Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 13-Οκτ-2022 00:09

    Η αμφιλεγόμενη ιδέα των "Trickle down" οικονομικών

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Χρύσας Παπαλεξάτου

    Λίγες οικονομικές ιδέες είναι τόσο αμφιλεγόμενες όσο τα "trickle down economics". Η βασική ιδέα είναι ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να μειώσουν τη φορολόγηση των πλουσίων, για να εξασφαλίσουν ταχύτερη ανάπτυξη και  ευημερία στην υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό θα συμβεί γιατί, μειώνοντας τους φόρους στα εύπορα νοικοκυριά  και στις εταιρείες, θα αυξηθούν οι επενδύσεις, οδηγώντας σε  υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και απασχόλησης. Αρχικά επωφελούνται οι πλούσιοι άλλα σταδιακά κερδίζουν όλοι γιατί όσο αναπτύσσεται η οικονομία δημιουργούνται καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας για τους εργαζόμενους. Η ιδέα είχε ιδιαίτερη απήχηση στην πολιτική δεξιά τη δεκαετία του 1980. Ο Ρόναλντ Ρίγκαν στις ΗΠΑ και η Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο την υποστήριξαν και βασισμένοι σε αυτή την οικονομική λογική προέβησαν σε μια σειρά φορολογικών μεταρρυθμίσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

    Από την άλλη πλευρά της συζήτησης, οι πολέμιοι της ιδέας ισχυρίζονται ότι τα οφέλη των  φορολογικών περικοπών για τους πλούσιους δεν διαχέονται στην οικονομία και στα άλλα κοινωνικά στρώματα, ούτε απαραίτητα αυξάνουν τις επενδύσεις. Υποστηρίζουν ότι απλώς συγκεντρώνουν περαιτέρω το εισόδημα στα χέρια των εύπορων. Ισχυρίζονται ότι στην πράξη "το trickle down" δεν πήγε σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια -άλλα ήταν περισσότερο μια περίπτωση "trickle up". Το πρωτοποριακό έργο του Piketty, που μελετά την εξέλιξη των υψηλών εισοδημάτων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, έδειξε ότι οι μειώσεις της φορολογικής προοδευτικότητας τις τελευταίες δεκαετίες συμβαδίζουν με την αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα, ειδικά στις Αγγλοσαξονικές χώρες. Μία μελέτη του ΔΝΤ (2015) υποδεικνύει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να εστιάσουν στην αύξηση του μεριδίου του εισοδήματος των φτωχών και της μεσαίας τάξης -και όχι των εύπορων- για να πετύχουν υψηλότερη ανάπτυξη.  

    Η αναβίωση των οικονομικών της προσφοράς στην  Αμερική από τον Τζορτζ Μπους και τον Ντόναλντ Τραμπ κατέστησαν τη συζήτηση επίκαιρη. Από τη μία πλευρά πολλοί Ρεπουμπλικάνοι εξακολουθούν να  υποστηρίζουν ότι η μείωση των φόρων στους πλούσιους είναι το κλειδί για την ευρύτερη οικονομική ευμάρεια. Στα χρόνια της προεδρίας του Τραμπ, οι φορολογικές περικοπές ανήλθαν συνολικά σε περίπου 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια και ωφέλησαν δυσανάλογα το πλουσιότερα νοικοκυριά. Από την άλλη πλευρά συχνά η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών υποστηρίζει ότι υψηλότεροι  φόροι στους εύπορους θα μπορούσαν να αυξήσουν τα έσοδα του κράτους  και να μειώσουν την ανισότητα. Ο Τζο Μπάιντεν, στο προσχέδιο προϋπολογισμού για το 2023, προτείνει αύξηση των φόρων στους ευπορότερους Αμερικανούς και στις εταιρείες.

    Επομένως, φαίνεται ότι η ιδέα των  trickle down  οικονομικών επηρεάζει για  πάνω από μισό αιώνα τις ανεπτυγμένες οικονομίες και έχει οδηγήσει σε ουσιαστικές διαφορές στη χάραξη φορολογικής πολιτικής. Λίγες εβδομάδες πριν, η αναβίωσή αυτής της ιδέας στη Μεγάλη Βρετανία αναζωπύρωσε τις σχετικές συζητήσεις και στην Ευρώπη. Η πρωθυπουργός Λιζ Τραζ και ο υπουργός Οικονομικών Κουάσι Κουαρτένγκ ανακοίνωσαν πρόσφατα το συμπληρωματικό προϋπολογισμό ο οποίος προβλέπει δραστικές μειώσεις φόρων για τα υψηλότερα εισοδήματα με στόχο την τόνωση  της ανάπτυξης. Οι ανακοινώσεις οι οποίες δίχασαν μέχρι και το συντηρητικό κόμμα προκάλεσαν κοινωνική κατακραυγή και αναταράξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές. Ως αποτέλεσμα, ήδη ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση η απόσυρση  του μέτρου για κατάργηση του φορολογικού συντελεστή 45% επί των υψηλών εισοδημάτων που είχε αρχικά ανακοινωθεί.

    Το ερώτημα για το ποια είναι η αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων– που για κάποιους φαίνεται να παραμένει ανοιχτό- έχει συζητηθεί εκτενώς στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία και δεν υπάρχει ομοφωνία. Ενώ ορισμένες μελέτες βρίσκουν ότι οι υψηλότεροι συντελεστές φόρου εισοδήματος και η προοδευτικότητα των φόρων επηρεάζουν αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη, άλλες μελέτες δεν βρίσκουν σημαντική συσχέτιση. Πρόσφατα, ένας αυξανόμενος όγκος στοιχείων έχει δείξει ότι οι φορολογικές περικοπές για τους πλούσιους δεν συμβάλλουν στην τόνωση της οικονομίας. Αντίθετα,  μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας καταλήγει ότι η μείωση των φόρων για τους πλούσιους είναι άμεσα συνυφασμένη με την αυξανόμενη ανισότητα. Οι πιο πολλές μελέτες βασίζονται σε συγκεκριμένες χώρες και σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις. Ως εκ τούτου, από την ακαδημαϊκή συζήτηση έλειπε μέχρι πρόσφατα μια πιο ολοκληρωμένη μελέτη που εξετάζει τις επιπτώσεις σε ένα ευρύτερο φάσμα χωρών και χρονικών περιόδων. 

    Για να καλύψουν αυτό το κενό και να αξιολογήσουν τις συνέπειες φορολογικών περικοπών ο αναπληρωτής καθηγητής  Πολίτικης Οικονομίας Δρ. David Hope και ο Λέκτορας δημόσιας πολίτικηςΔρ. Julian Limberg από το πανεπιστήμιο King’s του Λονδίνου εξέτασαν τις οικονομικές επιπτώσεις των μεγάλων φορολογικών περικοπών για τους πλούσιους στις ΗΠΑ και σε 17 άλλες προηγμένες οικονομίες σε μια περίοδο 50 ετών (από το 1965 έως το 2015). Μια από τις μεθοδολογικές καινοτομίες της έρευνας τους είναι ότι κατασκεύασαν ένα νέο μέτρο που συνδυάζει διάφορους φόρους βαρύνουσας σημασίας για τους εύπορους, συμπεριλαμβανομένων του φόρου εισοδήματος, του φόρο κεφαλαίου και του φόρο κληρονομίας. Η έρευνα καταλήγει ότι οι μεγάλες φορολογικές περικοπές για τους πλούσιους αυξάνουν την εισοδηματική ανισότητα αλλά δεν παρέχουν αντισταθμιστικά οφέλη στις οικονομικές επιδόσεις των χωρών. Δεν έχουν δηλαδή στατιστικά σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη ή την ανεργία ούτε βραχυπρόθεσμα ούτε μεσοπρόθεσμα. Η ανάλυσή εστιάζει στις περικοπές φόρων και όχι στις αυξήσεις φόρων, επειδή τα τελευταία 50 χρόνια ήταν μια περίοδος  μειώσεων για τους φόρους των πλούσιων στις προηγμένες οικονομίες. Ωστόσο, κοιτώντας τον μικρό αριθμό περιπτώσεων που οι φόροι αυξήθηκαν, οι ερευνητές δεν βρίσκουν αρνητική επίδραση στην οικονομία.

    Τί σημαίνουν όμως τα αποτελέσματα αυτά  για τη χάραξη φορολογικής πολιτικής στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία; Η αύξηση των κρατικών δαπανών για την καταπολέμηση των οικονομικών επιπτώσεων από την πανδημία και την αντιμέτωπη της ενεργειακής κρίσης έχει επιδεινώσει απότομα τη δημοσιονομική θέση των κυβερνήσεων. Οι ερευνητές προτείνουν με βεβαιότητα όμως ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν θα πρέπει να μειώσουν τους φόρους σε πλούσιους ιδιώτες ή εταιρείες ως πιθανό τρόπο να βοηθήσουν την οικονομική ανάκαμψη καθώς τέτοια φορολογικά μέτρα ενδέχεται να βλάψουν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά. Τουναντίον, η πανδημία και η κρίση ενέργειας έφεραν στην επιφάνεια προβλήματα σε τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η στέγαση και μπορεί να υπάρξει ανάγκη για αύξηση φόρων για την αντιμετώπιση τους. Ας μην αφήσουν λοιπόν οι σχεδιαστές πολιτικής παρωχημένες ιδέες να σταθούν τροχοπέδη στην άνοδο των φόρων στα υψηλότερα εισοδήματα διότι θα μπορούσαν να συντελούσαν στο να μειωθούν τα ελλείμματα και τα χρέη των κυβερνήσεων σε πιο βιώσιμα επίπεδα, ενώ παράλληλα να χρηματοδοτήσουν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. 

    * Η Χρύσα Παπαλεξάτου είναι Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια και Υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α. Γ. Λεβέντη στο Παρατηρητήριο Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ