Μήπως είναι ώρα να τελειώνουμε με τους φόρους των μνημονίων;
Δευτέρα, 09-Φεβ-2026 00:01
Δεκαέξι χρόνια μετά τη χρεοκοπία, η Ελλάδα συνεχίζει να φορολογείται σαν να βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Σαν να ζει με τον φόβο της επόμενης δόσης. Σαν να απαιτείται καθημερινή απόδειξη μεταμέλειας και ηθικής τιμωρίας για τις σπατάλες των προηγούμενων, από μια κοινωνία που πλήρωσε, προσαρμόστηκε, συρρικνώθηκε και τελικά σταθεροποίησε τη χώρα.
Τα μνημόνια τελείωσαν θεσμικά, κυρίως με τα "ισοδύναμα" επινόησης Βενιζέλου και Σαμαρά και κατόπιν Τσίπρα, όπου αντί να κοπεί μια σπατάλη ως καθόριζε η τρόικα, η κυβέρνηση σκαρφίζονταν ένα νέο φόρο που θα μάζευε έξτρα έσοδα όσα θα γλίτωνε η ισοδύναμη μεταρρύθμιση , όπως χαρακτηριστικά μπήκε ο ΕΕΤΗΔΕ προς αποφυγήν μείωσης των εφάπαξ δημοσίων υπαλλήλων αν θυμάμαι σωστά, ο οποίος τελικά ξαναβαφτίστηκε ΕΝΦΙΑ και έμεινε.
Τελικά με τόση αφαίμαξη της παραγωγικής οικονομίας η χώρα επέστρεψε στις αγορές, τα (πρωτοφανή για διεθνή δεδομένα) πρωτογενή πλεονάσματα έγιναν κανονικότητα, και το φορολογικό καθεστώς παραμένει αγκυλωμένο στην εποχή της κατάρρευσης, παρόλο που η ψηφιοποίηση των συναλλαγών με mydata κλπ εξάλειψε τη φοροδιαφυγή στα πάντα πλην χαρακτηριστικά του λαθρεμπορίου καυσίμων και της οικοδομής. Από αυτά καταλήξαμε στην υπερείσπραξη του δημοσίου και την σπατάλη πόρων χωρίς μείωση του αριθμού των αργομισθιών.
Ο ΕΝΦΙΑ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό απολίθωμα εκείνης της περιόδου. Ένας φόρος που εισήχθη ως δήθεν προσωρινό εργαλείο ανάγκης ως ΕΕΤΗΔΕ στο λογαριασμό της ΔΕΗ, εξελίχθηκε σε μόνιμο μηχανισμό είσπραξης με ιδεολογικό υπόβαθρο φοροαφαίμαξης. Η ιδιοκτησία αντιμετωπίζεται ως φορολογικό τεκμήριο ενοχής, ακόμα και αν το στεγαστικό κάποιου "ιδιοκτήτη" παραμένει ολόκληρο χρεωστούμενο, ανεξάρτητα από εισόδημα, από τη ρευστότητα ή την πραγματική απόδοση του ακινήτου.
Η κατοχή σπιτιού φορολογείται ετησίως, η αποταμίευση τιμωρείται και η αίσθηση ασφάλειας μετατρέπεται σε βάρος. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που ιστορικά στηρίχθηκε στη μικρή ιδιοκτησία, σήμερα την αντιμετωπίζει ως πρόβλημα προς διαχείριση για αυτό και έχει μειωθεί η ιδιοκατοίκηση από 85% σε 65%, εκτός αν θυμάμαι σωστά, αν κάποιος έχει fund με άνω των €35 εκατομμυρίων αξίας ακίνητα, οπότε δεν είναι υπόχρεος.
Ο ΦΠΑ ακολούθησε την ίδια πορεία. Από το 19% της προ περιόδου χρεοκοπίας εκτινάχθηκε στο 24% και εκεί παγιώθηκε. Ένας φόρος οριζόντιος, κοινωνικά άδικος και οικονομικά υφεσιακός, που επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Σε μια οικονομία χαμηλών μισθών, ο υψηλός ΦΠΑ σημαίνει απώλεια αγοραστικής δύναμης, συμπίεση κατανάλωσης και διαρκή αίσθηση οικονομικής ασφυξίας.
Το εισόδημα εξαντλείται πολύ πριν τελειώσει ο μήνας και η καθημερινότητα μετατρέπεται σε άσκηση επιβίωσης. Δεν μπορεί να ευαγγελιζόμαστε ότι θέλουμε και χρειαζόμαστε ανάπτυξη αλλά από την άλλη να κρατάμε το ΦΠΑ στα 24%.
Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καύσιμα λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής κόστους σε ολόκληρη την οικονομία. Η Ελλάδα, με γεωγραφία που βασίζεται στις μεταφορές, στη νησιωτικότητα και στις μεγάλες αποστάσεις, επιβαρύνει τη βενζίνη και το πετρέλαιο σε επίπεδα ασύμβατα με το εισόδημα των πολιτών. Το αποτέλεσμα διαχέεται παντού: στα τρόφιμα, στις υπηρεσίες, στις μετακινήσεις, στην παραγωγή. Από το χωράφι μέχρι το ράφι και από το λιμάνι μέχρι το νησί, ο φόρος καυσίμων ανεβάζει το κόστος κάθε δραστηριότητας.
Στο ίδιο μοτίβο και τα τέλη κυκλοφορίας. Σε ορισμένες κατηγορίες έφτασαν σε επίπεδα που αλλοιώνουν πλήρως τη δομή της αγοράς αυτοκινήτου. Οχήματα μεγαλύτερου κυβισμού εξαφανίστηκαν, όχι λόγω περιβαλλοντικής συνείδησης αλλά λόγω φορολογικής εξόντωσης. Η Ελλάδα κατέληξε να κυκλοφορεί σχεδόν αποκλειστικά με πανάλαφρα αυτοκίνητα χιλίων κυβικών, όχι ως στρατηγική βιωσιμότητας αλλά ως αναγκαστική προσαρμογή σε ένα τιμωρητικό πλαίσιο που αυξάνει τη θνητότητα των επιβαινόντων σε αυτοκινητιστικά δυστυχήματα στις εθνικές οδούς με οχήματα που στις υπόλοιπες χώρες χρησιμοποιούνται μόνο εντός πόλης.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο όπου οι βασικές αιτίες της χρεοκοπίας έχουν υποχωρήσει. Τα ελλείμματα περιορίστηκαν, η δημοσιονομική πειθαρχία εγκαθιδρύθηκε και η αξιοπιστία της χώρας αποκαταστάθηκε.
Δύο παθογένειες μόνο επιμένουν: το υπερμέγεθες δημόσιο χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση και η γραφειοκρατία που εξακολουθεί να απορροφά ενέργεια, χρόνο και κεφάλαιο της παραγωγικής οικονομίας. Παρά την ψηφιοποίηση, η παραγωγική οικονομία συνεχίζει να σκοντάφτει σε διαδικασίες, άδειες και καθυστερήσεις ετών ή και δεκαετιών.
Και κάπου εδώ αναδύεται το κρίσιμο ερώτημα. Ποιον εξυπηρετούν τα υπερπλεονάσματα; Όταν έξι στους δέκα πολίτες δηλώνουν σε έρευνα του Σκάι ότι το εισόδημα εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας, η δημοσιονομική υπεραπόδοση παύει να αποτελεί αρετή και μετατρέπεται σε ένδειξη οικονομικής ανισορροπίας. Η σταθερότητα μεταλλάσσεται σε στασιμότητα και η φορολογία κρίσης γίνεται μόνιμο μοντέλο που προάγει τον αντισυστημισμό και απαντήσεις τύπου "μεταξύ Μητσοτάκη και Χάος θα ψηφίσω Χάος"…
Η οικονομία ζητά ανάσα, όχι άλλα υπερπλεονάσματα. Ζητά ανάπτυξη που δεν θα προέρχεται από την ανάδειξη της σκαιάς οικονομίας σε φανερή. Ζητά επενδύσεις, κατανάλωση και παραγωγή, όχι διαρκή φορολογική αφαίμαξη.
Αν η χώρα βρίσκεται πλέον σε κανονικότητα, τότε και η φορολογία οφείλει να επιστρέψει στην κανονικότητα. Αν αυτό μοιάζει δύσκολο, τότε αξίζει τουλάχιστον μια ειλικρινής παραδοχή: τα μνημόνια έφυγαν, οι φόροι τους έμειναν!
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Πρόκειται για προσωπική εμμονή κάποιων ή για συλλογικό ένστικτο μιας κοινωνίας που αντιλαμβάνεται ότι η εξίσωση έπαψε να βγάζει νόημα;
Ότι ανάπτυξη με φορολογία κρίσης συνιστά προφανή αντίφαση; Και ότι ίσως, μετά από δεκαέξι χρόνια, έφτασε πράγματι η στιγμή να τελειώνουμε με τους φόρους των μνημονίων;