Οικονομική ανάπτυξη, κρίσιμες δεξιότητες και διδακτικές πρακτικές

Πέμπτη, 16-Μαρ-2023 00:00

Της Χρύσας Παπαλεξάτου

Η αποτελεσματική διδασκαλία αναμφίβολα ενδυναμώνει το ανθρώπινο κεφάλαιο, είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη και οδηγεί στη μείωση της ανισότητας. Για τη χώρα μας η συζήτηση αυτή είναι βαρύνουσας σημασίας, καθώς τα αποτελέσματα των εξετάσεων PISA είναι αποθαρρυντικά. Το 2018 οι Έλληνες μαθητές σημείωσαν χαμηλότερη βαθμολογία από τον μέσο όρο των μαθητών των χωρών του ΟΟΣΑ στην ανάγνωση, τα μαθηματικά άλλα και τις θετικές επιστήμες. Οι επιδόσεις των μαθητών στα μαθηματικά και στην ανάγνωση μειώθηκαν σταδιακά από το 2009 και στις θετικές επιστήμες από το 2000.

Το 2022 έτρεξε και το πρώτο πιλοτικό πρόγραμμα ελληνικής PISA. Τα αποτελέσματα του εγείρουν παρεμφερείς προβληματισμούς. Για παράδειγμα, στη νεοελληνική γλώσσα γυμνασίου, στις περιπτώσεις που οι μαθητές κλήθηκαν να ερμηνεύσουν συνδυαστικά διαφορετικά σημεία του κειμένου, ανταποκρίθηκε μόνο το 36%. Στα μαθηματικά γυμνασίου, περίπου ένα στα τέσσερα παιδιά βρίσκεται κάτω από το οριακά επαρκές επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων. Τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα για τους μαθητές δημοτικού.

Τα παραπάνω υποδεικνύουν ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα υστερεί στην καλλιέργεια κρίσιμων δεξιοτήτων για τους μαθητές συγκριτικά με τον διεθνή μέσο όρο. Οι χαμηλές δεξιότητες είναι εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη και καθηλώνουν την ελληνική οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις. Η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας δεν είναι δυνατή χωρίς πραγματική αναβάθμιση των ουσιαστικών δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού που θα έπρεπε να ξεκινά από τη σχολική ηλικία.

Αυτό προϋποθέτει παρεμβάσεις στην εκπαίδευση. Η αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων εξαρτάται βέβαια από μια πληθώρα παραγόντων. Το επίκεντρο του παρόντος άρθρου είναι ένας μόνο από αυτούς τους παράγοντες: ο κυρίαρχος ρόλος του εκπαιδευτικού ως κινητήριου μοχλού της εκπαιδευτικής διαδικασίας και πιο συγκεκριμένα στο πώς αποφασίζει ο καθηγητής να αξιοποιήσει το χρόνο του μέσα στην αίθουσα.

Παραδοσιακά η συζήτηση γύρω από την "αποτελεσματική διδασκαλία" επικεντρώνεται κυρίως στην ενίσχυση των δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών. Για αυτό και η ενδοϋπηρεσιακή κατάρτιση αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες των συστημάτων εκπαίδευσης παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια. Άλλες φορές οι πολιτικές προτάσεις επικεντρώνονται στο πώς αλλαγές (αυξήσεις ή αμοιβές που συνδέονται με την απόδοση) του μισθού των εκπαιδευτικών θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη βελτίωση της διδασκαλίας. Μεγάλη έμφαση έχει δοθεί και στο ποια πρέπει να είναι η σύνθεση του εργατικού δυναμικού των εκπαιδευτικών (ποια θα πρέπει να είναι η διαδικασία των προσλήψεων, αξιολόγησης, ποια κίνητρα θα πρέπει αν δοθούν για την προσέλκυση κατάλληλου εργατικού δυναμικού,κ.λπ.). Όλες αυτές οι παράμετροι έχουν εξεταστεί ενδελεχώς από τη διεθνή βιβλιογραφία.

Μια άλλη σημαντική παράμετρος που σχετίζεται με την αποτελεσματική διδασκαλία είναι το πώς (και το πώς πρέπει) να χρησιμοποιούν οι εκπαιδευτικοί τον διαθέσιμο χρόνο μέσα στην τάξη. Πόσο διαφορετικές είναι οι διδακτικές πρακτικές που όντως χρησιμοποιούνται στην τάξη μεταξύ των καθηγητών; Είναι ορισμένες δραστηριότητες στην τάξη πιο αποτελεσματικές από άλλες για την πρόοδο των μαθητών;

Για να απαντήσουν αυτές τις σύνθετες ερωτήσεις, ο Simon Burgess, Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Bristol, ο Eric Taylor, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Harvard, και η Οικονομολόγος Shenila Rawal που ειδικεύεται -μεταξύ άλλων- σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής, εκπόνησαν μια έρευνα (την πρώτη στο είδος της στην Αγγλία) έτσι ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν ποιες διδακτικές πρακτικές συμβάλλουν καλύτερα στην αύξηση των βαθμών του Γενικού Πιστοποιητικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (GCSE) των μαθητών ηλικίας 15-16 ετών. Στα μαθήματα που εξετάζονται περιλαμβάνονται τα μαθηματικά και η Αγγλική γλώσσα.

Η συλλογή των δεδομένων βασίστηκε σε λεπτομερή παρατήρηση καθηγητών μέσα στην αίθουσα από άλλους εκπαιδευτικούς. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν πάνω από 2.500 παρατηρήσεις μέσα στις τάξεις και εξετάστηκαν σχεδόν 10.000 βαθμολογίες μαθητών σε 32 σχολεία, σε περιοχές που υπάρχει πρόβλημα υψηλής φτώχειας στην Αγγλία.

Το πρώτο εύρημα της έρευνας, το οποίο δεν αποτελεί ενδεχομένως ιδιαίτερη έκπληξη, είναι ότι οι καθηγητές κάνουν πολύ διαφορετικές επιλογές σχετικά με τον τρόπο που περνούν το χρόνο τους μέσα στην τάξη. Για παράδειγμα, στο 24% των μαθημάτων οι καθηγητές δεν περιλαμβάνουν καθόλου την "Ανοικτή συζήτηση μεταξύ μαθητών και δασκάλου". Σε αντίθεση, υπάρχουν καθηγητές που επιλέγουν την ανοιχτή συζήτηση ως βασική/κύρια δραστηριότητά τους (35%).

Το βασικό όμως εύρημα της έρευνας είναι ότι οι διαφορές στις διδακτικές επιλογές έχουν σημασία για τις βαθμολογίες των μαθητών, ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές εκπαιδευτικές δεξιότητες του δασκάλου. Στο μάθημα των μαθηματικών, για παράδειγμα, οι μαθητές βαθμολογούνται υψηλότερα στις εξετάσεις όταν οι δάσκαλοί τους αφιερώνουν περισσότερο χρόνο για ατομική εξάσκηση.Για τις εξετάσεις των Αγγλικών, η βασική δραστηριότητα που αυξάνει τις βαθμολογίες των μαθητών είναι η αλληλεπίδραση με τους συνομηλίκους τους (δηλαδή η συνεργασία με τους άλλους συμμαθητές).

Τα αποτελέσματα της έρευνας αποτελούν τροφή για σκέψη. Πρώτον, τα ευρήματα βοηθούν τους μαθητές (καλύτερα αποτελέσματα, καλύτερες προοπτικές για την αγορά εργασίας). Δεύτερον, βοηθούν τους ίδιους τους καθηγητές (προσφέροντας έναν τρόπο αξιολόγησης και βελτίωσης των δικών τους διδακτικών πρακτικών). Τρίτον, είναι κομβικής σημασίας και για τους σχεδιαστές πολιτικής, ειδικά σε περιπτώσεις χώρων όπως η Ελλάδα.

Στην Ελλάδα, τα ποσοστά ολοκλήρωσης δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι πάνω από όσο στις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Ωστόσο, εκεί που η χώρα χωλαίνει είναι ότι το ποσοστό, όχι μόνο των μαθητών άλλα και των ενηλίκων με χαμηλές δεξιότητες σε βασικά γνωστικά αντικείμενα, είναι πολύ μεγαλύτερο από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.Η έλλειψη δεξιοτήτων συνεχίζεται δηλαδή και μετά τη σχολική ηλικία.

Παρεμφερείς έρευνες -για το πώς επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν το χρόνο τους στην αίθουσα οι εκπαιδευτικοί και τι αντίκτυπο έχει αυτό στις επιδόσεις των μαθητών- θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν και στη χώρα μας. Δεδομένου ότι πλέον θα υπάρχουν τα δεδομένα της ελληνικής PISA (βάση των οποίων ήδη προτάθηκαν νέες διδακτικές προσεγγίσεις) αυτά θα μπορούσαν να συνδυαστούν και με παρατηρήσεις εντός της αίθουσας. Η διαδικασία για ένα σχολείο να συλλέξει τα απαιτούμενα δεδομένα για το πώς αξιοποιείται ο χρόνος στην τάξη από τους εκπαιδευτικούς, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, είναι σχετικά απλή. Επίσης, τέτοιου είδους έρευνες δεν είναι ιδιαίτερα κοστοβόρες και δυνητικά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συστάσεις πολιτικής με μεγάλο κοινωνικό-οικονομικό αντίκτυπο.Για να πραγματοποιηθούν τέτοιου είδους ενέργειες όμως απαιτείται πολιτική πρωτοβουλία και πλήρης συνειδητοποίηση ότι το υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων αποτελεί έναν από τους κινητήριους μοχλούς της ανάπτυξης.

Η Χρύσα Παπαλεξάτου είναι Υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α. Γ. Λεβέντη στο Παρατηρητήριο Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ