Το διεθνές δίκαιο και η σημασία του μετά τη Γροιλανδία
Τρίτη, 27-Ιαν-2026 00:03
Για να κατανοηθεί η πραγματική σημασία του διεθνούς δικαίου στις διεθνείς σχέσεις, αρκεί να εξετάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο το διαχειρίζεται η Τουρκία: Η Τουρκία δεν κάνει τίποτε, όχι τουλάχιστον εναντίον της Ελλάδας, χωρίς να επικαλείται το διεθνές δίκαιο.
Θέλει να αρπάξει το Αιγαίο και τους φυσικούς πόρους του; Δεν λέει "θέλω το Αιγαίο", αλλά επικαλείται δήθεν το ‘διεθνές δίκαιο’ σε εκδοχή που την εξυπηρετεί. Τα νησιά, λέει, δεν έχουν ΑΟΖ, δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, άρα νομική επιρροή στο Αιγαίο έχουν μόνον οι ηπειρωτικές ακτές, άρα το Αιγαίο πρέπει να μοιραστεί δήθεν ‘μισό-μισό’.
Όσο κι αν μια τέτοια ερμηνεία αντίκειται κατάφωρα σε κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, επειδή το διεθνές δίκαιο είναι αρκετά πιο σχετικό από το ‘κανονικό’ δίκαιο, η Τουρκία έχει την ευχέρεια να ισχυρίζεται ότι τάχα "αυτή την ερμηνεία του ‘διεθνούς δικαίου’ δεχόμαστε".
Όμοια στην Κύπρο το 1974. Η Τουρκία εκεί προέβη σε σοβαρότατα εγκλήματα πολέμου. Καταρχάς η (αποσιωπούμενη) εθνοκάθαρση της συντριπτικής ελληνικής πλειονότητας στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού. Στη συνέχεια ο εποικισμός των εθνοκαθαρμένων περιοχών. Η Τουρκία τα πέτυχε αυτά με… επίκληση του διεθνούς δικαίου! Δηλαδή των συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου, που έδιδαν δικαίωμα μονομερούς επέμβασης στις ‘εγγυήτριες δυνάμεις’.
Βέβαια, οι περί μονομερούς επέμβασης λεπτομέρειες των συνθηκών καθόλου δεν είχαν τηρηθεί. Όμως, ο νόμιμος πρόεδρος της Κύπρου, ‘εθνάρχης’ Μακάριος, στην ομιλία του στον ΟΗΕ στις 19-7-1974, ανέφερε ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα "εισέβαλε" στο νησί με το χουντικό πραξικόπημα που τον ανέτρεψε. Αυτό αρκούσε στην Τουρκία για να θεωρήσει τη στρατιωτική της επέμβαση δήθεν "σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο". Απέκτησε έτσι ένα (έωλο, αλλά το απέκτησε) έρεισμα για όσες κατάφωρες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου ακολούθησαν.
Η Τουρκία λοιπόν ούτε στο Αιγαίο ούτε στην Κύπρο κινείται όπως ο Τραμπ, ζητώντας απλώς να πάρει αυτό που θέλει "γιατί έτσι θέλει", όσο κι αν κατά βάθος αυτό πράττει: Κινείται έτσι, διότι ούτε είναι, ούτε αισθάνεται πανίσχυρη.
Αντιθέτως ο Τραμπ, ακόμη κι αν δεν είναι, δείχνει να αισθάνεται πανίσχυρος. Στο θέμα της Γροιλανδίας τελικά δεν χρησιμοποίησε ισχύ, όμως στο μυαλό του ("το μόνο που μπορεί να τον σταματήσει", κατά τον ίδιο), πιστεύει ότι, αν χρησιμοποιήσει ισχύ, θα πάρει τη Γροιλανδία χωρίς στρατιωτικές, αλλά ούτε και ιδιαίτερες πολιτικές συνέπειες.
Το ‘διεθνές δίκαιο’ χρειάζεται λοιπόν για να υποστηρίξει ένα κράτος, έστω και έωλα, ότι τάχα έχει δίκιο. Διότι ενώ η Τουρκία δεν έχει δίκιο έναντι της Ελλάδας εμείς το γνωρίζουμε, όμως δεν το γνωρίζουν κατ’ ανάγκη άλλοι παίκτες της περιοχής.
Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρούμε καθόλου βέβαιο ότι οι συνομιλητές μας άλλων χωρών με ρόλο στην περιοχή έχουν (ηθελημένα ή όχι) ολοκληρωμένη άποψη για τις ‘λεπτομέρειες’ του διεθνούς δικαίου. Τούτο, ακόμη κι αν πρόκειται για εκκωφαντικές παραβιάσεις, όπως η αγνόηση των ελληνικών νησιών του Αιγαίου, μαζί και της Κρήτης.
Με την ψευδο-επίκληση του διεθνούς δικαίου, η Τουρκία απευθύνεται και στον δικό της πληθυσμό. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι απόλυτο κακό, όπως αυτό που εμφανίζεται στις ταινίες του Χόλυγουντ, δεν υπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος χρειάζεται να αιτιολογεί ως "καλές" τις ενέργειές του. Σχεδόν πάντοτε, ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο βάζουμε ένα κρίσιμο "ναι μεν αλλά" στο κακό που κάνουμε, δικαιολογώντας το.
Το ίδιο συμβαίνει και σε συλλογικό επίπεδο. Π.χ. η τουρκική κοινωνία πρέπει να παραμένει πεπεισμένη ότι είναι ο ‘καλός’ της υπόθεσης. Η εισβολή και εθνοκάθαρση της Κύπρου πρέπει να ονομαστεί "ειρηνευτική επέμβαση": Χρειάζεται ηθικό άλλοθι.
Αν η Τουρκία είχε ή αισθανόταν ότι έχει ισχύ όπως ο Τραμπ, η στάση της ίσως ήταν όμοια με του Αμερικανού προέδρου (όπως ήταν π.χ. στην άλωση Κωνσταντινούπολης το 1453).
Με τη μείζονα εξαίρεση Τραμπ, άπαντες στον πλανήτη ψάχνουν παρόμοιες διεθνοδικαιικές ή έστω ηθικές δικαιολογίες. Οι Ρώσοι χρειάστηκαν να αιτιολογήσουν κάπως την εισβολή στην Ουκρανία. Ομοίως οι ΗΠΑ την εισβολή στο Ιράκ, με την εκ των υστέρων ομολογημένα αναληθή δικαιολογία περί όπλων μαζικής καταστροφής του Σαντάμ. Ομοίως ο βομβαρδισμός της Σερβίας και η απόσπαση από αυτήν του Κοσόβου. Καμία από αυτές τις ενέργειες αυτές δεν ήταν σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο. Ωστόσο καθεμία από αυτές χρειαζόταν ηθική και εν μέρει διεθνοδικαιική δικαιολόγηση.
Αν μάλιστα ένα κράτος εμφανίσει ενέργειές του ως συνολικά σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο (όπως η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 1991, που είχε τη νομικώς αναγκαία έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ), τότε έχει κερδίσει ισοπεδωτικό πολιτικό και επικοινωνιακό πλεονέκτημα για την ευόδωση τέτοιων ενεργειών του.
Το διεθνές δίκαιο είναι λοιπόν τεράστιο πολιτικό όπλο ακόμη και για τους ισχυρούς του πλανήτη. Ακόμη κι αυτοί (σε αντίθεση με την εικόνα που δείχνει ο Τραμπ) ούτε είναι, ούτε μπορούν να είναι απόλυτα ισχυροί. Όσο περισσότερο δικαίωση βρίσκουν οι ενέργειες ενός κράτους (ουσιαστική ή έστω απλώς επικοινωνιακή) στο διεθνές δίκαιο, τόσο περισσότερο ισχυροποιούνται πολιτικά. Και όσο περισσότερο αυτό παραβιάζεται (είτε επικοινωνιακά είτε ουσιαστικά), τόσο περισσότερο πολιτικό κεφάλαιο αναλώνεται.
Η Ελλάδα πρέπει συνεπώς να τεκμηριώνει μεν πάντοτε τις κινήσεις της με το διεθνές δίκαιο. Πρέπει όμως επίσης να μην πιστέψει επ’ ουδενί, ειδικά συγκεκριμένο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που διέπεται από αφέλεια στο ζήτημα αυτό, ότι το διεθνές δίκαιο έχει οιαδήποτε δυνατότητα να μας βοηθήσει από μόνο του. Είναι απλά ένα ισχυρό εργαλείο, πολιτικά και επικοινωνιακά αναγκαίο.
Οι κινήσεις του Τραμπ με τη Γροιλανδία δεν ήταν λοιπόν πρωτοφανείς ιστορικά. Όμως ξεσκέπασαν την υποκρισία με την οποία μαεστρικά κινείτο η Δύση στο μεταψυχροπολεμικό σκηνικό.
Ο Τραμπ είναι μάλλον εντιμότερος του Μπους υιού όταν λέει ανοικτά ότι "πάω στη Βενεζουέλα για το πετρέλαιο", κάτι που ποτέ δεν είπε ο Μπους υιός για το Ιράκ.
Παραβλέποντας όμως ο Τραμπ το διεθνές δίκαιο και παραβιάζοντάς το εν ψυχρώ, σπαταλά πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο όχι μόνον στις διεθνές του σχέσεις, αλλά και εντός των ΗΠΑ. Εκεί το κίνημα MAGA, που τον έφερε στην εξουσία, αμφισβητεί σφοδρά τον εκτός ΗΠΑ επεμβατισμό του.
Οι διεθνείς σχέσεις θα παραμείνουν αυτό που πάντοτε ήταν: Ασκήσεις διακρατικής ισχύος. Σε αυτές είναι εντελώς απαραίτητο, κάθε κράτος να εμφανίζεται, έστω και ψεύτικα, ο ως ‘καλός’ της υπόθεσης. Το διεθνές δίκαιο είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο προς αυτόν τον σκοπό.
Η υπόθεση της Γροιλανδίας δεν μετέβαλε τίποτε. Απλώς υπενθύμισε τη διαχρονική πραγματικότητα.
*Δ.Ν., Δικηγόρος