Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 09-Ιουλ-2009 12:42

    Βιασμός και ασελγείς πράξεις

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Ανάμεσα στα εγκλήματα που στρέφονται κατά της γενετήσιας ελευθερίας του ατόμου, διακριτή θέση καταλαμβάνει αυτό του βιασμού, το αξιόποινο του οποίου προβλέπεται στο άρθρο 336 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, που ορίζει ότι «Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη».

    Με την ανωτέρω διάταξη εισάγονται ως εκ τούτου δύο μορφές τέλεσης της προκείμενης αξιόποινης πράξης, δηλαδή ο βιασμός υπό στενή έννοια και ο εξαναγκασμός σε ασέλγεια. Η τελευταία αυτή μορφή βιασμού μάλιστα δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος των προθέσεων του δράστη, ενώ, επιπλέον, στην παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου προβλέπεται και τρίτη περίπτωση τέλεσης του εγκλήματος, υπό τη μορφή του ομαδικού βιασμού.

    Ειδικότερα, το έγκλημα του βιασμού συνίσταται αφενός μεν στη χρήση βίας και αφετέρου στην επίτευξη εξώγαμης συνουσίας ή ανοχής ή επιχείρησης ασελγούς πράξης σε βάρος του θύματος. Επομένως, για τη στοιχειοθέτησή του απαιτούνται ο φυσικός εξαναγκασμός του θύματος, ανεξαρτήτως φύλου του, δια της άσκησης σωματικής βίας ή της απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, ο οποίος γίνεται με σκοπό την επίτευξη εξώγαμης συνουσίας ή προς ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης. Συνεπώς η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος μπορεί να πληρωθεί είτε με τη χρήση σωματικής βίας, είτε με τη χρήση απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, η δε τυχόν χρήση και των δύο αυτών τρόπων σε μια περίπτωση αποτελούν εκφάνσεις μιας και της αυτής εγκληματικής δράσης.

    Ειδικά σε σχέση με την πρώτη περίπτωση, ως άσκηση σωματικής βίας θεωρείται η χρήση σωματικά επενεργούσης δύναμης για την υπερνίκηση είτε της ήδη εκδηλωθείσης, είτε της απλά αναμενομένης αντίστασης του θύματος, δηλαδή η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και εξαναγκάζει κάποιον να υποστεί παρά τη θέλησή του εξώγαμη συνουσία. Η σωματική βία διακρίνεται περαιτέρω σε αυτή που επιτυγχάνει αμέσως το σκοπό της και σε εκείνη καταλήγει στο αξιόποινο αποτέλεσμα διαμέσου της βούλησης του εξαναγκαζομένου. Η μορφή αυτή σωματικής βίας διαφέρει από τη ψυχολογική βία, στο μέτρο που για την ύπαρξή της απαιτείται πάντοτε σωματική επενέργεια, ενώ η ψυχολογική βία υπάρχει, όταν χωρίς τη σωματική επενέργεια, δημιουργείται μια ψυχικά δυσάρεστη κατάσταση στο εξαναγκαζόμενο πρόσωπο, που για να την καταργήσει αναγκάζεται εντέλει να υποκύψει.

    Σε σχέση εξάλλου με τη δεύτερη περίπτωση,ως απειλή νοείται η προαγγελία κάποιου «κακού» προς το εξαναγκαζομένο πρόσωπο, δηλαδή κάποιας υλικής ή ηθικής βλάβης που πρόκειται να επέλθει σε βάρος του σε περίπτωση που αυτό δεν υποκύψει στις απαιτήσεις του δράστη. Το αντικείμενο της απειλής, δηλαδή το επαπειλούμενο κακό, το οποίο μπορεί να αφορά σε οποιοδήποτε έννομο αγαθό, προσδιορίζεται στην περίπτωση αυτή από το Νόμο σαν «κίνδυνος», δηλαδή ως μια κατάσταση που κάτω από δεδομένες συνθήκες ενέχει, κατά την κοινή πείρα, όχι απλά τη δυνατότητα, αλλά την πιθανότητα επέλευσης κάποιας βλάβης.

    Περαιτέρω, ο ως άνω «κίνδυνος» απαιτείται να είναι σπουδαίος και άμεσος, υπό την έννοια ότι, αφενός το επαπειλούμενο κακό πρέπει να περιέχει κάποια σοβαρότητα και βαρύτητα που να είναι ικανή να εξαναγκάσει το μέσο κοινωνικό άνθρωπο, που βρίσκεται κάτω από τις ειδικές εξωτερικές και εσωτερικές συνθήκες του θύματος, να υποκύψει τελικά, και αφετέρου η προσβολή του επαπειλούμενου αγαθού να μπορεί να επέλθει σε τόσο σύντομο χρόνο, ώστε να επιβάλλεται κατά την κρίση του μέσου ανθρώπου η άμεση λήψη μέριμνας για την αποτροπή του.

    Βασικό στοιχείο του εγκλήματος του βιασμού είναι ότι η άσκηση σωματικής βίας ή η προβολή της απειλής πρέπει να οδηγήσει στον εξαναγκασμό του θύματος σε εξώγαμη συνουσία ή στην επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξης σε βάρους του. Για να γίνει βέβαια δεκτός ο εξαναγκασμός αυτός απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ασκηθείσας βίας ή απειλής και της τελεσθείσας συνουσίας ή ασελγούς πράξης. Εντούτοις, για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται η ενεργητική αντίσταση του παθόντος, αλλά αρκεί η συνουσία (ή ασελγής πράξη) να γίνεται παρά την αντίθετη βούλησή του και ο δράστης να ασκεί σωματική βία (ή απειλή) η οποία εξουδετερώνει τη βούληση του εξαναγκαζομένου προς αντίσταση. Η προβολή δηλαδή ενεργού αντίστασης δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της έννοιας του βιασμού που τελείται με σωματική βία.

    Στα πλαίσια αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάκριση μεταξύ συνουσίας και ασελγούς πράξης. Ειδικότερα, ως συνουσία νοείται η συνένωση των γεννητικών οργανικών μορίων δύο προσώπων, ενώ ασελγής πράξη είναι όχι μόνον η συνουσία, αλλά και κάθε άλλη ενέργεια που ανάγεται στην γενετήσια σφαίρα και που αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετησίου ορμής. Η Νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων έχει κρίνει ότι ασελγείς πράξεις συνιστούν ή απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων, οι ασπασμοί και θωπείες στο στήθος, στους μηρούς και στην περιοχή του αιδοίου, καθώς και η θέση του δακτύλου του δράστη σε αυτό, εφόσον διεγείρουν την γενετήσια επιθυμία του δράστη. Μάλιστα, το θύμα μπορεί να αναγκασθεί να προβεί στην ασελγή πράξη είτε στο ίδιο του το σώμα είτε στο σώμα του δράστη.

    Τέλος, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του βιασμού απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη, να εξαναγκάσει το θύμα με σωματική βία ή με απειλή ή και με τα δύο, σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, και ενέχει την γνώση ότι ο παθών δεν συναινεί στη συνουσία ή στην κατά τα ανωτέρω ασελγή πράξη.
    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ