Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 20-Ιουν-2022 00:03

    Νομοθετώντας για τη Δικαιοσύνη: Νηφαλιότητα ή λαϊκισμός;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Στέλιου Λεριού

    Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 349 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβάλλει στους νομικούς -ειδικά σε όσους έχουμε την ευθύνη της εκπροσώπησης των συναδέλφων μας- να αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και υπευθυνότητα τις νομοθετικές αλλαγές, ώστε να επιτελούμε τον ρόλο μας χρήσιμα τόσο για τον κλάδο μας, όσο και για τη Δικαιοσύνη και την κοινωνία. Η ευκαιριακή και ατεκμηρίωτη αντιπολίτευση για την απομύζηση της εύκολης συμπάθειας, όχι μόνο δεν υπηρετεί το σώμα των νομικών, αλλά υποβαθμίζει και το κύρος των εκπροσώπων του – διόλου τυχαίο ότι το συλλογικό όργανο των δικηγόρων αδυνατεί, ειδικά την τελευταία δεκαετία, να σταθεί ως σοβαρός παράγοντας επιρροής στις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στον χώρο της Δικαιοσύνης. Χρειαζόμαστε καλύτερη και σοβαρότερη εκπροσώπηση, όπως και σοβαρότερη νομοθέτηση: η επιλογή των αιφνιδιαστικών τροποποιήσεων χωρίς προηγούμενη διαβούλευση στερεί κάθε δυνατότητα συναινετικής επίλυσης των χρόνιων προβλημάτων της Δικαιοσύνης.

    Διαφωνεί κανείς ότι η Δικαιοσύνη κινείται σε ρυθμούς ανησυχητικά αργούς; Διαφωνεί κανείς ότι φαινόμενα παρέλκυσης στην εκδίκαση υποθέσεων αποτελούν τροχοπέδη στην καλή απονομή της Δικαιοσύνης; Ή μήπως πιστεύει κανείς ότι ο πολίτης αισθάνεται ασφαλής όταν γνωρίζει ότι και η απλούστερη υπόθεσή του μπορεί να σημάνει χρόνια ταλαιπωρίας και αναβολών στα δικαστήρια;

    Τι ακριβώς αλλάζει με την προτεινόμενη τροποποίηση; Δύο βασικά πράγματα: Πρώτον, ορίζονται ως ανώτατο όριο αναβολής της υπόθεσης οι τρεις μήνες, και δεύτερον, περιορίζεται η χορήγηση αναβολής στο πρόσωπό του συνηγόρου κάθε πλευράς, όταν το αίτημα αναβολής αφορά στην εκδίκαση την ίδια ημέρα κάποιας άλλης υπόθεσης, στην οποία παρίσταται ο συνήγορος. 

    Όσον αφορά στο πρώτο σχετικά με το ανώτατο όριο του τριμήνου, υπάρχει κανείς που πιστεύει ότι η ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων είναι κάτι το αρνητικό; Το εάν αυτή η διάταξη μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, εάν δηλαδή τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να δικάζουν την υπόθεση εντός τριμήνου ή, αντίθετα, αν θα την αναβάλλουν από τρίμηνο σε τρίμηνο, λόγω υπερφόρτωσης των πινακίων, είναι ένα άλλο ζήτημα, για το οποίο σαφώς και πρέπει να γίνει κριτική. Η κριτική αυτή όμως, αφορά ζητήματα λειτουργίας της Δικαιοσύνης, επάρκειας του αριθμού των δικαστών κ.ο.κ. Δεν αφορά την αυτονόητη ανάγκη ύπαρξης στενών ορίων στις αναβολές, που δεν καταργούν τον προστατευτικό χαρακτήρα της ποινικής δίκης, που ενισχύουν την ταχύτητα και άρα την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.

    Όσον αφορά στο δεύτερο ζήτημα, είναι σαφές από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι περιορίζεται η προβολή ενός συγκεκριμένου λόγου αναβολής για δεύτερη φορά. Τίποτα λιγότερο και κυρίως τίποτα περισσότερο. Συνεπώς, εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα περισσότερων αναβολών στο πρόσωπο τόσο των δικηγόρων όσο και των διαδίκων για λόγους υγείας ή για άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, όπως και η δυνατότητα διακοπής/αναβολής λόγω ωραρίου. Είναι άραγε τόσο "ασφυκτική" αυτή η τροποποίηση, τη στιγμή που εξακολουθεί η ίδια υπόθεση να μπορεί να λάβει περισσότερες αναβολές; Και τελικά, εάν ούτε αυτό το ελαστικό όριο δεν εξυπηρετεί, τότε δεν πρέπει να υπάρχει κανένα όριο στη χορήγηση πολλαπλών αναβολών; Πρέπει, με άλλα λόγια, να δηλώνουμε ικανοποιημένοι με την παρούσα κατάσταση, κατά την οποία η εκδίκαση των πλημμελημάτων υπερβαίνει την εξαετία και των κακουργημάτων τη δεκαετία;

    Ειδικά για τους νέους δικηγόρους, η προτεινόμενη λύση σημαίνει το εξής: όταν ο εργοδότης δικηγόρος απασχολείται σε άλλες ποινικές υποθέσεις, η έλλειψη της δυνατότητας δεύτερης αναβολής για τον ανωτέρω λόγο, αυξάνει τις πιθανότητες παράστασης του νέου δικηγόρου-υπερασπιστή, ενισχύοντας έτσι την πείρα και την ενεργή παρουσία του στα δικαστικά δρώμενα. Ο "συγκεντρωτισμός" των υποθέσεων σε μεγαλύτερης ηλικίας δικηγόρους αφήνει το νέο δικηγόρο σε έναν επικουρικό ρόλο που αδικεί τις ικανότητες και την υψηλή του κατάρτιση· οι νέοι συνάδελφοι και πρέπει και μπορούμε να βγούμε δυναμικότερα στο δικαστικό προσκήνιο.

    Σε κάθε πάντως περίπτωση, ακόμα κι αν η διάταξη αυτή στερείτο οποιουδήποτε θετικού περιεχομένου, η αποχή, γενικευμένη ή στοχευμένη ως μέσο αντίδρασης, θα πρέπει να θεωρείται τουλάχιστον ξεπερασμένο. Το μέσο της αποχής δοκιμάστηκε ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν, τα αποτελέσματά του ήταν ανεπαρκή και κατά κανόνα δεν παρείχαν κάποια ωφέλεια σε σχέση με το λόγο για τον οποίο έγιναν. Αντιθέτως, ειδικά σε ό,τι αφορά τους νέους δικηγόρους, η αποχή σε πολλές περιπτώσεις υπήρξε εξαιρετικά επιβλαβής επαγγελματικά και οικονομικά.

    Η νέα διάταξη δεν επιφέρει κάποια θεαματική αλλαγή ούτε μπορεί να αποτελέσει κάποια οριστική λύση. Ο τρόπος δε της ξαφνικής της εμφάνισης δημιουργεί προβληματισμό: ο δημόσιος διάλογος των επιστημόνων είναι απαραίτητος για μία τεχνικά άρτια νομική μεταρρύθμιση. Ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί την αρχή του εξορθολογισμού της ποινικής διαδικασίας, προς μία κατεύθυνση ταχύτερης διεκπεραίωσης των υποθέσεων. Εάν μείνουμε στάσιμοι στη βιωμένη πραγματικότητα των τρομακτικών καθυστερήσεων στην απονομή Δικαιοσύνης, συνεισφέρουμε στη γενική έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στην αποτελεσματικότητα των θεσμών. Και οι άναρθρες κραυγές εναντίον κάθε νομοθετικής αλλαγής, χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς επιχειρηματολογία, συνιστούν αποτυχία ημών ως δικηγόρων να αντιστρέψουμε το ζοφερό -και επιζήμιο για εμάς– κλίμα.

    * Ο κ. Στέλιος Λεριός είναι Δικηγόρος, Σύμβουλος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ