Αγωνιούν οι ελληνικές τράπεζες για τις συνθήκες ρευστότητας

Παρασκευή, 15-Ιαν-2016 15:19

Αγωνιούν οι ελληνικές τράπεζες για τις συνθήκες ρευστότητας

της Νένας Μαλλιάρα

Κρίσιμη για την εξομάλυνση των συνθηκών ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών και την περαιτέρω χαλάρωση των capital controls είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης μέχρι τα μέσα ως τέλη Φεβρουαρίου, το αργότερο.

Μετά την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης, το πρόβλημα της ρευστότητας έχει ανακτήσει και πάλι πρωτεύουσα σημασία, με την επίλυσή του να εξαρτάται αποκλειστικά από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων και τη θετική αξιολόγηση του προγράμματος από τους "θεσμούς". Αυτές είναι οι μόνες προϋποθέσεις ώστε να αποκατασταθεί σταδιακά η εμπιστοσύνη προς το τραπεζικό σύστημα και να επιστρέψει μέρος των καταθέσεων, ύψους περίπου 45 δις. ευρώ, που έκαναν "φτερά" από τις τράπεζες εξαιτίας της αυξημένης αβεβαιότητας το α΄ εξάμηνο του 2015, οδηγώντας στην επιβολή των capital controls.

Όπως έχει επισημάνει το Capital.gr, την ανάγκη ενός θετικού review, το οποίο προϋποθέτει κλίμα πολιτικής συναίνεσης για την ψήφιση των μεταρρυθμίσεων σε φλέγοντα πεδία όπως το ασφαλιστικό και το αγροτικό, έχει "διαμηνύσει" στις τράπεζες η ΕΚΤ. Η τελευταία αναμένει το αποτέλεσμα της πρώτης αξιολόγησης προκειμένου να προχωρήσει στην επαναφορά του waiver, δηλαδή στην εκ νέου (κατ΄ εξαίρεσιν λόγω χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης) αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων ως ενεχύρων για τη χορήγηση ρευστότητας στις τράπεζες. 

Υπενθυμίζεται ότι το καθεστώς του waiver ίσχυε μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου του 2015, οπότε η ΕΚΤ το κατάργησε ενόψει της εκπνοής του προγράμματος για την Ελλάδα (τέλη Φεβρουαρίου έληγε η δίμηνη παράτασή του), χωρίς να υπάρχει συμφωνία για ένα νέο (το οποίο τελικώς συμφωνήθηκε μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών τον Αύγουστο). Στο διάστημα αυτό, και ιδίως μέχρι την επιβολή των capital controls στις 29 Ιουνίου 2015, οι ελληνικές τράπεζες αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε αλματώδη δανεισμό από τον Έκτακτο Μηχανισμό Παροχής Ρευστότητας (ELA), ο οποίος από 9 δις. ευρώ τον Ιούνιο του 2014, έφτασε τα 89 δις. ευρώ.

Με βάση χθεσινή απόφαση του δ.σ. της ΕΚΤ που έκανε αποδεκτό σχετικό αίτημα της ΤτΕ, το ανώτατο όριο του ELA μέχρι την ερχόμενη Πέμπτη 21/1, μειώθηκε κατά 3,8 δις. ευρώ και διαμορφώνεται πλέον στα 72 δις. ευρώ. Ωστόσο, μόνο η επαναφορά του waiver θα επιτρέψει σημαντική απεξάρτηση των τραπεζών από τον ΕLA και την ένταξή τους στους μηχανισμούς χρηματοδότησης που ισχύουν για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές τράπεζες. Με τα σημερινά επίπεδα του ELA, η χρηματοδότηση μέσω αυτού έχει ετήσιο κόστος για τις τράπεζες της τάξεως του 1 δισ. ευρώ, το οποίο θα μειωθεί σημαντικά όσο θα επιτρέπεται ο δανεισμός των τραπεζών από την ΕΚΤ απευθείας μέσω ελληνικών κρατικών ομολόγων ως ενεχύρων. Σημειώνεται ότι ο δανεισμός αυτός γίνεται με επιτόκιο 0,05% έναντι επιτοκίου 1,55% για τον δανεισμό μέσω ELA.

Η εξομάλυνση της ρευστότητας με χαμηλότερου κόστους δανεισμό απευθείας από την ΕΚΤ, θα διευκολύνει και τον στόχο των τραπεζών να μειώσουν τον ακόμη ακριβότερο δανεισμό από τα ομόλογα του πυλώνα ΙΙ Αλογοσκούφη. Όπως έχει γράψει το Capital.gr, ο συγκεκριμένος στόχος τέθηκε σε προτεραιότητα κατά τις παρουσιάσεις που είχαν κάνει οι ελληνικές τράπεζες στους αναλυτές ξένων οίκων ενόψει της αναζήτησης κεφαλαίων στις διεθνείς αγορές. Τα ομόλογα του πυλώνα ΙΙ για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες ανέρχονται σε 27,8 δισ. ευρώ και έχουν επιτόκιο 3,05%.

Πέραν των ανωτέρω, η θετική αξιολόγηση του προγράμματος θα ανοίξει τη συζήτηση για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, η οποία για την ΕΚΤ αποτελεί προϋπόθεση ώστε να αποφασίσει τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, βελτιώνοντας περαιτέρω τις συνθήκες ρευστότητας. 

Τέλος, η θετική αξιολόγηση του προγράμματος θα επιτρέψει ουσιαστική περαιτέρω χαλάρωση των capital controls μέχρι το καλοκαίρι.

Στον αντίποδα, εφόσον δηλαδή υπάρξουν εμπλοκές στην αξιολόγηση, αυτό θα το εισπράξει η Οικονομία με εκ νέου πρόβλημα ρευστότητας. Αυτό το μήνυμα έστειλε χθες και ο επικεφαλής του ESM, Klaus Regling, προειδοποιώντας ότι η κατάσταση της ρευστότητας μπορεί να γίνει ξανά "σφιχτή" στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο, για αυτό είναι απαραίτητο η πρώτη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος να μην καθυστερήσει.