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου, καθώς οι τράπεζες, απαλλαγμένες από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, θα μπορούν να ενισχύσουν εκ νέου το διαμεσολαβητικό τους ρόλο. Έτσι θα ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των τραπεζών και η δυνατότητά τους να απορροφούν κλυδωνισμούς από ενδεχόμενες μελλοντικές διαταραχές.

    Τέλος, διαμορφώνεται σαφές πλαίσιο για τον επαναπροσδιορισμό του επιχειρησιακού μοντέλου των τραπεζών και αμβλύνεται η αβεβαιότητα για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές τους, ενώ οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις δεν θα συνιστούν πλέον τόσο υψηλό ποσοστό των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους. 

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων