Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 14-Οκτ-2021 00:03

    Πληθωρισμός – ίδιο πρόβλημα, διαφορετικές αιτίες

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Μανάλη

    Κατά τον τελευταίο μήνα, έντονο είναι το ενδιαφέρον των αναλυτών σχετικά με την παρατηρούμενη άνοδο του δείκτη τιμών τόσο σε αναπτυγμένες, αναδυόμενες όσο και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν. Κατά πρώτον, ποιο θα είναι το μέγεθος της επίπτωσης του επίσημου πληθωρισμού (headline inflation) στο δομικό πληθωρισμό (core inflation, ο οποίος δεν λαμβάνει υπόψη τιμές διατροφής και ενέργειας) ο οποίος δείχνει μια πιο μέτρια, συγκριτικά, αύξηση. Κατά δεύτερον, ποια θα είναι η διάρκεια του φαινομένου. Για την απάντηση του ερωτήματος κρίσιμης σημασίας είναι η ανάλυση των αιτιών πρόκλησης της αύξησης των τιμών.  Η αναζήτηση αιτιών δεν έχει καταλήξει σε μία κοινά αποδεκτή εξήγηση του φαινομένου, καθώς οι λόγοι που προκαλούν την πληθωριστική αυτή τάση διαφέρουν τόσο ανά ήπειρο, όσο και ανάμεσα σε χώρες της ίδιας ηπείρου. Ωστόσο οι αναλύσεις συγκλίνουν σε ένα βασικό, κοινό αίτιο, το άνοιγμα των οικονομιών μετά την πανδημία.  Κατά τη διάρκεια της πανδημίας η καταστολή της καταναλωτικής δραστηριότητας οδήγησε σε αύξηση των αποταμιεύσεων οι οποίες με την επανεκκίνηση των οικονομιών βρίσκουν το δρόμο τους προς την κατανάλωση και οδηγούν σε αύξηση στη ζήτηση προϊόντων. Σε συνδυασμό με τις διαταραχές που αντιμετωπίζει η εφοδιαστική αλυσίδα - λόγω καταστολής της παραγωγικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της πανδημίας -  η προσφορά καθυστερεί να ανταποκριθεί στην αυξημένη ζήτηση, με αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών. 

    Πέρα όμως από τις επιπτώσεις της πανδημίας οι λόγοι διαφέρουν ανά τον κόσμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως στην πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ (World Economic Outlook) δεν αναγράφεται ούτε μία φορά η έκφραση "αύξηση ενεργειακού κόστους” η οποία στις ευρωπαϊκές αναλύσεις συνιστά κύρια αιτία με συνεχείς αναφορές. Σύμφωνα με το ΔΝΤ οι βασικοί λόγοι ανόδου του γενικού δείκτη τιμών είναι τα προαναφερθέντα αποτελέσματα της πανδημίας σε συνδυασμό με την αύξηση τιμών σε εμπορεύματα και κατοικίες καθώς και η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική που υιοθετήθηκε για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι αναλυτές του ΔΝΤ είναι αισιόδοξοι και διαβλέπουν την επαναφορά των τιμών στα προ πανδημίας επίπεδα στα μέσα του 2022. Ωστόσο, αναγνωρίζουν την αβεβαιότητα όσον αφορά στο χρόνο που θα λάβει η παραγωγική δραστηριότητα να επανέλθει και να ανταποκριθεί στην αυξημένη ζήτηση. 

    Εστιάζοντας στην Ευρώπη έρχεται να προστεθεί ένας ακόμα βασικός λόγος, η αύξηση του ενεργειακού κόστους, ενδεικτικό της εξάρτησης της ηπείρου από εξωτερικούς παρόχους. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Eurostat το ενεργειακό κόστος αναμένεται να έχει τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση συγκριτικά με τα υπόλοιπα συστατικά που καθορίζουν το γενικό επίπεδο τιμών (στο 17,4% το μήνα Σεπτέμβριο). 

    Η επίδραση των αυξημένων τιμών ενέργειας, ωστόσο,  παρουσιάζει σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στις Ευρωπαϊκές χώρες. Το μέγεθος της επίπτωσης συνδέεται άμεσα με τις ενεργειακές ανάγκες της εκάστοτε χώρας, την παραγωγική δομή της καθώς και την εξάρτηση των νοικοκυριών από συγκεκριμένες πηγές ενέργειας (φυσικό αέριο, ηλεκτρισμός, πετρέλαιο). Παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις, οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσανατολίζονται στην παροχή κρατικών ενισχύσεων προς τα πληττόμενα νοικοκυριά (το ύψος των οποίων υπολογίζεται στα 10 δισ. ευρώ). Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο στο Bloomberg, η Γαλλία υιοθέτησε ένα πακέτο επιδοτήσεων ύψους 580 εκατ. ευρώ προς τα φτωχότερα νοικοκυριά, παράλληλα με την τοποθέτηση πλαφόν στην τιμή του αερίου, η οποία υπολογίζεται να κοστίσει πάνω από 4 δισ. ευρώ. Η Ιταλία και η Ισπανία, στην προσπάθεια τους να περιορίσουν τις επιπτώσεις, ενισχύουν τα νοικοκυριά με 3 και 2,6 δισ. αντίστοιχα. Το μέγεθος ωστόσο των κρατικών ενισχύσεων ωχριά μπροστά στο προβλεπόμενο κόστος επιβάρυνσης των νοικοκυριών από τις αυξημένες τιμές ενέργειας, το οποίο υπολογίζεται να ανέλθει στα 100 δισ. ευρώ. 

    Η Ευρώπη λοιπόν καλείται να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα με αβέβαιη διάρκεια και ένταση καθώς εξαρτάται πλήρως από τις διεθνείς τιμές ενέργειας πάνω στις οποίες δεν έχει κανένα έλεγχο, ενώ οι μετεωρολογικές προγνώσεις προβλέπουν ένα βαρύ χειμώνα. Το πρόβλημα μπορεί κάλλιστα να λάβει εκτενείς διαστάσεις στην περίπτωση που οι κρατικές ενισχύσεις για την κάλυψη του αυξημένου ενεργειακού κόστους αναστείλουν την ήδη διαφαινόμενη πορεία ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής οικονομίας από την πανδημία. Αναλυτές που ειδικεύονται στον τομέα της ενέργειας επισημαίνουν πως οι κρατικές παρεμβάσεις θα πρέπει να στοχεύουν τόσο στην προστασία των καταναλωτών, όσο και στην εξοικονόμηση ενέργειας από μέρους των Ευρωπαίων. Συνεπώς, τα προγράμματα ενίσχυσης θα πρέπει να παρέχουν τα κατάλληλα οικονομικά κίνητρα στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις τα οποία προβαίνουν σε χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας συγκριτικά με προηγούμενα έτη. Με τον τρόπο αυτό, η Ευρώπη θα καταφέρει να διατηρήσει τη ζήτησης ενέργειας σε χαμηλά επίπεδα ώστε να ισορροπήσει την περιορισμένη προσφορά.

    Η αύξηση του ενεργειακού κόστους δημιουργεί αναταράξεις στη ευρωπαϊκή ήπειρο που οφείλουν να οδηγήσουν σε αναπροσαρμογή των δεδομένων σχετικά με την ενεργειακή της επάρκεια. Ήδη η γηραιά ήπειρος έχει επιδείξει το ενδιαφέρον της για τη στροφή στην πράσινη ενέργεια, η οποία όμως θα πάρει χρόνο για να επιτευχθεί στο βαθμό που να την καθιστά αυτάρκη. Μέχρι τότε η ευρωπαϊκή οικονομία θα παραμένει ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας, γεγονός που επιτάσσει τη θέσπιση δημιουργικών μέτρων τόσο για τον περιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων όσο και για την ενεργειακή της επιβάρυνση. 

    * Ο κ. Γιώργος Μανάλης είναι Μεταδιδακτορικός Ερευνητής - Υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α. Γ. Λεβέντη - Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ