Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 22-Μαρ-2021 00:02

    Η αγορά μιλάει. Την ακούει κανείς;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Κράλογλου

    Τα μηνύματα των λοιμωξιολόγων περνάνε. Και γίνεται πολύ καλή δουλειά. Τα μηνύματα της αγοράς τα εισπράττει κανείς; Εμείς αμφιβάλουμε. Και να γιατί.

    Τι είναι αυτό που αποκαλούμε παραγωγική Ελλάδα και τι θέση μπορεί να έχει, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στα γειτονικά μας Βαλκάνια, μετά και τις απανωτές κρίσεις. Της πτώχευσης του 2009. Και της πανδημίας του 2019. 

    Είναι μια απέραντη βιοτεχνική, χειροτεχνική και τουριστική χώρα που πάσχει επικινδύνως από ρευστότητα. Που δεν διαθέτει ιδιωτικά κεφάλαια να την χρηματοδοτήσουν. Να την βοηθήσουν επενδυτικά.

    Από τις 750-770.000 στεκούμενες επιχειρήσεις οι 180.000, εμπορίου, παραγωγής, τουρισμού και υπηρεσιών, είναι για κλείσιμο. 

    Η προοπτική αυτή θα βγάλει εκτός αγοράς εργασίας άλλους 250-300.000. Και ο αριθμός απολύσεων θα αυξηθεί αν το 2021 δεν επιστρέψουν οι τουρίστες, του 2019.

    Για να γίνει ανταγωνιστική αυτή η οικονομία (μεσαίου, μικρού και πολύ μικρού μεγέθους) πρέπει να προσαρμοσθεί σε τεχνολογίες αύξησης της παραγωγικότητας.
    Αυτό απαιτεί ιδιωτικές επενδύσεις πάνω από 150 δισ. ευρώ. Επενδύσεις που αποκλείεται να καλυφθούν από εγχώρια κεφάλαια.

    Η διανομή και στην Ελλάδα μέρους της πίτας των επενδύσεων από και προς την Ευρώπη και εκτός Ευρώπης χωρών (που επιδιώκουν να γεφυρωθούν με την οικονομία της Ε.Ε.) είναι έξω από το σκεπτικό των πολυεθνικών.

    Οι πολυεθνικές (ο αριθμός που έχουμε ανάγκη και όχι οι 3-4 των διακρατικών συμφωνιών...) έχουν σβήσει την Ελλάδα από τις λίστες των επενδυτικών τους προγραμμάτων, γιατί η Ελλάδα δεν προσφέρει ανταγωνιστικά φορολογικά κίνητρα. 

    Γιατί η Ελλάδα δεν έχει αναπτυξιακή νομοθεσία να διασφαλίζει τις αποσβέσεις των επενδυτών. Και γιατί η Ελλάδα μόνο προτίθεται..., να προσφέρει στρατηγική που να κάνει ελκυστική την προσέλευση επενδύσεων. 

    Από το σημείο αυτό ξεκινούν και τα μηνύματα της αγορά προς την κυβέρνηση. Απευθύνονται και σε κάθε πολιτικό παραλήπτη μιας και δεν υπάρχει δεδομένος διάλογος για την οικονομία λόγω και της πανδημίας (όπως στον χώρο της υγείας) αλλά κατά περίπτωση συζητήσεις...

    Το πρώτο μήνυμα έχει ως βάση την ανησυχία για το τι θα συμβεί αν τα 32 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης και τα 20 δισ. των ΕΣΠΑ ξεπεράσουν, το 7μηνο ή και το 10μηνο έστω και ως πρώτη δόση. Εναλλακτική για την αγορά, είναι ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει πόρους από τις Δημόσιες Επενδύσεις για να δημιουργήσει κινητικότητα με δημόσια έργα ή επενδύσεις, που θα φέρουν πρόσκαιρη ανακούφιση ρευστότητας. 

    Η κυβέρνηση , παρατηρεί η αγορά, έχει στα χέρια της το μέγα επενδυτικό εργαλείο των ιδιωτικοποιήσεων. Μεγάλων, στρατηγική σημασίας, ιδιωτικοποιήσεων αλλά και τοπικού χαρακτήρα. Είναι και αυτό μια τακτική θετική για την κινητικότητα της αγοράς. Γιατί δεν κλείνουν οι φάκελοι της δικαιοσύνης και δεν επιταχύνονται οι ιδιωτικοποιήσεις ώστε το πιθανό επενδυτικό ενδιαφέρον να προστεθεί στις τάσεις που ενδεχομένως θα δημιουργήσει στην οικονομία ο τουρισμός του 2021.

    Η κυβέρνηση (παρατηρεί η αγορά) προβάλλει με κάθε τρόπο τις προθέσεις της για τις μεταρρυθμίσεις στον εργασιακό χώρο με ανατροπές στις εργασιακές συνθήκες, με παρεμβολή και υποχρεωτικών ηλεκτρονικών διαδικασιών, τηλεργασίας και πληροφορικής.

    Η βιοτεχνική Ελλάδα όμως δεν έχει ούτε τα κεφάλαια, ούτε τη δυνατότητα προσαρμογής. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξει μέριμνα της Πολιτείας όχι μόνο με υποχρεώσεις αλλά και με παροχή διευκολύνσεων για να γίνουν πράξη όλες οι μεταρρυθμίσεις της. Θα υπάρξει; 

    Η αντιπολίτευση, παρατηρούν οι περισσότεροι, δεν δείχνει να βάζει στις προτεραιότητές της τις ανάγκες της αγοράς, με σχέδια που να υποκαθιστούν, με καλύτερο τρόπο, τις στοχεύσεις της κυβέρνησης. Η γκρίζα αντιπολιτευτική κατάσταση σκοτεινιάζει το κοντινό μέλλον του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, μιας και το 2022, θα χαρακτηρισθεί προεκλογικό (όπως πάντα γίνεται στην Ελλάδα) ενόψει των εκλογών του 2023.  

    Τα χαρακτηριστικά, για το προφίλ της σημερινής οικονομίας και για τις τάσεις που ήδη διαγράφονται, δεν τα αμφισβητεί κανείς, από εκείνους που όντως επικοινωνούν με τους φορείς, που ακόμη δεν το έβαλαν κάτω. Συμφωνούν μάλιστα με τα μηνύματα, που προκύπτουν και από το δικό μας το ρεπορτάζ. Το θέμα είναι ότι δεν διακρίνουν ξεκάθαρες απαντήσεις από την κυβέρνηση. Ούτε και από την αντιπολίτευση, αν, δηλαδή, οι προβληματισμοί της αγοράς συμπίπτουν με τον πολιτικό τους λόγο. Αυτόν που προτίθενται να εκφράσουν μετά την πανδημία και μέχρι τις εκλογές. Κάνουμε λάθος εμείς ή έτσι έχουν τα πράγματα; 

    george.kraloglou@capital.gr

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ