Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 04-Σεπ-2021 09:15

    Μίκης Θεοδωράκης: Δίπλα μου πάντα όταν τον χρειάστηκα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

     

    Αντιπροσωπεύοντας το τμήμα του πληθυσμού κάποιας ηλικίας, δεν θα πρωτοτυπήσω λέγοντας ότι μεγάλωσα, διαμορφώθηκα και ενηλικιώθηκα με τα τραγούδια, τη μουσική καλύτερα, του Μίκη Θεοδωράκη.

    Ναι, μοιάζει με κλισέ. Αλλά πώς αλλιώς να το πω. Σε κάθε ηλικιακή καμπή της ζωής μου, με τις δικές της, κάθε φορά, ψυχικές αναταράξεις ο Θεοδωράκης ήταν πάντα εκεί.

    Εν είδει φύλλου πορείας:

    Μαζί με όλη την Ελλάδα θα τον υποδεχόμουν το 1960 και εγώ, στην πρώτη εμφάνισή του στην ελληνική δισκογραφία με τα χαριτωμένα, αλλά τόσο διαφορετικά, τραγουδάκια: "Μυρτιά" και "Μαργαρίτα Μαργαρώ".-στίχοι Νίκου Γκάτσου και του συνθέτη αντιστοίχως.

    Το 1962, συμπωματικά θα συνταξιδέψω με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, μαζί με μια ομάδα Λαμπράκηδων για την Κόρινθο, όπου θα παρουσιαζόμαστε στο κέντρο νεοσυλλέκτων της πόλης. Εκεί, καθόλη τη διαδρομή θα έλθω σε επαφή για πρώτη φορά με τα μέχρι εκείνη την εποχή γνωστά επαναστατικά τραγούδια του Μίκη. Τότε θα πάρω και την πρώτη απόστασή μου από τα ελαφρά σαχλοτράγουδα, τα και ευρωπαϊκά καλούμενα, που ακούγαμε μέχρι τότε.

    Το 1963, το "Βράχο βράχο τον καυμό μου",- στίχοι Δημήτρη Χριστοδούλου, θα συνοδεύει παρηγορητικά τις σπάνιες ευκαιρίες ξεκούρασης που επέτρεπε το βαρύ πρόγραμμα εκπαίδευσης στην Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού, στο Ηράκλειο Κρήτης. Είχαμε μάλιστα παραφράσει ένα στίχο του τραγουδιού ως εξής: "[…] κι είναι το παράπονό μου, ποτέ μάνα θα σε δω με… περιφερειακό". Εννοώντας το περιφερειακό κορδονάκι που κοσμούσε την επωμίδα της στολής μας, εν είδει γαλονιού, μετά την ορκωμοσία μας ως δοκίμων εφέδρων αξιωματικών.

    Στο Σιδηρόκαστρο, στη συνέχεια, όπου θα τοποθετηθώ ως ανθυπολοχαγός στο 568 τάγμα πεζικού, θα ταυτιστώ με όλη τη φανταρία του τάγματος, ακούγοντας λες και γράφτηκε για τον καθένα μας ξεχωριστά, "Το τρένο φεύγει στις οχτώ".-στίχοι Μάνου Ελευθερίου.

    Στα δύσκολα πρώτα χρόνια στην Αθήνα, που θα επακολουθήσουν, η "Δραπετσώνα"- στίχοι Τάσσου Λειβαδίτη- θα συνοδεύει την φάση αποπρολεταριοποίησης έως τις παρυφές ενός επικείμενου αστικού τρόπου ζωής.

    Στις πρώτες ερωτικής φύσεως, αναγνωριστικές το πλείστον, σκιρτήσεις, αλλά και μετά, θα πρωταγωνιστούσε το, κατά τη γνώμη μου, ωραιότερο ερωτικό τραγούδι του συνθέτη, "Προδομένη μου αγάπη".-στίχοι του ιδίου.

    Έκτοτε, και μέχρι σήμερα, δεν έχει υπάρξει περίπτωση που να μη διακόψω ό,τι κάνω εκείνη τη στιγμή για να ακούσω, από το ραδιόφωνο, ολόκληρο το τραγούδι "Μαουτχάουζεν-Ασμα ασμάτων". - Στίχοι Ιάκωβου Καμπανέλη.

    Και ύστερα ήλθε το Αξιον εστί. Εκεί παραδόθηκα...

    Πιστεύω ότι το έργο αυτό του συνθέτη σε στίχους Οδυσσέα Ελύτη αποτελεί την ευτυχέστερη συνάντηση της Ποίησης με τη Μουσική.

    Ένα συνθετικό έργο, μακριά από τα συνήθη λαϊκά ακούσματα, που θα έχει τέτοιες επενέργειες πάνω στο κοινωνικό σώμα, ώστε να εξελιχθεί, με τα χρόνια, σε έναν ανεπίσημο ριγηλό εθνικό ύμνο. Θα είναι τέτοια η λαϊκή απήχηση του έργου, που μέσα από ακραίες οικειοποιήσεις, τραγούδια όπως το "‘Ένα το χελιδόνι" και το "Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ" θα οικειοποιηθούν από το κοινό και θα αφομοιωθούν, άλλοτε ως περιπαθή ζεϊμπέκικα και άλλοτε ως μαχητικά εμβατήρια. Βοηθούσης, βεβαίως, και της ρωμαλέας φωνής του Γρ. Μπιθικότση.

    Επείγομαι να τελειώσω αυτό το κείμενο, για λόγους επικαιρότητας, ομολογώντας ωστόσο ότι οι πενιχρές μουσικές μου γνώσεις δεν πρόκειται να προσφέρουν περαιτέρω σπουδαία πράγματα, κάτι που θα κάνουν βέβαια άλλοι αρμοδιότεροι εμού.

    Έχει όμως την αξία του να παραθέσω εδώ τη διήγηση του σπουδαίου ποιητή Μιχάλη Μαρκόπουλου, από μια συνάντησή του με τον Ελύτη με μια πολυσήμαντη αναφορά στο κορυφαίο έργο των δυο δημιουργών. Εκεί θα δούμε ανάγλυφη τη θεία συνύφανση της ποίησης με τη μουσική και κατά πόσο η πρώτη, στην περίπτωση του Αξιον εστί, ωφελήθηκε από τη δεύτερη.

    Η διήγηση του ποιητή, από το περιοδικό Λέξη (Οκτ.-Δεκ. 2006):

    Θυμάμαι πως μικρός τον πλησίασα ένα απόγευμα στην πλατεία Κολωνακίου, και με το ανάλογο μάλιστα "ακαταλόγιστον" της ηλικίας μου, αφού του είπα ότι ήμουν "νέος ποιητής", του ζήτησα να τον επισκεφθώ στο σπίτι του, όποτε θα μου όριζε, για να μου δωρίσει με αφιέρωση κάποιο από τα βιβλία του. Προς μεγάλη μου έκπληξη συναίνεσε και έτσι, εν μέσω δικτατορίας, στις 21 Νοεμβρίου του 1968, βρέθηκα να χτυπώ το κουδούνι του διαμερίσματός του, της οδού Σκουφά 23, με δυνατό, ομολογουμένως, χτυποκάρδι.

    Μου άνοιξε ο ίδιος, φορώντας ρόμπα βυσσινί και λέγοντάς μου "καλώς τον". Μου είπε και πέρασα στο χωλ, οπότε πηγαίνοντας σε κάποιο δωμάτιο, γύρισε κρατώντας στα χέρια του το "‘Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό", ετοιμαζόμενος να μου γράψει τη αφιέρωση. Τον παρεκάλεσα, αν γινόταν, να μου χαρίσει καλυτέρα το Αξιον εστί, και το έκανε, αφού πήγε και πάλι μέσα για να το φέρει. Τελειώνοντας τη αφιέρωση με ρώτησε γιατί προτιμούσα το Αξιον εστί και εγώ του απάντησα "διότι με αγγίζει περισσότερο και ότι το έχουν μάλιστα κάποιοι φίλοι μου, συμμαθητές μου, στους δίσκους του Θεοδωράκη και τον ακούμε όλοι μαζί κρυφά…"

    O κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα.

    E-email: gcostoulas@gmail.com

     

     

     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ