Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 04-Φεβ-2009 09:45

    Παροχή εργασίας κατά την Κυριακή, τις αργίες και τη νύκτα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Η υπερεργασιακή και η υπερωριακή απασχόληση, όπως οριοθετείται  σήμερα από το άρθρο 4 του νόμου 2874/2000, μετά την ριζική αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του νόμου 3385/2005, είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, ενώ η εργασία του μισθωτού κατά το Σάββατο ως έκτη ημέρα, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχόλησης.

    Στα πλαίσια αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις  απασχόλησης του εργαζομένου κατά την Κυριακή, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί καταρχήν υποχρεωτική ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Βασιλικού Διατάγματος748/1966, κατά την Κυριακή απαγορεύεται κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική και πάσα επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα, ρύθμιση η οποία καταλαμβάνει κάθε πρόσωπο που διαμένει στην Ελληνική Επικράτεια, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων.

    Εντούτοις, η εργασία και κατά την Κυριακή επιτρέπεται στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων που διέπονται από τους ορισμούς του άρθρου 2 του ίδιου ως άνω Βασιλικού Διατάγματος, όπως ενδεικτικά οι γεωργικές, κτηνοτροφικές και αλιευτικές επιχειρήσεις και οι οικιακοί μισθωτοί. Στις περιπτώσεις αυτές ο εργοδότης υποχρεούται να παραχωρήσει στον μισθωτό αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης (ρεπό) μέσα στην επόμενη εβδομάδα, εφόσον αυτός έχει εργαστεί τουλάχιστον πέντε (5) ώρες, ενώ σε περίπτωση απασχόλησης πλειόνων των πέντε ωρών ο εργαζόμενος δικαιούται επιπλέον της χορήγησης αντίστοιχων ωρών ανάπαυσης. Το ίδιο δε ισχύει και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος απασχολήθηκε συνολικά λιγότερο από πέντε ώρες. 

    Η ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης
    αναγράφεται υποχρεωτικά στην κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας της επιχείρησης, συντασσόμενης προς τούτο σχετικής έκθεσης, η οποία κατατίθεται προς θεώρηση στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, κάθε φορά που ο εργοδότης προτίθεται να απασχολήσει μισθωτό του κατά την ημέρα της Κυριακής.

    Αναφορικά εξάλλου με την αμοιβή που δικαιούται ο εργαζόμενος σε περίπτωση απασχόλησής του κατά την Κυριακή, αυτή ανέρχεται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμβατικής συμφωνίας, στο καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, ή αναλόγως στο 1/25 του μισθού, προσαυξημένο κατά ποσοστό 75%  επί του νομίμου ημερομισθίου. Ως νόμιμο ημερομίσθιο νοείται αυτό που προβλέπεται από τη σχετική Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και όχι το συμβατικώς καταβαλλόμενο, ώστε αν μεταξύ εργοδότη και μισθωτού έχει συμφωνηθεί ανώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο η προσαύξηση αυτή προσδιορίζεται αναλόγως.

    Ένα άλλο ενδιαφέρον ζήτημα αφορά την στάση που δικαιούται να τηρήσει ο εργαζόμενος έναντι της τυχόν απαίτησης του εργοδότη του να παράσχει τις υπηρεσίες του σε ημέρα που ορίζεται ως αργία. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα τελεί σε συνάφεια καταρχήν με το εάν πρόκειται για επάγγελμα ή κλάδο όπου η εργασία επιτρέπεται νομοθετικά και κατά τις ημέρες αυτές, οπότε, σε καταφατική περίπτωση, ο εργαζόμενος υποχρεούται εύλογα να παράσχει την εργασία του και κατά τις αργίες. Το δεύτερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι αν η συγκεκριμένη αργία είναι υποχρεωτική κατά Νόμο ή κατ’ έθιμο ή προαιρετική. 

    Ως ημέρες υποχρεωτικής αργίας ορίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Βασιλικού Διατάγματος 748/1966, η 25η Μαρτίου, η Δευτέρα του Πάσχα, η 15η Αυγούστου (ημέρα Κοιμήσεως της Θεοτόκου) και τα Χριστούγεννα. Σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν η Πρωτοχρονιά, τα Θεοφάνεια, η Καθαρά Δευτέρα, η Μεγάλη Παρασκευή (μέχρι τις 13:00 μμ για τα καταστήματα) και η 26η Δεκεμβρίου (δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων), οι οποίες έχουν καταστεί αργίες με βάση την επίδραση των εθίμων του τόπου μας. Ειδικά η Πρωτομαγιά αποτελεί καταρχήν ημέρα προαιρετικής αργίας, εντούτοις καθορίζεται κάθε χρόνο ως υποχρεωτική αργία με απόφαση του Υπουργού Εργασίας.

    Στις περιπτώσεις των υποχρεωτικών αργιών, ο εργαζόμενος μπορεί νόμιμα να αρνηθεί την παροχή της εργασίας του, εφόσον του ζητηθεί από τον εργοδότη του, όπως ακριβώς ισχύει και σε σχέση με την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές, καθόσον το άρθρο 1 του Βασιλικού Διατάγματος 748/1966 καταλαμβάνει ρητώς και αυτές τις περιπτώσεις.
    Αντιθέτως, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή της εργασίας του την 28η Οκτωβρίου, η οποία αποτελεί ημέρα προαιρετικής αργίας, καθώς η λειτουργία της επιχείρησης κατά την συγκεκριμένη ημέρα εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη, ο οποίος υποχρεούται εντούτοις να γνωστοποιήσει εγκαίρως στο απασχολούμενο προσωπικό την προκείμενη πρόθεσή του.

    Η αμοιβή που δικαιούται ο εργαζόμενος σε περίπτωση απασχόλησής του κατά τις αργίες, στις επιχειρήσεις που αυτό επιτρέπεται, υπολογίζεται με βάση τα ισχύοντα για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές, δηλαδή στο καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 75% επί του νομίμου ημερομισθίου. 

    Περαιτέρω, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην κάλυψη περιπτώσεων κατ΄ εξαίρεση (δηλαδή μη νόμιμης) υπερωριακής απασχόλησης, καθιέρωσε με την παράγραφο 5 του νόμου 2874/2000 το δικαίωμα του εργαζομένου να απαιτήσει στις περιπτώσεις αυτές αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.

    Τέλος, η προσφορά εργασίας κατά την νύκτα, κρίθηκε εύλογα από το νομοθέτη, ότι θα πρέπει να αμείβεται προνομιακά σε σχέση με την προσφορά της κατά τη διάρκεια της ημέρας, λόγω των επαχθέστερων συνθηκών που επικρατούν κατά το διάστημα αυτό. Ειδικότερα, η αμοιβή που δικαιούται ο εργαζόμενος για την παροχή νυκτερινής εργασίας, δηλαδή για εργασία που προσφέρεται μεταξύ των ωρών 22:00 μ.μ. και 06:00 π.μ., ανέρχεται στο ημερήσιο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (ΥΑ 18310/46 και 25825/51), ενώ σε περίπτωση υπερωριακής απασχόλησης κατά τη διάρκεια της νύκτας η προσαύξηση που δικαιούται ο μισθωτός υπολογίζεται επί του προσαυξημένου κατά 25% ωρομισθίου. 
    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ