Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 07-Νοε-2019 00:02

    Τι έχουν τα έρημα και ψοφάνε…

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Στούπα

    Τι έχουν τα έρημα και ψοφάνε...


    "Αγαπητέ κε Στούπα καλημέρα σας!

    "Παρακολουθώ και διαβάζω σχεδόν ανελλιπώς τα καθημερινά άρθρα σας στο Capital.gr.

    Έχω μία απλή ερώτηση για σας σχετικά με την συμπεριφορά του Ελληνικού χρηματιστηρίου σε σχέση με τις υπόλοιπες αγορές ειδικά τους δύο τελευταίους μήνες μετά και την αρχική ευφορία που επικράτησε με την εκλογή της νέας κυβέρνησης:

    Πως εξηγείτε και που οφείλεται κατά την γνώμη σας η στασιμότητα και η έλλειψη ενδιαφέροντος στην Ελληνική αγορά ειδικά τις τελευταίες εβδομάδες, σε σχέση με την συμπεριφορά των αντιστοίχων ξένων, όταν και στο εσωτερικό αλλά και στις διεθνείς αγορές υπάρχουν γεγονότα και νέα τα οποία οδηγούν σε πιθανή πρόσκαιρη έστω ευφορία;

    Συχνά αναφέρεσθε στον κίνδυνο παγκόσμιας ύφεσης. Είναι αυτός ένας από τους λόγους για την άπνοια και διστακτικότητα που χαρακτηρίζει την Ελληνική αγορά; Είναι η soft προσέγγιση Μητσοτάκη σε σχέση με τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις; Πάμε για εκλογές σύντομα λόγω απλής αναλογικής; Τι άλλο;
    Ευχαριστώ για την προσοχή σας!
    Με εκτίμηση,
    ΒΜ"

    Απάντηση: Τι έχουν τα έρημα και ψοφάνε...

    Η αλήθεια είναι πως το ελληνικό χρηματιστήριο το 2019 με άνοδο πάνω από 40% γράφει μια από τις καλύτερες αποδόσεις στον κόσμο.

    Την κίνηση αυτή ο Γενικός Δείκτης την έκανε μέχρι την περίοδο των εκλογών προεξοφλώντας τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας και την απομάκρυνση του εγγενούς ρίσκου που συνιστούσε ο ΣΥΡΙΖΑ λόγω αδυναμιών διαχείρισης και απρόβλεπτων καταστάσεων ως συνέπειας ιδεολογικών αγκυλώσεων.

    Οι περισσότεροι από τους λίγους που ασχολούνται πλέον  με τη χρηματιστηριακή αγορά θεωρούν τις 900 μονάδες του Γενικού Δείκτη ένα ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο, το οποίο ενδεχομένως συνιστά ευκαιρία εισόδου. Πόσο μάλλον όταν τα επιτόκια με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο σε κάποιες περιπτώσεις έχουν μέχρι και αρνητικό πρόσημο.

    Πολλοί είναι αυτοί που ρωτούν λοιπόν γιατί το ελληνικό χρηματιστήριο δεν ακολουθεί τις τελευταίες εβδομάδες τις διεθνείς αγορές και ιδίως τις αμερικάνικες οι οποίες καταγράφουν νέα ιστορικά υψηλά.

    Δεν γνωρίζω ποια μέτρα σύγκρισης χρησιμοποιεί ο καθένας αλλά αυτό των 6.400 μονάδων του Γενικού Δείκτη το 1999 θα πρέπει να το ξεχάσουμε. Ανήκει σε άλλη περίοδο...

    Το 2010 το ελληνικό κράτος  χρεοκόπησε και συμπαρέσυρε μαζί τις τράπεζες και την ελληνική οικονομία.

    Όπως ήταν αναμενόμενο στην ελληνική "σοβιετία" αντί να αφήσουν τις τράπεζες να εκκαθαρίσουν τα προβληματικά δάνεια μόλις αυτά αρχίσαν να αυξάνονται, με τον περίφημο νόμο Κατσέλη μετέθεσαν το πρόβλημα στο μέλλον, πολλαπλασιάζοντας το μέγεθός του.

    Έτσι μια κρίση 2-3 ετών τη μετέτρεψαν σε μια κρίση 10 προς το παρόν και κατά πάσα πιθανότητα  περισσότερων ετών.

    Τη χρεοκοπία της χώρας την δρομολόγησε ο Ανδρέας Παπανδρέου στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και την ολοκλήρωσε ο Κ. Καραμανλής με την ανεκδιήγητη διακυβέρνηση της περιόδου 2004-09.

    Τη χαριστική βολή στις τράπεζες και κατ’ επέκταση και στην ελληνική οικονομία την έδωσαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με την περήφανη διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου το 2015.

    Έκτοτε οι τράπεζες και κατ’ επέκταση η οικονομία δεν συνήλθαν ποτέ και αυτό απ’ ό,τι δείχνουν οι αποτιμήσεις των τραπεζικών μετοχών στο χρηματιστήριο το αδιέξοδο μάλλον θα το βρούμε ξανά μπροστά μας...

    Οι αποτιμήσεις των τραπεζικών μετοχών οι οποίες παρά τις θετικές προσδοκίες που έχουν διαμορφωθεί για την οικονομία και την έξοδο της χώρας στις αγορές με ελκυστικούς όρους, καταδεικνύουν πως η αγορά φοβάται πως ίσως κάποιες εξ αυτών  χρειαστούν και νέες ανακεφαλαιοποιήσεις...

    Η πληγή της φυγής των καταθέσεων (που είναι ο υπ' αριθμόν 1 δείκτης επανόδου της εμπιστοσύνης) δεν φαίνεται πως έχει επουλωθεί. Παρά την αύξησή τους τους τελευταίους μήνες απέχουν πολύ από τα 165 δισ. που ήταν το 2014 και περισσότερο από τα 200 δισ. ευρώ πριν το 2010.

    Είναι φθηνό το ΧΑ;

    Οι περισσότεροι, όπως είπαμε,  έχοντας σαν σημείο σύγκρισης τις 6.400 μονάδες του ιστορικού υψηλού του 1999 θεωρούν την περιοχή των 900 μονάδων χαμηλή και ως εκ τούτου ελκυστική.

    Είναι όμως;

    Το ονομαστικό επίπεδο των μονάδων του Γενικού Δείκτη δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Ενίοτε μακροπρόθεσμα δημιουργεί ψευδαισθήσεις.

    Η ουσία βρίσκεται στο ύψος της παρούσας και κυρίως της μελλοντικής κερδοφορίας των επιχειρήσεων που συνθέτουν τους δείκτες και τις αγορές.

    Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Beta Sec στο εξάμηνο του 2019 τα κέρδη των εισηγμένων στο ΧΑ παρουσιάζοντας άνοδο κατά 117% έφτασαν τα 1,19 δισ. Ευρώ, με τον κύκλο εργασιών να φτάνει στα 35,9 δισ. Ευρώ. Αν δεν έχουμε εκπλήξεις κατά το  β' εξάμηνο στο σύνολο του έτους θα μπορούσαμε να φτάσουμε τα 2,5 δισ. Ευρώ καθαρά κέρδη.

    Με την κεφαλαιοποίηση του ΧΑ (το άθροισμα της αξίας όλων των εισηγμένων) να είναι περί τα 58 δισ. Ευρώ έχουμε ένα δείκτη Ρ/Ε (τιμή προς κέρδη) περί το 24,1.  Αυτό σημαίνει πως αν κάποιος αγοράσει μια μετοχή ΧΑ θα χρειαστεί να περιμένει 24,1 χρόνια για να πάρει πίσω από ετήσια κέρδη το κεφάλαιο που διέθεσε.

    Τούτο δεν μοιάζει να δείχνει πως η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά είναι ιδιαίτερα φθηνή.  Η αμερικάνικη αγορά (S&P 500) έχει Ρ/Ε περί το 22 και η Γερμανική αγορά (DAX) περί το 18.

    Ένας άλλος δείκτης αποτίμησης του ύψους αλλά και της φάσης του κύκλου  μιας χρηματιστηριακής αγοράς είναι η σύγκριση της κεφαλαιοποίησης της αγοράς (του αθροίσματος της αξίας των εισηγμένων) με το ΑΕΠ της υποκείμενης οικονομίας της χώρας αναφοράς.

    Η αξία των αμερικάνικων χρηματιστηρίων π.χ. είναι στο 144% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Η κεφαλαιοποίηση του Γερμανικού Χρηματιστηρίου αντιπροσωπεύει το 50% του γερμανικού ΑΕΠ.

    Με το ελληνικό ΑΕΠ στα 180 δισ. και την κεφαλαιοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου στα 58 δισ. Ευρώ αυτή η σχέση είναι περί το  32%.

    Τούτο μπορεί να σημαίνει πως το ελληνικό χρηματιστήριο με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη είναι φθηνό ή το ελληνικό ΑΕΠ παραμένει υψηλό σε σχέση με τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας όπως αυτή εκφράζεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας.

    Το ελληνικό χρηματιστήριο με Ρ/Ε περί το 24 δεν είναι φθηνό σε σχέση με τα κέρδη που παράγουν οι ελληνικές επιχειρήσεις.

    Με κεφαλαιοποίηση περί το 30% του ελληνικού ΑΕΠ μοιάζει φθηνό γιατί στην ουσία δεν υπάρχουν τραπεζικά κέρδη.

    Οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν περί τα 75 δισ. Ευρώ επισφάλειες (μη εξυπηρετούμενα "κόκκινα" δάνεια). Ένα σημαντικό μέρος των ιδίων κεφαλαίων τους είναι εικονικά από αναβαλλόμενους μελλοντικούς φόρους.

    Ακόμη και αν όλα πάνε καλά θα περάσουν χρόνια μέχρι οι ελληνικές τράπεζες να συνεισφέρουν πραγματικά κέρδη στην αποτίμηση του ΧΑ.

    Η κεφαλαιοποίηση και των τεσσάρων συστημικών τραπεζών είναι περί τα 10 δισ. Ευρώ όσο και της μεγαλύτερης εταιρείας του ΧΑ της ΕΕΕ (ΗBC Coca-Cola). H EEE με βάση τα κέρδη του 2018 έχει  Ρ/Ε περί το 22,3 όσο δηλαδή και η αγορά περίπου.

    Τα κέρδη της ΕΕΕ το 2018 ήταν περί τα 448 εκατ. Ευρώ και της δεύτερης μεγαλύτερης εταιρείας του ΟΤΕ (κεφ. 6,5 δισ. Ευρω) περί τα 280 εκατ. Ευρώ.

    Αν το 2020 θα μπορέσουν π.χ.  να διπλασιαστούν τα καθαρά κέρδη των εισηγμένων και από 2,5 να γίνουν 5 δισ. Ευρώ ο ΓΔ θα μπορούσε να ξεπεράσει τις 1.500-2.000 μονάδες...

    Τούτο χωρίς συνεισφορά των τραπεζών μοιάζει δύσκολο.

    Η διεθνής συγκυρία

    Η εκτίμηση της στήλης παραμένει πως οι διεθνείς αγορές κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα λόγω της τεχνητής διατήρησης των επιτοκίων σε μηδενικά ή και αρνητικά επίπεδα. Αυτό καθιστά επίφοβο πως μια διορθωτική κίνηση στις διεθνείς αγορές θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

    Το υψηλό παγκόσμιο χρέος σε συνδυασμό με τους κυοφορούμενους εμπορικούς και νομισματικούς πολέμους θα μπορούσαν να μετατρέψουν το επόμενο "παραπάτημα" των αγορών και των οικονομιών σε μια κρίση που μπροστά της εκείνη του 2008 θα μοιάζει με "παιδικό πάρτι".

    Η αποτίμηση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς ως μια περιφερειακή ευαίσθητη στις διακυμάνσεις αγορά εμπεριέχει αυτούς τους κινδύνους.

    Ευκαιρίες υπάρχουν αλλά το ρίσκο είναι δυσανάλογο των προσδοκιών ιδίως αν υπάρξουν διεθνείς αναταράξεις.

    kostas.stoupas@capital.gr

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων