Πώς μπορεί να κυβερνήσει σωστά η (κάθε) Καρυστιανού
Τρίτη, 20-Ιαν-2026 00:03
Όταν εξελέγη αρχηγός της ΝΔ ο νεώτερος Καραμανλής, διερωτώμουν εάν θα είχε προτιμηθεί στην αρχηγία ο εξάδελφός του, Μ. Λιάπης, εάν εκείνος έφερε το επώνυμο "Καραμανλής", αντί για τον εκλεγέντα, έναν αγνώστων κυβερνητικών ικανοτήτων νέο πολιτικό.
Αντίστοιχα ερωτήματα τίθενται για κάθε πολιτικό γόνο. Ο ΓΑΠ και ο Κυρ. Μητσοτάκης είχαν βέβαια το άλλοθι ότι διετέλεσαν υπουργοί. Όμως χωρίς το βαρύ επώνυμο, οι συγκεκριμένοι πολιτικοί μάλλον δεν θα είχαν ηγηθεί ούτε των κομμάτων τους ούτε της χώρας.
Αντίστροφα, ο Αλέξανδρος Παπάγος το 1952 είχε μηδενική πολιτική εμπειρία. Είχε νικήσει σε δύο πολέμους (ελληνοϊταλικό και εμφύλιο) και είχε έτσι υψηλότατη δημοφιλία. Ουδέν εχέγγυο υπήρχε όμως ότι ένας ‘καραβανάς’ θα ηγούνταν του κράτους αποτελεσματικά σε οικονομία, εξωτερική πολιτική κλπ.
Συγκρίνοντας τις πολιτείες Παπάγου, που έθεσε τις βάσεις του μεταπολεμικού οικονομικού θαύματος, και ΓΑΠ, που κατεδάφισε σε εξήμισι μήνες την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μέσα στο γενικό χειροκρότημα, προκύπτει ότι το κριτήριο της πολιτικής εμπειρίας δεν είναι ασφαλές.
Ενόψει της δυναμικής εισόδου της Μ. Καρυστιανού στην πολιτική σκηνή, τίθεται το ερώτημα (συνήθως με άλλη διατύπωση), αν είναι υλοποιήσιμο στην πράξη το αυτονόητο δημοκρατικό δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε πρόσωπα χωρίς προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία.
Το ζήτημα αυτό έχει λυθεί στα σύγχρονα κράτη εδώ και 106 χρόνια από τον Γερμανό κοινωνιολόγο Max Weber.
Ο Weber είχε ορίσει ως βασικό στοιχείο του σύγχρονου κράτους τον οργανωμένο διοικητικό μηχανισμό, ως πραγματικό κυβερνήτη, αντί για τον χαρισματικό ή παραδοσιακό ηγέτη. Πράγματι, όλα τα προηγμένα κράτη της εποχής μας κυβερνώνται από τη δημόσια διοίκησή τους. Σε κάποια από αυτά, τα αναλογικά τους εκλογικά συστήματα απαιτούν μήνες ή χρόνια για τον σχηματισμό κυβέρνησης, χωρίς κανένα κυβερνητικό πρόβλημα.
Το 1919, στον διάσημο λόγο του "Politik als Beruf" ("Η πολιτική ως επάγγελμα"), ο Weber δεν όρισε την εμπειρία ως βασικό προσόν του πολιτικού, αλλά την αποφυγή, αφενός, της "ηλιθιότητας του ειδικού", αφετέρου, τού να καταστεί η εξουσία αυτοσκοπός.
Με τη δημόσια διοίκηση ως πραγματική κυβέρνηση και τους πολιτικούς σε ρόλο δημοκρατικών ελεγκτών και εξισορροπιστών της εξουσίας, ο Weber επεσήμαινε και την αποφυγή της διαφθοράς ως βασική προϋπόθεση για την επιτυχή λειτουργία του μοντέλου του.
Η διαφθορά μεταβάλλει το κριτήριο λήψης αποφάσεων από το συμφέρον της χώρας, στο συμφέρον του κατά περίπτωση διεφθαρμένου decision-maker.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τους εξοπλισμούς.
Οι αρμόδιοι τεχνοκράτες (αξιωματικοί και πολιτικό προσωπικό), γνωρίζουν τι όπλα χρειάζονται οι ένοπλες δυνάμεις, όπως και το αν είναι εφικτή η εγχώρια παραγωγή κάποιων συστημάτων. Αν μια χώρα αξιοποιεί ορθά αυτή τη γνώση, τότε προμηθεύεται ταχέως ό,τι χρειάζεται από το εξωτερικό, οργανώνοντας παράλληλα την εγχώρια παραγωγή.
Αν όμως π.χ. εκπρόσωποι οίκων παραγωγής οπλικών συστημάτων προσεταιρίζονται αθεμίτως διοικητικά στελέχη με επιρροή στη λήψη αποφάσεων, οι πολιτικοί στο τέλος δεν θα έχουν αξιόπιστη τεχνοκρατική κρίση, ακόμη κι αν οι τελευταίοι δεν μετέχουν στη διαφθορά. Είτε δεν θα ληφθεί καν απόφαση, είτε θα ληφθεί λάθος απόφαση, είτε η ορθή απόφαση θα ληφθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση.
Αν μετέχουν και πολιτικοί στη διαφθορά, τα πράγματα γίνονται προφανώς χειρότερα.
Ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα είναι η παντελής απουσία της δημόσιας διοίκησης από τη διακυβέρνηση. Στην ελληνική εξωτερική πολιτική π.χ. καταγγέλλεται τις τελευταίες δύο δεκαετίες από τους διπλωμάτες η συστηματική άσκηση προσωποπαγούς πολιτικής από υπουργούς, με περιθωριοποίηση του διπλωματικού σώματος. Αν οι πολιτικοί με τον εξοβελισμό του οργανωμένου μηχανισμού των διπλωματών εξυπηρετούν ιδιοτελείς στόχους, τούτο συνιστά διαφθορά, ακόμη κι αν σε τέτοιες συμπεριφορές δεν εντοπίζονται ποινικώς κολάσιμα στοιχεία.
Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πόσο περισσότερο επηρεάζει η διαφθορά την οικονομική πολιτική.
Ο ρόλος του πολιτικού, συνεπώς, είναι: α) Να παραμερίσει τη διαφθορά από τη δημόσια διοίκηση. β) Να αναδείξει τα τεχνοκρατικώς επαρκέστερα στελέχη της δημόσιας διοίκησης, διορθώνοντας παράλληλα ο ίδιος την υπέρμετρη τεχνοκρατικότητα στη λήψη αποφάσεων. Και: γ) Να παραμένει ο ίδιος αδιάφθορος, εξοβελίζοντας κάθε στοιχείο πελατειακότητας από τη δική του συμπεριφορά.
Το βεμπεριανό αυτό πλαίσιο είχε εν μέρει επιτευχθεί στην Ελλάδα μέχρι το 1981 και την άφρονα ‘δημοκρατική’ κατάργηση των γενικών διευθυντών στα υπουργεία από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η τρόικα επιθυμούσε διακαώς την επαναφορά αυτού του μοντέλου διακυβέρνησης, ώστε η οικονομία να μην επηρεάζεται από τον εκλογικό κύκλο. Δυστυχώς αυτό εντέλει δεν επετεύχθη.
Εκτός από την προστασία της οικονομίας από την πελατειακότητα και, εν μέρει, από την ιδιοτέλεια πολλών εκπροσώπων του πολιτικού συστήματος, αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης θα διασφάλιζε την ουσιαστική χρήση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι κάθε Έλληνα πολίτη ακόμη και στα ανώτατα αξιώματα.
Θα διασφάλιζε επίσης επαρκή ανοσία της διακυβέρνησης από τη συχνά εξοργιστική ανικανότητα των πολιτικών. Οποιαδήποτε κυβέρνηση αν κοιτάξει κανείς (και τη σημερινή), διαπιστώνει πληθώρα πραγματικά ανίκανων υπουργών.
Τούτο είναι όμως εύλογο: Οι πολιτικοί είναι άνθρωποι με ειδικές ικανότητες στις δημόσιες σχέσεις: Από την απίστευτη ικανότητα να προλαβαίνουν κάθε σημαντική ή ασήμαντη κοπή βασιλόπιτας (μέρες που είναι), μέχρι να σαγηνεύουν λεκτικά το εκλογικό σώμα. Είναι εντελώς τυχαίο, εάν πρόσωπα με τέτοιες ικανότητες έχουν ταυτόχρονα και κυβερνητικές ικανότητες. Αν όμως πραγματικός κυβερνήτης μιας χώρας είναι μια αδιάφθορη επιτελική δημόσια διοίκηση, τον ρόλο του δημοκρατικού ελεγκτή μπορούν να επιτελέσουν ακόμη και πρόσωπα χωρίς κυβερνητικές ικανότητες.
Στην Ελλάδα βλέπουμε σε περίπου ‘ζωντανή μετάδοση’ και στο πλαίσιο της ανοχής της τρομακτικής διαφθοράς στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αφενός πλήρη θεσμική ανοχή στη συζήτηση ενδεχόμενης δολοφονίας της υπαλλήλου που αποκάλυψε τις ατασθαλίες, αφετέρου ατιμώρητες προτροπές ιθυνόντων να "εμφανίσουμε καμιά ευλογιά" ώστε να αποφευχθούν οι έλεγχοι στα πρόβατα. Ούτε η Δικαιοσύνη, ούτε η εκτελεστική εξουσία ασχολούνται με αυτά. Ασχολούνται όμως επίμονα με φερόμενα αδικήματα προσώπων που αντιτάσσονται ενεργά στην κυβέρνηση.
Αν τέτοιες πρακτικές λαμβάνουν χώρα στον τομέα των αγροτικών επιδοτήσεων, υποθέτει κανείς βασίμως ότι αντίστοιχες πρακτικές συμβαίνουν στη λοιπή οικονομία. Μην ξεχνούμε ότι ειδικώς στον ΟΠΕΚΕΠΕ αρμόδια για τα οικονομικά αδικήματα είναι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ενώ για τα ως άνω αδικήματα οι ελληνικές εισαγγελικές αρχές, που μέχρι στιγμής αδρανούν.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να εφευρεθεί ο τροχός για να ασκήσει όποιος πολίτης θέλει το επάγγελμα του πολιτικού. Χρειάζεται αδιάφθορη ανάδειξη των καλύτερων τεχνοκρατών της δημόσιας διοίκησης, μαζί με ενέσεις κοινής λογικής και στοιχείων από τη μεγάλη εικόνα εκ μέρους οιωνδήποτε δημοκρατικά εκλεγμένων πολιτών σε ρόλο πολιτικών, ώστε να εξισορροπείται η, κατά Weber, ‘ηλιθιότητα του τεχνοκράτη’.
Αυτό πράττουν τα ανεπτυγμένα κράτη του πλανήτη.
* Δ.Ν., Δικηγόρος