Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 08-Δεκ-2022 00:03

    Από-παγκοσμιοποίηση ή μεταβαλλόμενη παγκοσμιοποίηση; Ο ρόλος των διεθνών ροών κεφαλαίου (Μέρος 2ο)

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Χρύσας Παπαλεξάτου 

    Ένα σύνολο δεικτών πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να αναλυθούν οι διάφορες πτυχές του σύνθετου φαινομένου της από-παγκοσμιοποίησης. Ο συνηθέστερος δείκτης (που συζητήθηκε στο προηγούμενο άρθρο) είναι ο όγκος του διεθνούς εμπορίου, δηλαδή η δυναμική των εισαγωγών και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρότι η αναλογία του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών προς το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει μειωθεί μετά το 2008, για το εμπόριο υπηρεσιών δεν καταγράφεται καμία επιβράδυνση, αν και σημειώνει μια πτώση που σχετίζεται με τον COVID-19 το 2020.

    ‘Ένας άλλος επίσης σημαντικός δείκτης που εξετάζεται συχνά στο πλαίσιο της συζήτησης της από-παγκοσμιοποίησης, είναι οι εισροές και εκροές κεφαλαίου που αφορούν άμεσες ξένες επενδύσεις και επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Κοιτώντας τα δεδομένα, μετά τη χρηματοοικονομική κρίση, σημειώνεται μείωση των διεθνών ροών κεφαλαίων (τόσο των επενδύσεων χαρτοφυλακίου όσο και των άμεσων ξένων επενδύσεων).

    Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, κατά την περίοδο της ταχείας παγκοσμιοποίησης, και οι δύο τύποι ροών αυξήθηκαν από περίπου 1% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 1985 σε περίπου 6% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2008. Έκτοτε μειώθηκαν και κινούνται ανάμεσα στο 1 και 2 τοις εκατό του παγκόσμιου ΑΕΠ.

    Τα στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών που επικεντρώνονται στις ακαθάριστες ροές κεφαλαίου επιβεβαιώνουν ότι η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση αποτέλεσε σημείο καμπής και άλλαξε την παγκόσμια τάση των ακαθάριστων ροών κεφαλαίων. Οι εισροές και οι εκροές αυξήθηκαν ραγδαία μεταξύ 2002 και 2007, φτάνοντας περίπου τα 12 τρισ. δολάρια. Στη συνέχεια, μειώθηκαν απότομα κατά τη διάρκεια της κρίσης και παρότι αυξήθηκαν μετέπειτα δεν έφτασαν πότε στα προ-κρίσης επίπεδα.

    Εμβαθύνοντας περισσότερο σε αυτή την πτωτική τάση, δύο σημεία αξίζουν περισσότερη προσοχή. Το πρώτο είναι η διαφοροποίηση της έντασης του φαινομένου ανάμεσα στις χώρες. Το δεύτερο είναι ότι έχουν επέλθει διαρθρωτικές αλλαγές στις ροές κεφαλαίων με την τραπεζική χρηματοδότηση να μειώνεται και τη μη τραπεζική χρηματοδότηση να αυξάνεται.

    Αναφορικά με το πρώτο σημείο, η παγκόσμια πτωτική τάση αφορά κυρίως τις ανεπτυγμένες οικονομίες που ήταν άλλωστε και στο επίκεντρο της κρίσης. Ενώ οι εισροές στις ανεπτυγμένες χώρες έφτασαν το 18% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2007 (και λόγω των αυξήσεων των ροών προς τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα), ποτέ δεν υπερέβησαν το 7% μετά τη χρηματοοικονομική κρίση. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτητης Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, οι εισροές κεφαλαίου στις αναπτυσσόμενες οικονομίες δεν κατέγραψαν την ίδια πτώση μετά την κρίση. Επιβραδύνθηκαν απότομα μεμονωμένες χρονιές όπως το 2015, όταν η οικονομία της Κίνας επιβραδύνθηκε. Ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας παρέμειναν αποτελεσματικές στην προσέλκυση ροών κεφαλαίου συγκριτικά με άλλες στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική. Συγκεκριμένα, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ασίας λόγω της συμβολής των ροών από την Κίνα, κατέγραψαν αύξηση των ροών μετά την κρίση από 0,4 % του ΑΕΠ στο 0,8 % του παγκόσμιου ΑΕΠ.

    Αναφορικά τώρα με το δεύτερο σημείο, η πτώση των ροών μετά την κρίση ήταν ιδιαίτερα έντονη για τα διεθνή τραπεζικά δάνεια. Οι από-σταθεροποιητικές συνέπειες αυτών των ροών πριν την κρίση οδήγησαν στη θέσπιση αυστηρότερου κανονιστικού πλαισίου για τις επενδύσεις των εμπορικών τραπεζών. Ταυτόχρονα, έγιναν συστηματικές προσπάθειες από τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής για να αποτρέψουν την υπερβολική ανάληψη κινδύνων που οδήγησαν στην κρίση - συμπεριλαμβανομένου του δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Ενώ ο ρόλος των τραπεζών στις ροές κεφαλαίου μειώθηκε, ο ρόλος των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, των επενδυτικών κεφαλαίων και άλλων μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών μεσαζόντων αυξήθηκε.

    Η περίοδος της πανδημίας δημιούργησε νέες προκλήσεις για τις διεθνείς ροές κεφαλαίου. Αξιοσημείωτη αυτή τη φόρα είναι και η ένταση και η ταχύτητα των εκροών.To Ινστιτούτο Διεθνών Χρηματοοικονομικών (IIF) που παρακολουθεί τις ροές κεφαλαίου ημερησίως εκτιμά ότι οι εκροές κεφαλαίου από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες ανήλθαν σε 103 δις δολάρια από τα μέσα Ιανουαρίου ως τα μέσα Μαΐου 2020, με απότομη μείωση των επενδύσεων σε μετοχές και στη συνέχεια με μείωση ροών χρέους. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ αυτή η ξαφνική εκροή ήταν ταχύτερη και πιο έντονη από ότι κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008. Κατέδειξε επίσης ότι οι αναπτυσσόμενες οικονομίες εξακολουθούν να είναι ευάλωτες στο φαινόμενο της "απότομης παύσης", με τους διεθνείς επενδυτές να επιλέγουν να επενδύσουν σε ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία κατά τη διάρκεια περιόδων αβεβαιότητας

    Κοιτώντας τις άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ), οι ροές αυξήθηκαν πάλι το 2021 σε προ-πανδημικά επίπεδα φθάνοντας σχεδόν τα 1,6 τρισ. δολάρια σύμφωνα με τη Παγκόσμια Έκθεση Επενδύσεων 2022 του Συνεδρίου των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD). Σχεδόν τα τρία τέταρτα της ανάπτυξης όμως συγκεντρώθηκαν στις ανεπτυγμένες οικονομίες, καθώς οι ροές άμεσων ξένων επενδύσεων αυξήθηκαν κατά 134%. Οι ροές στις αναπτυσσόμενες οικονομίες αυξήθηκαν κατά 30%, φτάνοντας στα 837 δις δολάρια - το υψηλότερο επίπεδο που καταγράφηκε ποτέ - κυρίως λόγω δυναμικής ανάκαμψης στην Ασία. Το μερίδιο των αναπτυσσόμενων χωρών σε παγκόσμιες ροές παρέμεινε λίγο πάνω από το 50%.

    Μπορεί να υπήρχε ανάκαμψη το 2021, αλλά η ίδια έκθεση επισημαίνει πως το επιχειρηματικό και επενδυτικό κλίμα εξακολουθεί να αλλάζει δραματικά. Ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας οδήγησε σε μεγάλη αύξηση των τιμών ενέργειας. Άλλοι παράγοντες που ενδεχομένως να επηρεάσουν τις διεθνείς ροές κεφαλαίου, είναι η αύξηση των επιτοκίων στις μεγάλες οικονομίες, το αρνητικό κλίμα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και μια πιθανή ύφεση. Προβλέπεται ότι η αναπτυξιακή δυναμική του 2021 δεν μπορεί να διατηρηθεί και ότι οι παγκόσμιες ροές ΑΞΕ το 2022 πιθανότατα θα ακολουθήσουν πτωτική πορεία ή στην καλύτερη περίπτωση θα παραμείνουν σταθερές.

    Όπως φαίνεται από την πολιτική και μακροοικονομική αναστάτωση που προκλήθηκε από τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, το εμπόριο και οι ξένες επενδύσεις μπορεί να πληγούν. Η ιστορία μας διδάσκει ότι η παγκοσμιοποίηση μπορεί να διακοπεί ή να επιβραδυνθεί στις κρίσιμες ιστορικές συγκυρίες. Επομένως η συζήτηση της από-παγκοσμιοποίησης -παρότι σύνθετη- παραμένει επίκαιρη και πρέπει να απασχολεί τους σχεδιαστές πολιτικής.

    Η Χρύσα Παπαλεξάτου είναι  Υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α. Γ. Λεβέντη στο Παρατηρητήριο Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ