Ο καταστροφικός ρόλος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ
Πέμπτη, 17-Νοε-2022 00:03
Βέτο κατά της εισδοχής Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ
Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Άγκυρα (8-9/11/22) ο νέος Σουηδός πρωθυπουργός Κριστόφερσον επιβεβαίωσε στον πρόεδρο Ερντογάν την πρόθεση της κυβέρνησής του να νομοθετήσει αντιτρομοκρατικά μέτρα κατά οργανώσεων οι οποίες απειλούν τη Σουηδία ή/και την Τουρκία μέχρι το καλοκαίρι 2023, προκειμένου η δεύτερη να άρει το βέτο της για την εισδοχή της πρώτης στο ΝΑΤΟ.
Το ίδιο συμβαίνει και με την Φινλανδία. Η Άγκυρα έχει ζητήσει από τη Στοκχόλμη την έκδοση προσώπων τα οποία σχετίζονται με το ΡΚΚ, το οποίο αναγνωρίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση από την Τουρκία, την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Πέραν όμως του γεγονότος ότι η έκδοση προσώπων είναι καθαρά θέμα βούλησης της Σουηδίας, όπως και η εκτίμηση τού αν τα πρόσωπα αυτά είναι επικίνδυνα για τη χώρα, η στάση του ΝΑΤΟ μέσω του γραμματέως του είναι ιδιαίτερα χλιαρή απέναντι στο βέτο της Τουρκίας, ενώ ο Ρώσο-Ουκρανικός πόλεμος μαίνεται και η εισδοχή αυτών των δύο Σκανδιναβικών χωρών θα ενίσχυε αποφασιστικά τη γεωπολιτική ισορροπία υπέρ της Δύσης στην περιοχή της Βαλτικής. Η ενέργεια της Τουρκίας εξυπηρετεί την πολιτική της Ρωσίας για αποσταθεροποίηση του ΝΑΤΟ.
Απειλές κατά της Ελλάδας
Το επίκαιρο ατυχές γεγονός της έκρηξης της βόμβας στην Κωνσταντινούπολη (13/11/22) υπογραμμίζει την θέση της Τουρκίας για τρομοκρατικές ενέργειες σε βάρος της από το Κουρδικό ΡΚΚ και οξύνει τη ρητορική της εναντίον των ΗΠΑ ότι ανέχονται τους τρομοκράτες, και εναντίον της Ελλάδας ότι τους εκπαιδεύει, ενώ επιτρέπει διάφορους συνειρμούς συσχετισμού με τις επερχόμενες εκλογές στη γείτονα.
Αλλά η αναστολή της προσχώρησης των δύο Σκανδιναβικών χωρών στη Συμμαχία, δεν είναι η μόνη περίπτωση δημιουργίας προβλημάτων στο ΝΑΤΟ από την Τουρκία. Είναι και η επιθετικότηταά της κατά της Ελλάδας, καθώς διεκδικεί το μισό Αιγαίο και βάζει ερωτηματικά για την εθνική κυριαρχία επί ελληνικών νησιών, επισείοντας την απειλή της στρατιωτικής επέμβασης. Η Τουρκία είναι μια αναθεωρητική δύναμη της οποίας ο ηγέτης προκειμένου να παγιώσει τον έλεγχό του επιδιώκει με την εξωτερική επιθετικότητα να αποσπάσει την κοινή γνώμη από την φτωχοποίηση των πολιτών, την οικονομική κακοδιαχείριση και τα σκάνδαλα της ελίτ που τον περιβάλλει. Πολλοί αναλυτές και Δυτικοί διπλωμάτες θεωρούν την απειλή μιας τουρκικής εισβολής στην Ελλάδα ως υπερβολή. Δεν είναι απαραίτητο να βομβαρδισθoύν μεγάλες πόλεις, ή να γίνει μαζική εισβολή στον Έβρο. Απεναντίας ο κίνδυνος είναι ότι οι τουρκικές δυνάμεις θα μπορούσαν να επιτεθούν, με διάφορα προσχήματα, σε μικρά και σχεδόν ακατοίκητα νησιά, όπως το Αγαθονήσι, το Φαρμακονήσι, η Κίναρος κ.ά. και ανάλογα με τις αντιδράσεις και τις συνθήκες που θα διαμορφωθούν δημιουργώντας ένα προηγούμενο, να επιλέξουν την παραπέρα επέκτασή τους, σε επόμενο στάδιο.
Εφεκτικότητα του Δυτικού παράγοντα
Εκείνο το οποίο συνηγορεί σε μια τέτοια προσέγγιση εκ μέρους της Τουρκίας είναι η ενδεχόμενη εφεκτικότητα με την οποία θα αντιμετώπιζε την κατάληψη μικρών στόχων ο Δυτικός παράγοντας. Είναι ενδεχόμενο ο Ερντογάν να πιστεύει ότι η Δύση θα μπορούσε να προτιμά ένα συμβιβασμό ή και μια παγωμένη σύγκρουση σε τοπικό μικρό μέτωπο, μπροστά στην απειλή ενός ενδο-Νατοϊκού πολέμου ευρείας κλίμακας. Πράγματι, η πρακτικά ανεκτή από τον Δυτικό παράγοντα συνεχής άρνηση λύσης του Κυπριακού από την Τουρκία και η χρήση εσωτερικών μεταναστών για αλλαγή της δημογραφίας του υπό κατάληψη βόρειου μέρους του νησιού, θα μπορούσε να πείσει τον Ερντογάν, ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δοκιμασθεί και στο Αιγαίο. Υπάρχει ακόμη και κάτι ανάλογο στην περίπτωση της Ουκρανίας, όπου όλα δείχνουν, εκτός αν υπάρξει μια δραματική αλλαγή πχ ηγεσιών, ότι τα πράγματα βαίνουν για ένα πάγωμα της σύγκρουσης, ίσως κατά μήκος του Δνείπερου, με τη Ρωσία να αποσπά Ουκρανικά εδάφη. Η Δύση πέρα από την καταδίκη της Ρωσίας και τη μετρημένη υποστήριξη της Ουκρανίας δεν έχει δείξει κάποια πυγμή κατά της Μόσχας, αλλά ανέχεται πρακτικά την κατάληψη των Ουκρανικών εδαφών, ίσως και λόγω αδυναμίας αντίδρασης στο πεδίο. Είναι ακριβώς μια τέτοια εφεκτικότητα ή αδυναμία, η οποία θα μπορούσε να ενθαρρύνει τον Ερντογάν.
Η θέση ότι δεν θα κάναμε διάκριση μεταξύ μιας περιορισμένης κρίσης ή ενός πολέμου και θα απαντούσαμε μαζικά, είναι βέβαια δείγμα της αποφασιστικότητας της ελληνικής ηγεσίας, αλλά ίσως δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Θα κινδυνεύαμε, είτε έτσι είτε αλλιώς, να βρεθούμε με ένα μακροχρόνια ανοικτό μέτωπο με ό,τι αυτό θα συνεπαγόταν για την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, και τελικά τον προσανατολισμό της χώρας. Προφανώς δεν τίθεται θέμα για τον άρτιο εξοπλισμό μας, την ετοιμότητα και την προβολή με πειθώ, ότι θα αντιδράσουμε με όλα τα μέσα στην τουρκική απειλή. Αλλά το θέμα δεν είναι μόνο εκεί.
Περί του πρακτέου
Η Συμμαχία και οι ΗΠΑ πρέπει να αντιληφθούν ότι δεν φθάνουν οι φραστικές καταδίκες και κάποια εμπάργκο τα οποία εύκολα ανακαλούνται. Πολύ περισσότερο δεν δίνουν λύση επαμφοτερίζουσες θέσεις και συμβουλές αξιωματούχων, του τύπου "βρείτε τα", τις οποίες οι αναθεωρητικοί ηγέτες ερμηνεύουν ως αδυναμία και επωφελούνται. Μετά τις πρόσφατες εκλογές στην Ουάσιγκτον, η αμερικανική διοίκηση μπορεί να πάρει σαφή θέση και να υποστηρίξει κάτω από τη δική της στρατιωτική αιγίδα τις χώρες οι οποίες απειλούνται από αναθεωρητές ηγέτες, ή τουλάχιστον να διασφαλίσει ότι οι απειλούμενοι έχουν μια ποιοτικά αναντίρρητη αποτρεπτική στρατιωτική υπεροχή απέναντι στους επίβουλους. Κέρδος η ειρήνη, με ό,τι θετικό αυτό συνεπάγεται.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής