Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 13-Οκτ-2021 00:40

    Στην αυγή της ανάπτυξης ή στο κατώφλι μιας νέας κρίσης; Η επανεμφάνιση του τροχού

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Των Ιωάννη Λεβεντίδη, Ευάγγελου Μελά, Κωνσταντίνου Πούλιου

    Τα δύο χρόνια της πανδημίας με τα διαδοχικά lockdown οδήγησαν σε οικονομική δυσπραγία και ύφεση. Ολόκληροι κλάδοι επλήγησαν και έφτασαν στο χείλος της χρεοκοπίας, υποχρεώνοντας κυβερνήσεις και οργανισμούς να αλλάξουν άρδην την πολιτική τους και τις προτεραιότητές τους. Ο (έστω και εν μέρει) έλεγχος της πανδημίας έφερε τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης της παγκόσμιας (και της ελληνικής) οικονομίας και σίγουρα χαμόγελα ανακούφισης στους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και τους υπεύθυνους των οικονομικών επιτελείων. Ωστόσο, η πολυαναμενόμενη οικονομική ανάπτυξη φαίνεται να επισκιάζεται από το πρόβλημα του πληθωρισμού και της αύξησης των τιμών.

    Ο πληθωρισμός ως παγκόσμιο φαινόμενο

    Η αύξηση του πληθωρισμού δεν είναι φαινόμενο μόνο της χώρας μας, αλλά αφορά το σύνολο των χωρών. Στις ΗΠΑ παρατηρείται ο υψηλότερος πληθωρισμός των τελευταίων 30 χρόνων με τις εκτιμήσεις να δείχνουν ότι θα παραμείνει σε ψηλά επίπεδα και την επόμενη χρονιά. Ο πληθωρισμός της Κίνας παραμένει θετικός, μετά τον αποπληθωρισμό που παρατηρήθηκε στην αρχή τους έτους. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αναμένεται να ανέβει στο 3,4% τον Σεπτέμβριο έναντι 3,0% τον Αύγουστο. Οι αντίστοιχες τιμές τον Σεπτέμβριο του 2018 και τον Σεπτέμβριο του 2017 ήταν 2,1% και 1,5%. Την ίδια αυξητική τάση ακολουθεί ο πληθωρισμός της Ρωσίας και πολλών αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών.

    Οι λόγοι που οδηγούν σε αυτό το φαινόμενο είναι σύνθετοι. Καταρχάς, ως μια από τις βασικές αιτίες προκρίνεται η ανισορροπία που έχει επέλθει στην προσφορά και τη ζήτηση προϊόντων. Η μερική άρση των περιορισμών στις μετακινήσεις και την καθημερινότητά μας σήμανε μαζική αύξηση της κατανάλωσης. Ταυτόχρονα όμως, η βιομηχανική παραγωγή δεν επανήλθε στα προ-κορονοϊού επίπεδα, ενώ οι υπάρχοντες περιορισμοί δυσχεραίνουν τη μεταφορά προϊόντων. Ως αποτέλεσμα η προσφορά δεν μπορεί να καλύψει τη ζήτηση και ο πληθωρισμός αυξάνει. Ταυτόχρονα, οι κλάδοι που επλήγησαν περισσότερο την εποχή της πανδημίας (αεροπορικές εταιρείες, τουρισμός, εστίαση) δείχνουν να επανακάμπτουν σταδιακά. Κατά συνέπεια, οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσφέρουν, μετά την κατακόρυφη πτώση των δύο προηγούμενων ετών, δείχνουν να επανέρχονται στα προ-πανδημίας επίπεδα δημιουργώντας πληθωριστικές πιέσεις.

    Επιπλέον λόγοι που συμβάλλουν στην αύξηση των τιμών παγκοσμίως συνδέονται με κινήσεις γεωστρατηγικής πολιτικής. Η κόντρα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από ποτέ, ενώ Ρωσία και Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθούν να κρατήσουν μερίδιο από την πίτα. Μεγάλο ρόλο στις εξελίξεις αναμένεται να παίξει και η αγορά της ενέργειας, με τη Ρωσία να είναι ο κύριος προμηθευτής της Ευρώπης με φυσικό αέριο, την ώρα που η ενέργεια είναι ένας από τους κύριους παράγοντες για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη.

    Τέλος ένας τρίτος παράγοντας ήταν η επεκτατική νομισματική πολιτική που σωστά εφαρμόζεται σε περιόδους ύφεσης η οποία δυστυχώς συνοδεύτηκε με μειωμένη προσφορά πρώτων υλών και εμπορευμάτων. Τα τελευταία χρόνια, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η χρηματοπιστωτική κρίση αρχικά και οι συνέπειες της πανδημίας στη συνέχεια, οι κεντρικές τράπεζες τύπωσαν νέο χρήμα το οποίο διοχέτευσαν στην οικονομία μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων με μηδενικά (ή ακόμη και αρνητικά) επιτόκια. Όλη αυτή η ρευστότητα μεταφράζεται πλέον σε αύξηση της κατανάλωσης και της ζήτησης και συνεπώς ανοδική τάση του πληθωρισμού παγκοσμίως.

    Κατά πόσο ο πληθωρισμός αποτελεί πρόβλημα; Όταν μια οικονομία παρατηρεί υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, η εμφάνιση κάποιου ποσοστού πληθωρισμού είναι δικαιολογημένη. Τα εισοδήματα αυξάνονται, ο δείκτης ανεργίας μειώνεται και, επομένως, αυξάνεται η ζήτηση παρασύροντας τον πληθωρισμό. Επίπεδα πληθωρισμού της τάξης του 2% (που είναι και το θεσμοθετημένο όριο στην Ευρωζώνη) είναι ανεκτά και, ενδεχομένως, επιθυμητά.

    Αντιθέτως, όταν ο πληθωρισμός ξεφεύγει από το επιθυμητό φάσμα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, τότε η οικονομία αντιμετωπίζει προβλήματα. Από τη μία ο αποπληθωρισμός αποτελεί σημάδι στασιμότητας, ανεργίας και έλλειψης επενδυτικού και αγοραστικού ενδιαφέροντος. Αρκεί να θυμίσουμε ότι η Ελλάδα παρουσίασε ετήσιο αποπληθωρισμό τα έτη 2013-2015 και 2020. Από την άλλη, τα μεγάλα ποσοστά πληθωρισμού καταδεικνύουν ότι η παραγωγή και οι εισαγωγές δεν επαρκούν για την κάλυψη της ζήτησης, γεγονός που έχει προκαλέσει στο παρελθόν μεγάλες κρίσεις.

    Η εξέλιξη του φαινομένου

    Οι απόψεις για την εξέλιξη των πληθωριστικών πιέσεων διίστανται. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν πολλοί (μεταξύ των οποίων πολιτικοί και αναλυτές, ακόμη και από την Wall Street) που κάνουν λόγο για ένα παροδικό φαινόμενο. Θεωρούν ότι οι λόγοι που οδηγούν σε αύξηση του πληθωρισμού είναι προσωρινοί και όσο η πανδημία υποχωρεί και επιστρέφουμε σε μια κανονικότητα, οι λόγοι αυτοί θα εκλείψουν. Επίσης, η επιχειρηματολογία τους υποδεικνύει ότι ο πληθωρισμός έχει πιάσει ένα "ταβάνι" χωρίς να έχει ξεπεράσει το σημείο που δημιουργεί ανησυχία και επιπλέον, ότι μεσοπρόθεσμα θα συγκλίνει στο 2%. Αν συνεχίσει να παραμένει σε αυτά τα επίπεδα δεν πρόκειται να επηρεάσει αρνητικά την αναμενόμενη οικονομική ανάπτυξη που θα συνοδεύσει το τέλος της πανδημίας.

    Στον αντίποδα βρίσκονται όσοι θεωρούν ότι οι παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις θα διατηρηθούν για μεγάλο διάστημα και ότι αποτελούν μια ωρολογιακή βόμβα, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα κρίση της παγκόσμιας οικονομίας. Μεταξύ αυτών, οι οικονομολόγοι της Deutsche Bank προειδοποιούν ότι θα είναι λανθασμένη η επιλογή της πολιτικής ανοχής ενός υψηλότερου επιπέδου πληθωρισμού για χάρη της πλήρους οικονομικής ανάκαμψης. Τέλος, πολλοί επισημαίνουν ότι η πανδημία δεν έχει φτάσει ακόμη σε ένα οριστικό τέλος, ενώ είναι υπαρκτός ο κίνδυνος νέων μεταλλάξεων που θα οδηγήσουν σε νέες εξάρσεις και περιοριστικά μέτρα.

    Όποια και αν είναι η εξέλιξη του πληθωρισμού, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι οι υπεύθυνοι χάραξης οικονομικής πολιτικής έχουν λάβει τις προειδοποιήσεις και έχουν την εμπειρία να διαχειριστούν μια οικονομική κρίση. Δεν ζούμε στην εποχή της "φούσκας" ρευστότητας πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 και την επακόλουθη κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο θα καταφέρουν να συνεργαστούν μεταξύ τους για την αντιμετώπιση μιας κρίσης και κατά πόσο θα πρυτανεύσει η λογική και το ενδιαφέρον για το κοινό καλό.

    Πληθωρισμός και ελληνική οικονομία

    Η αύξηση του πληθωρισμού βρίσκει την Ελλάδα σε μια στιγμή που τα νέα για την δυναμική της οικονομίας της είναι θετικά. Η ανάπτυξη της οικονομίας για το πρώτο εξάμηνο του 2021 ήταν μεγαλύτερη από τις προβλέψεις των Εγχώριων και Ευρωπαϊκών θεσμών. Κατά συνέπεια, η πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2021 αναπροσαρμόζεται στο 6%, τόσο από το Υπουργείο Οικονομικών όσο και από οίκους αξιολόγησης (Fitch). Ωστόσο, υπάρχει προειδοποίηση για αστάθεια τους επόμενους μήνες.

    Ο πληθωρισμός της Ελλάδας οφείλεται εν μέρει στην οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της ζήτησης. Κατά κύριο λόγο όμως είναι εισαγόμενος, και προκαλείται από τη διεθνή αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες, τις μεταφορές και την ενέργεια. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει λόγος για πανικό και καταστροφολογία. Παρόλα αυτά, πρέπει η πολιτεία να πάρει τα σωστά μέτρα και να οργανώσει σχέδιο δράσης για τον έλεγχο του πληθωρισμού ώστε να μην βρεθεί προ εκπλήξεως και για να προφυλάξει τους οικονομικά ασθενέστερους που αναμένεται να πληγούν περισσότερο από την αύξηση των τιμών.

    Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής ότι ο πληθωρισμός δεν επηρεάζει όλους το ίδιο. Οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις οι οποίες έχουν χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα πλήττονται πολύ περισσότερο από την αύξηση του πληθωρισμού σε σύγκριση με τις ισχυρότερες οικονομικά τάξεις οι οποίες έχουν υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα. 

    Από κυβερνητικής κυρίως πλευράς διατυπώνεται η αισιόδοξη άποψη ότι το φαινόμενο της αύξησης των τιμών θα είναι παροδικό και θα διαρκέσει λίγους μήνες. Δεδομένων των σοβαρών συνεπειών της αύξησης των τιμών στα ασθενέστερα κυρίως οικονομικά στρώματα οι υποστηρικτές της αισιόδοξης αυτής άποψης θα πρέπει να τη συνοδεύουν και από τον καθορισμό με σαφήνεια του χρονικού ορίζοντα του φαινομένου αυτού. Για να εκλείψει το φαινόμενο αυτό μετά από κάποιο  χρονικό διάστημα θα πρέπει να εκλείψουν και οι αιτίες που το γέννησαν μετά το διάστημα αυτό. Οι αιτίες, αύξηση των τιμών της ενέργειας, κατάρρευση της εφοδιαστικής αλυσίδας, και αύξηση των τιμών των πρώτων υλών, είναι απίθανο να εκλείψουν στην ολότητά τους, γεγονός που καθιστά την αισιόδοξη άποψη αμφισβητήσιμη. 

    Αν δεν δοθεί από κυβερνητικής πλευράς χρονικός ορίζοντας πέραν του οποίου  το φαινόμενο της αύξησης των τιμών θα εκλείψει θα πρέπει να δοθεί σχέδιο ενίσχυσης των ασθενέστερων κυρίως οικονομικά τάξεων γιατί οι αυξήσεις στις τιμές που αφορούν τις τιμές της ενέργειας και τις τιμές βασικών καταναλωτικών αγαθών τις πλήττουν άμεσα και θα οδηγήσουν στην περαιτέρω φτωχοποίησή τους. 

    Ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να περιλαμβάνει μέτρα όπως (1) την μείωση των συντελεστών ΦΠΑ, κυρίως σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης για τα οποία επιπλέον θα μπορούσε νατεθεί όριο ή πλαφόν στις τιμές τους (2) την μείωση της φορολογίας γενικότερα, (3) την μείωση στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, (4) τους διαρκείς ελέγχους και την επιβολή προστίμων ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα αισχροκέρδειας.

    Η μείωση της διαθέσιμης ρευστότητας και η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας είναι σίγουρα ενέργειες που οδηγούν σε μείωση του πληθωρισμού. Ωστόσο, θα είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ανάπτυξης, κάτι που δεν μπορεί να αντέξει η Ελληνική οικονομία, η οποία προέρχεται από μια δεκαετή κρίση και από δύο χρόνια περιοριστικών μέτρων για την εξάπλωση της πανδημίας.

    Σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η χώρα πρέπει να επενδύσει στις νέες τεχνολογίες, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών καθώς και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε να καταστεί όσο γίνεται περισσότερο ενεργειακά αυτόνομη. 

    * Ιωάννης Λεβεντίδης,  Ευάγγελος Μελάς, Κωνσταντίνος Πούλιος - Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα  Οικονομικών Επιστημών
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ