Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 14-Δεκ-2021 00:03

    Της "Ρυθμίσεως των Χρεών" το έτος 2022;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Πανοζάχου 

    Λίγες ημέρες πριν έλθει το 2022, το σύνολο της μικρομεσαίας επιχειρηματικής κοινότητας έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στο "πακέτο" των ρυθμίσεων των χρεών προς το δημόσιο.

    Μία μικρομεσαία επιχείρηση λοιπόν, που είχε πληγεί από την οικονομική κρίση του 2010 και της οποίας οι πωλήσεις μειώθηκαν από τα lockdown του covid 19, κάθε μήνα του 2022 πρέπει να πληρώνει τις τρέχουσες υποχρεώσεις, ήτοι μισθούς, φόρους, ασφαλιστικές εισφορές κ.λπ., τα χρέη που δημιουργήθηκαν από την οικονομική κρίση (ρύθμιση 100 ή 120 δόσεων), τα χρέη που δημιουργήθηκαν από το lockdown (ρύθμιση 72 δόσεων) και τα χρέη των Επιστρεπτέων Προκαταβολών (60 δόσεις).

    Με τις βασικές οικονομικές γνώσεις είναι γνωστό ότι η εξόφληση των χρεών προϋποθέτει είτε την ύπαρξη σχετικών αποθεματικών είτε ανάλογα –αυξημένα – κέρδη. Επειδή η ύπαρξη αποθεματικών σημαίνει ότι η επίδραση της οικονομικής κρίσης του 2010 και του covid πρέπει να ήταν ασήμαντη για τη μικρομεσαία επιχείρηση, αυτό ισχύει μόνο για περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, οι οποίες αποτελούν εξαίρεση. Αυτό διότι είναι γνωστή η μείωση του ΑΕΠ στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και οι απώλειες εσόδων λόγω covid τις οποίες το ίδιο το κράτος επέλεξε να τις περιορίζει με την καταβολή οικονομικών ενισχύσεων στην πλειονότητα των επιχειρήσεων. Συνεπώς, αποτελεί μονόδρομο η αυξημένη κερδοφορία των επιχειρήσεων ως διέξοδο στην εξόφληση των υφισταμένων χρεών τους προς το δημόσιο.

    Η αυξημένη κερδοφορία μπορεί να προκληθεί είτε με μείωση εξόδων, είτε με σημαντική αύξηση των πωλήσεων, είτε με αύξηση της τιμής πώλησης. 

    Επειδή η μείωση των εξόδων είναι αδύνατη λόγω των υψηλών τραπεζικών επιτοκίων, του αυξημένου ενεργειακού κόστους κ.λπ. και επειδή η σημαντική αύξηση των πωλήσεων προϋποθέτει αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των ιδιωτών, που όμως ακόμη και αν προκύψει θα διοχετευθεί στη μείωση του δικού τους χρέους προς το δημόσιο και το χρηματοπιστωτικό σύστημα -τα οποία παρουσιάζουν αύξηση τα τελευταία έτη-, η μόνη λύση που μένει είναι η αύξηση της Τιμής Πώλησης των αγαθών, η οποία όμως συνεπικουρούμενη από τον αυξημένο πληθωρισμό, που είναι πλέον μια πραγματικότητα και επηρεάζει την τιμή προμήθειας των πρώτων υλών, εκτινάσσει την Τιμή Πώλησης των Αγαθών στα ύψη. 

    Είναι όμως δυνατό να μεταφερθεί αυτό το βάρος στην ελληνική κοινωνία; Μπορεί η ελληνική κοινωνία μέσω των μεγάλων αυξήσεων των τιμών να επωμισθεί την εξόφληση του χρέους των επιχειρήσεων προς το δημόσιο; Λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική δυσανεξία που υπάρχει, σαφώς και όχι. Είναι αδύνατον.

    Επειδή λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει μεταβολή στην κερδοφορία των επιχειρήσεων τέτοια που να τους επιτρέπει να διατηρήσουν τη βιωσιμότητά τους με παράλληλη διατήρηση της λειτουργίας τους και της ταυτόχρονης εξόφλησης των χρεών, θα βρεθούν πολύ σύντομα στο δίλημμα της πληρωμής ή των τρεχουσών υποχρεώσεων ή των υφιστάμενων χρεών προς το δημόσιο. 

    Επειδή η εξόφληση των τρεχουσών υποχρεώσεων περιλαμβάνει δαπάνες, όπως αυτές της μισθοδοσίας, του ρεύματος κ.λπ., οι οποίες αν δεν εξοφληθούν, δεν επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να συνεχίσουν να λειτουργούν, είναι αυτονόητο ότι θα τις προτάξουν στο δίλημμα "εξόφληση τρεχουσών οφειλών ή παλαιών χρεών".

    Στη συνέχεια, το δίλημμα θα έρθει στο Δημόσιο: να εμποδίσει τη λειτουργία αυτών των επιχειρήσεων ή να δείξει ανοχή;

    Αν δεν αποτελεί στρατηγική επιλογή "το κλείσιμο των μικρών επιχειρήσεων", τότε είναι λογικό το δημόσιο να αναζητήσει λύση στη ρύθμιση των παλαιών χρεών των επιχειρήσεων.

    Αναγνωρίζοντας λοιπόν, το αυτονόητο ότι οι Έλληνες δεν πλούτισαν ξαφνικά για να μπορούν να ανταποκριθούν – καταναλωτικά – σε σημαντική αύξηση της κερδοφορίας των ελληνικών επιχειρήσεων και λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντικότητα των μικρών επιχειρήσεων στην πραγματική Ελληνική Οικονομία και την απασχόληση, το Υπουργείο Οικονομικών πρέπει άμεσα να εξετάσει τα σενάρια είτε μιας μεσοπρόθεσμης αναστολής μέρους των παραπάνω χρεών με την παραχώρηση συγκεκριμένων εγγυήσεών του από τις επιχειρήσεις προς αυτό (προσημειώσεις σε ακίνητα κ.λπ.) είτε τη θεσμοθέτηση πολύ ευνοϊκότερων ρυθμίσεων, όπως αυτή του εξωδικαστικού συμβιβασμού (240 δόσεις). Το γοργόν και χάριν έχει. 

    * Ο κ. Πανοζάχος Δημήτριος είναι Msc Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός Σύμβουλος
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ