Η μη καθαρογράφηση των αθωωτικών αποφάσεων είναι αντισυνταγματική
Τετάρτη, 21-Ιαν-2026 00:04
Κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911, επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου και με Υπουργό Δικαιοσύνης τον έγκριτο νομικό Νικόλαο Δημητρακόπουλο, με εισήγηση του οποίου θεσπίστηκαν στο Σύνταγμα δύο κρίσιμες διατάξεις:
α) Συστήθηκε το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ), που συγκροτείται κατόπιν κληρώσεως από ανώτατους δικαστές και είναι αρμόδιο για όλα τα θέματα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς. Ήδη λειτουργούν ΑΔΣ για τη τακτική δικαιοσύνη, τη διοικητική δικαιοσύνη και το Ελεγκτικό Συνέδριο (αρθ. 90 Σ). Η ίδρυση του ΑΔΣ συνέβαλε στην εδραίωση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών.
β) Θεσπίστηκε ότι "κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη" (αρθ. 93 παρ. 3 Σ), διάταξη που συνέβαλε τα μέγιστα στην έκδοση ορθών δικαστικών αποφάσεων, στον περιορισμό της αυθαιρεσίας της δικανικής κρίσης και στον έλεγχο, τη λογοδοσία και την αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών.
Το δικαστήριο που δικάζει υπόθεση που αφορά ποινικό αδίκημα εκδίδει απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και του επιβάλλει τις προσήκουσες ποινές ή αθώος. Κάθε απόφαση πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.
Αυτό σημαίνει ότι ο δικαστής εξηγεί με τρόπο σαφή, πλήρη και λογικά συνεκτικό τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα που δέχτηκε και τους νομικούς συλλογισμούς που τον οδήγησαν στη δικανική του κρίση. Συνεπώς, η αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί θεσμική αρχή της δικαιοσύνης, της μη αυθαιρεσίας και της λογοδοσίας των δικαστών.
Παράλληλα, επιτρέπει τον έλεγχο της ορθότητας της δικαστικής απόφασης και ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ιδέα και στο εφαρμοσμένο σύστημα της δικαιοσύνης, που αποτελεί επίσης την αναγκαία προϋπόθεση για την εξασφάλιση της δίκαιης δίκης σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Σήμερα, η παραπάνω συνταγματική διάταξη, που δεν μπορεί να τροποποιηθεί με κοινό νόμο, παραβιάζεται συστηματικά από τα δικαστήρια, γιατί με την εφαρμογή του άρθρου 142 παρ. 4 ΚΠοινΔ, της 22730/2020 ΥΑ Δικαιοσύνης και γνωμοδοτήσεις ολομελειών δικαστηρίων δεν καθαρογράφονται τα πρακτικά των αθωωτικών δικαστικών αποφάσεων.
Αυτό συμβαίνει ακόμη και παρά την αντίθετη πρόταση του εισαγγελέως της έδρας ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου για έλλειψη δόλου ή λόγω αμφιβολιών, που σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη, αλλά το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογήσει ειδικά τον μη καταλογισμό σε αυτόν της πράξης ή πώς προέκυψαν αμφιβολίες για την αθώωσή του κατά την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος.
Το δικαστήριο απαγγέλλει σε δημόσια συνεδρίαση την απόφαση "αθώος", χωρίς να αναφέρεται στους λόγους που το οδήγησαν στην αθώωση του κατηγορουμένου. Οι λόγοι αυτοί παλαιότερα προέκυπταν από την αιτιολογία της απόφασης, ενώ τώρα συνάγονται μόνο από την παραδοχή της εισαγγελικής πρότασης, επειδή δεν καθαρογράφονται τα πρακτικά της δίκης.
Το αποτέλεσμα είναι να μπορεί να υποκρύπτεται αυθαίρετη δικαστική κρίση, η οποία δεν μπορεί να αξιολογηθεί υπηρεσιακά και, σε κάθε περίπτωση, να μη μπορεί να γίνει χρήση της απόφασης ή να καταμηνυθούν οι ψευδομάρτυρες ή από το σκεπτικό της να προκύψει δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Θεωρώ ότι είναι ανεπίτρεπτο, ως αντισυνταγματική νομοθετικά ή ως δικαστική πρακτική, το να μη καθαρογράφονται τα πρακτικά των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων, γιατί έτσι παραβιάζονται τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 6 ΕΣΔΑ.
Για τον λόγο αυτό συντάσσομαι με τον στόχο του νομικού κόσμου, που ζητά την καθαρογράφηση των πρακτικών όλων των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων και, ενδεχομένως, το ζήτημα να κριθεί από προσεχή σχετική γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών.
Για το σοβαρό αυτό θέμα δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου οποιαδήποτε θέση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, την ηγεσία του ΑΠ και τις δικαστικές ενώσεις, ούτε προσπάθεια για την έξοδο από την εσωστρέφεια της δικαιοσύνης και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη με έργα και όχι με λόγια.
Με δεδομένο ότι, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της ALCO, η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη ανέρχεται σε ποσοστό 20% των ερωτηθέντων, προκαλεί προβληματισμό ότι δημοσιεύτηκε από δικαστή μία εκτεταμένη συνηγορία υπέρ της μη καθαρογράφησης των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων, χωρίς να απαντά εάν με τη μη καθαρογράφηση παραβιάζεται το άρθρο 93 παρ. 3 Σ., και μάλιστα από αυτούς που καλούνται να το προστατεύσουν.
Πιστεύω ότι οι διατάξεις του Συντάγματος πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα, χωρίς ερμηνείες ή τροπολογίες με κοινό νόμο, γιατί άλλως οδεύουμε σε ολισθηρά οδό. Αν όμως κάποιοι θεωρούν τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 Σ. ως περιττή πολυτέλεια και ότι δεν παρέχει εχέγγυα δίκαιης κρίσης, ας φροντίσουν στην προσεχή συνταγματική αναθεώρηση να τροποποιηθεί.
Σε κάθε περίπτωση, για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη απαιτείται διαφάνεια στην απονομή της, η οποία δεν εξασφαλίζεται με τη μη καθαρογράφηση των πρακτικών των αθωωτικών αποφάσεων, ιδίως όταν αφορούν επώνυμους κατηγορούμενους.
Σε αντίθετη περίπτωση ακούγονται ψίθυροι σε βάρος της δικαιοσύνης, ενώ θα συνέβαινε το αντίθετο με την καθαρογράφηση των αθωωτικών αποφάσεων με πλήρη και πειστική αιτιολόγηση.
*Αρεοπαγίτης ε.τ.