"Brain drain" στην Ελλάδα: Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί και να αντιστραφεί το κλίμα φυγής των νέων στο εξωτερικό
Τετάρτη, 28-Ιαν-2026 00:04
Το φαινόμενο του "brain drain", δηλαδή της φυγής υψηλά εκπαιδευμένων και εξειδικευμένων ανθρώπων στο εξωτερικό, αποτελεί μία από τις σοβαρότερες και πιο επίμονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια. Παρά τη σταδιακή οικονομική ανάκαμψη και τις κρατικές πρωτοβουλίες που κατά καιρούς εξαγγέλλονται με στόχο την αντιστροφή αυτής της τάσης, χιλιάδες νέοι επιστήμονες, και επαγγελματίες υψηλής εξειδίκευσης, εξακολουθούν να εγκαταλείπουν τη χώρα. Οι λόγοι είναι γνωστοί: απουσία βιώσιμων επαγγελματικών προοπτικών, αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας, περιορισμένες δυνατότητες εξέλιξης και χρόνια προβλήματα στη χρηματοδότηση της έρευνας και της καινοτομίας.
Η μαζική αυτή φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου, που έγινε ιδιαίτερα αισθητή 2-3 χρόνια μετά την οικονομική κρίση του 2008, όταν η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με πρωτοφανή ύφεση, ανεργία και κοινωνική ανασφάλεια. Στην αναζήτησή τους για ποιότητα ζωής, αξιοπρεπείς αμοιβές και πραγματικές ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης, πολλοί νέοι επέλεξαν να χτίσουν τη ζωή τους στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα ήταν μια βαθιά απώλεια ανθρώπινου δυναμικού υψηλής εξειδίκευσης, το οποίο είχε εκπαιδευτεί σε μεγάλο βαθμό με δημόσιους πόρους. Οι επίσημες στατιστικές δείχνουν ότι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μετανάστευσαν προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πέραν αυτής, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό επέστρεψε, γεγονός που αποτυπώνει την πολυπλοκότητα αλλά και τη δυναμική του φαινομένου.
Παρά τις προσπάθειες των τελευταίων ετών για τον περιορισμό του "brain drain", το πρόβλημα απέχει πολύ από το να θεωρηθεί λυμένο. Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι ευκαιρίες για έρευνα και καινοτομία είναι περιορισμένες, η γραφειοκρατία εξακολουθεί να λειτουργεί αποτρεπτικά και το ερευνητικό οικοσύστημα υπο-χρηματοδοτείται και συχνά λειτουργεί χωρίς μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό. Όλα αυτά συνθέτουν ένα περιβάλλον που ωθεί τους πιο ικανούς και φιλόδοξους να αναζητήσουν το μέλλον τους αλλού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας εντός της επιστημονικής κοινότητας αποτέλεσε η πρόσφατη επιστολή διαμαρτυρίας που υπογράφηκε από αρκετούς επιστήμονες και απευθύνθηκε προς το Υπουργείο Παιδείας. Οι υπογράφοντες ανέδειξαν ζητήματα όπως η έλλειψη αξιοκρατίας, η προχειρότητα στη χρηματοδότηση της έρευνας και η απουσία διαφανών και αξιόπιστων μηχανισμών αξιολόγησης ερευνητικών προτάσεων, ιδίως στο πλαίσιο προγραμμάτων που υποτίθεται ότι στοχεύουν στη στήριξη της αριστείας. Η επιστολή αυτή δεν αποτελεί απλώς μια συλλογική έκφραση αγανάκτησης, αλλά καταδεικνύει τη βαθιά δυσπιστία απέναντι στη θεσμική διαχείριση της γνώσης και, ταυτόχρονα, υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα επενδύει σε ανθρώπινο κεφάλαιο το οποίο τελικά αδυνατεί να αξιοποιήσει.
Οι αιτίες που οδηγούν στο "brain drain" είναι πολυδιάστατες και αλληλένδετες. Σε οικονομικό επίπεδο, η περιορισμένη επενδυτική δραστηριότητα σε τομείς αιχμής, οι χαμηλές αμοιβές και η εργασιακή ανασφάλεια μειώνουν δραστικά την ελκυστικότητα της χώρας για εξειδικευμένους επαγγελματίες. Στον τομέα της εκπαίδευσης και της έρευνας, η Ελλάδα υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου στη χρηματοδότηση της επιστημονικής δραστηριότητας, γεγονός που δημιουργεί μη ανταγωνιστικά περιβάλλοντα και αποθαρρύνει τη μακροπρόθεσμη παραμονή νέων ερευνητών. Παράλληλα, κοινωνικο-πολιτιστικοί παράγοντες, όπως η γραφειοκρατία, η καθυστέρηση στις διοικητικές διαδικασίες και η συχνή απουσία αξιοκρατικών κριτηρίων, ενισχύουν το αίσθημα στασιμότητας και αδικίας.
Οι επιπτώσεις του "brain drain" είναι βαθιές και εκτείνονται σε πολλαπλά επίπεδα. Οικονομικά, η χώρα χάνει εργατικό και επιστημονικό δυναμικό, το οποίο θα μπορούσε να συμβάλει στην παραγωγή, στην καινοτομία και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Κοινωνικά και δημογραφικά, η φυγή νέων ανθρώπων σε παραγωγική ηλικία επιτείνει τη γήρανση του πληθυσμού και επιβαρύνει τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Σε επίπεδο καινοτομίας, η απουσία εξειδικευμένων στελεχών δυσχεραίνει τη δημιουργία ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου με υψηλή προστιθέμενη αξία.
Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι μόνο κοινωνικό ή ηθικό αλλά είναι βαθιά οικονομικό. Μια αγορά που παραγκωνίζει τη μισή της δεξαμενή στελεχών –εκείνη των πιο έμπειρων επαγγελματιών– αυτοκαταδικάζεται σε βραχυπρόθεσμες λύσεις και χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, μια χώρα που σέβεται και αξιοποιεί την εμπειρία, χτίζει σταθερές βάσεις για ανάπτυξη και καινοτομία. Στο πλαίσιο αυτό, ο μετασχηματισμός της Ελλάδας δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στη νεανική δυναμική αλλά χρειάζεται και τη συμβολή στελεχών άνω των 45 ετών, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, που διαθέτουν συσσωρευμένη γνώση, διεθνή εμπειρία και στρατηγική σκέψη ικανή να προσδώσει βάθος, συνέχεια και ποιότητα στη διαδικασία αλλαγής.
Η αντιμετώπιση του "brain drain" απαιτεί συντονισμένη και μακρόπνοη δράση. Οικονομικά και φορολογικά κίνητρα για τον επαναπατρισμό μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, μόνο όμως εφόσον συνοδεύονται από πραγματικές ευκαιρίες απασχόλησης. Η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, με αύξηση της χρηματοδότησης και απλοποίηση των διαδικασιών, είναι κρίσιμη για τη δημιουργία ενός βιώσιμου οικοσυστήματος γνώσης. Παράλληλα, η εμπέδωση της αξιοκρατίας και η διοικητική μεταρρύθμιση αποτελούν προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Η συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων και ιδιωτικού τομέα, ιδίως σε τομείς αιχμής, μπορεί να δημιουργήσει ποιοτικές θέσεις εργασίας και να συγκρατήσει ή να επαναπροσελκύσει ταλέντα. Τέλος, η επένδυση σε κοινωνικές υποδομές και ποιότητα ζωής διαμορφώνει ένα περιβάλλον όπου η παραμονή ή η επιστροφή στην Ελλάδα δεν αποτελεί θυσία, αλλά συνειδητή επιλογή.
Το "brain drain" στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ένα φαινόμενο μετανάστευσης. Είναι το σύμπτωμα βαθύτερων δομικών και κοινωνικο-οικονομικών αδυναμιών, που απαιτούν συνολική και στρατηγική αντιμετώπιση. Από την οικονομική πολιτική μέχρι την εκπαίδευση και από τη χρηματοδότηση της έρευνας μέχρι την κοινωνική συνοχή, απαιτείται μια ενιαία προσέγγιση που θα δημιουργεί πραγματικές προοπτικές για όλους όσοι θέλουν να ζήσουν, να εργαστούν και να δημιουργήσουν στην Ελλάδα.
Η χώρα διαθέτει το ανθρώπινο υλικό, τις δυνατότητες και την ιστορική εμπειρία για να μετατρέψει το "brain drain" σε "brain gain". Το ζητούμενο είναι να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις ώστε αυτό να γίνει πράξη, όχι ως επικοινωνιακό αφήγημα, αλλά ως καθημερινή πολιτική, θεσμική και κοινωνική επιλογή. Αν τα καταφέρει, δεν θα συγκρατήσει απλώς τα νέα "μυαλά" της, αλλά θα ξαναβρεί τον δρόμο προς την καλύτερη εκδοχή του εαυτού της ως κράτος και ως κοινωνία.
*Διευθυντικό Στέλεχος-Σύμβουλος Επιχειρήσεων & Καθηγητής Διοίκησης Επιχειρήσεων/Marketing