Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 05-Ιαν-2023 00:03

    "Η ανισότητα του πληθωρισμού"

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Χρύσας Παπαλεξάτου

    Από τον Αύγουστο του 2022, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή έφτασε σε διψήφια επίπεδα στην ΕΕ και ξεπέρασε το 20% στα κράτη-μέλη της Βαλτικής. Η οικονομική ανάλυση τείνει να επικεντρώνεται στον αντίκτυπο του πληθωρισμού στη συνολική οικονομία, παραβλέποντας ότι οι επιπτώσεις των αυξήσεων των τιμών μπορεί να μην είναι ίδιες μεταξύ των νοικοκυριών.

    Ο πληθωρισμός μπορεί να έχει διανεμητικές επιπτώσεις για πολλούς λόγους. Τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος καταναλώνουν μεγαλύτερο μερίδιο του εισοδήματός τους και αποταμιεύουν λιγότερο. Συνεπώς, δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τις απότομες αυξήσεις του κόστους ζωής μέσω της αποταμίευσής τους. Επιπρόσθετα, το καλάθι του καταναλωτή διαφέρει σημαντικά μεταξύ των νοικοκυριών ανάλογα με το επίπεδο του εισοδήματός τους. Καθώς η άνοδος των τιμών δεν επηρεάζει όλα τα είδη με τον ίδιο τρόπο, για τις δαπάνες κάθε νοικοκυριού προκύπτει διαφορετικός πληθωρισμός. Αυτή ακριβώς η πτυχή της "ανισότητας του πληθωρισμού" παραδοσιακά τυγχάνει ελάχιστης επιστημονικής προσοχής. Πρόσφατα όμως, περισσότερες μελέτες προσπαθούν να αξιολογήσουν την επίδραση του πληθωρισμού στα διαφορετικά εισοδηματικά κλιμάκια. 

    Σε μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για 17 κράτη-μέλη της ΕΕ, αναφέρεται ότι τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά: κατά μέσο όρο 26,8% σε τρόφιμα, 12,8% σε δαπάνες για ρεύμα και φυσικό αέριο και 10% σε ενοίκια. Αντίθετα, τα πιο εύπορα νοικοκυριά αφιερώνουν κατά μέσο όρο 19% των δαπανών τους για μεταφορές, 15% για τρόφιμα, 10% για δαπάνες ψυχαγωγίας και πολιτισμού και 10% για διάφορα αγαθά. 

    Σύμφωνα με έρευνα της ΕΚΤ (2022), δεδομένου ότι ο τρέχων πληθωρισμός οφείλεται κυρίως στην άνοδο των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων, στο σύνολο της ευρωζώνης πλήττονται τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα περισσότερο από τα νοικοκυριά με υψηλό εισόδημα. Μεταξύ 2011 και Νοεμβρίου 2021 (που ήταν περίοδος χαμηλού πληθωρισμού), η διαφορά μεταξύ του πραγματικού ποσοστού πληθωρισμού ανάμεσα στα νοικοκυριά που ανήκουν στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού και στα νοικοκυριά που ανήκουν στο πλουσιότερο 20%, παρέμεινε ως επί το πλείστον χαμηλή (κυμαινόμενη μεταξύ -0,25 και 0,25 ποσοστιαίες μονάδες). Ωστόσο, αυξήθηκε από 0,1 ποσοστιαίες μονάδες τον Σεπτέμβριο του 2021 σε 1,9 ποσοστιαίες μονάδες τον Σεπτέμβριο του 2022. Τα στοιχεία που βασίζονται στην Έρευνα Καταναλωτικών Προσδοκιών της ΕΚΤ δείχνουν επίσης ότι μία αύξηση των δαπανών ενέργειας οδηγεί σε πολύ μεγαλύτερη μείωση (κατά πέντε ή έξι φορές) της αποταμίευσης για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά. 

    Παρότι για το σύνολο της Ευρωζώνης η ανισότητα του πληθωρισμού αυξάνεται, υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκή Επιτροπής σε πολλές χώρες της ΕΕ (συγκεκριμένα σε Βέλγιο, Ελλάδα, Ιταλία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Ολλανδία και Ισπανία) από τον Μάρτιο του 2021 έως τον Μάρτιο του 2022, τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος αντιμετωπίζουν πληθωρισμό μεταξύ 2,6% (στην περίπτωση της Ιρλανδίας) και 5,3% (στην Ιταλία), υψηλότερο από τα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος. Αυτή η επίδραση του πληθωρισμού προκύπτει από τις υψηλές δαπάνες για ενέργεια και σε μικρότερο βαθμό για τρόφιμα. 

    Σύμφωνα με την έρευνα, μόνο λίγες χώρες (η Φινλανδία, η Ουγγαρία και η Σουηδία) παρουσιάζουν αντίθετη τάση: τα νοικοκυριά με υψηλότερο εισόδημα δέχονται πιο έντονες πληθωριστικές πιέσεις. Η επίδραση της ενέργειας και των τροφίμων στο ποσοστό πληθωρισμού των πλουσιότερων νοικοκυριών είναι σημαντική αλλά πολύ μικρότερη. Για αυτά τα νοικοκυριά, άλλα είδη (ειδικά οι μεταφορές) συμβάλλουν περισσότερο στην αύξηση του πληθωρισμού. Η πληθωριστική ανισότητα δεν είναι ιδιαιτέρα έντονη σε Τσεχία, Γαλλία, Δανία, Γερμανία, Πολωνία και Πορτογαλία. Η νέα βάση δεδομένων της δεξαμενής σκέψης Bruegel, επιτρέπει να μελετηθεί τόσο η εξέλιξη της ανισότητας του πληθωρισμού σε μία χώρα, όσο και η διαφοροποίηση ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ. 

    Στην Ελλάδα, η ανισότητα του πληθωρισμού, αυξήθηκε ραγδαία από τον Σεπτέμβριο του 2021 μέχρι τον Απρίλιο του 2022, υποχώρησε τον Μάιο και τον Ιούνιο (τα φτωχότερα νοικοκυριά εξακολουθούσαν να πλήττονται περισσότερο από τον πληθωρισμό), αυξήθηκε πάλι Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο, και μετά άρχισε να μειώνεται σημαντικά. Τον Νοέμβριο, που είναι ο τελευταίος μήνας που έχουμε διαθέσιμα δεδομένα, το ποσοστό πληθωρισμού για τα πλουσιότερα και τα φτωχότερα νοικοκυριά ήταν σχεδόν το ίδιο.

    Σε πρόσφατη ανάλυση της δεξαμενής σκέψης Bruegel αναφέρονται τρεις κύριοι παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν γιατί η ανισότητα πληθωρισμού μπορεί να είναι χαμηλότερη σε μία χώρα έναντι άλλης με ίδιο ποσοστό πληθωρισμού. O πρώτος λόγος είναι ότι σε κάποιες χώρες νοικοκυριά χαμηλότερου και υψηλότερου εισοδήματος ξοδεύουν παρόμοια ποσοστά της καταναλωτικής τους δαπάνης για τα ίδια αγαθά και υπηρεσίες. Σε χώρες όπως η Τσεχία για παράδειγμα, τα τρόφιμα και το φυσικό αέριο, αφορούν παρόμοια ποσοστά καταναλωτικών δαπανών για τα νοικοκυριά που ανήκουν στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού και για τα νοικοκυριά που ανήκουν στο πλουσιότερο 20%, και ως εκ τούτου δεν αυξάνεται η πληθωριστική ανισότητα. 

    Ο δεύτερος λόγος είναι το αντισταθμιστικό αποτέλεσμα των μεγάλων αυξήσεων τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών που καταναλώνονται περισσότερο από τα πιο εύπορα νοικοκυριά. Για παράδειγμα, τα νοικοκυριά με υψηλό εισόδημα στη Γερμανία δαπανούν μεγάλο μερίδιο των καταναλωτικών δαπανών τους σε μηχανοκίνητα οχήματα. Ως εκ τούτου, εκτέθηκαν ιδιαίτερα στη μεγάλη αύξηση των τιμών σε αυτήν την κατηγορία. Ωστόσο, τα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα εξακολουθούν να παραμένουν ευάλωτα στον υψηλό πληθωρισμό που προκύπτει από την άνοδο των βασικών αγαθών. Τέτοιες αντισταθμίσεις σημαίνουν απλώς ότι και τα πλούσια νοικοκυριά πλήττονται επίσης από υψηλό πληθωρισμό.

    Ένας τρίτος παράγοντας που επηρεάζει την ανισότητα του πληθωρισμού στην Ευρώπη είναι η επίδραση των εθνικών πολιτικών. Από τα τέλη του 2021, οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν θεσπίσει διάφορα μέτρα για την προστασία των πολιτών από τον αυξανόμενο πληθωρισμό: έκπτωση ενεργειακού φόρου, οριζόντιες επιδοτήσεις τιμών, ελάφρυνση ενεργειακού κόστους για τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν ακολουθούν απαραίτητα τις αρχές της ισότητας. Γι' αυτόν τον λόγο, οι κυβερνήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο την πορεία του πληθωρισμού, αλλά και τις διαφορετικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά στο να αντεπεξέρχονται στις καθημερινές ανάγκες τους. Η στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών κρίνεται λοιπόν απαραίτητη και όντως έχουν νομοθετηθεί στην ΕΕ μέτρα στήριξης υπέρ των χαμηλών εισοδημάτων. 

    Τέλος, εάν δεν υποχωρήσει ο πληθωρισμός μακροπρόθεσμα, ίσως χρειαστούν και διαρθρωτικές αλλαγές. Δεδομένου ότι οι μισθοί είναι παραδοσιακά πιο άκαμπτοι στις μεταβολές των τιμών σε σχέση με άλλες πηγές εισοδημάτων, η αναθεώρηση μηχανισμών τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στον κατώτατο μισθό θα μπορούσε να βοηθήσει στον περιορισμό της απώλειας της αγοραστικής δύναμης των ευάλωτων νοικοκυριών.

     

    Η Χρύσα Παπαλεξάτου είναι Υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α. Γ. Λεβέντη στο Παρατηρητήριο Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ