Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 27-Αυγ-2021 00:03

    Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την πανδημία και τις περιβαλλοντικές καταστροφές

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Γράφουν οι Ιωάννης Λεβεντίδης,  Ευάγγελος Μελάς, Κωνσταντίνος Πούλιος

    Τα τελευταία δύο χρόνια, η πανδημία και οι περιβαλλοντικές καταστροφές, εκτός από την ανθρωπιστική τους πλευρά,  επέδρασαν αρνητικά στην ελληνική οικονομία. Η εξάπλωση της πανδημίας στην Ελλάδα κατά το πρώτο τρίμηνο του 2020, συντέλεσε στην άμεση υποχώρηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων, η οποία με τη σειρά της επέφερε συνολική πτώση του ΑΕΠ της χώρας κατά 8,2% το προηγούμενο έτος. Ο τρόπος με τον οποίο θα ανακάμψουμε από την υγειονομική και περιβαλλοντική κρίση είναι κάτι που μας έχει ήδη απασχολήσει, αλλά θα συνεχίσει να συζητείται και να μας απασχολεί όλο και περισσότερο, καθώς θα εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα παρόμοια φαινόμενα και οι επιπτώσεις τους θα  γίνονται αισθητές όλο και εντονότερα. 

    Η κατάσταση της οικονομίας το 2019. Όταν άρχισε η εξάπλωση του κορονοϊού, η Ελλάδα έβγαινε από μια δεκαετία κρίσης, ύφεσης και μνημονίων. Παρόλα αυτά, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας το 2019, λίγο πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, ήταν σαφώς καλύτερη σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Κάποια δημοσιονομικά μεγέθη είχαν επανέλθει σε θετική πορεία και η επιστροφή στις αγορές είχε εν μέρει αποκατασταθεί. Όταν, λοιπόν, άρχισαν να διακρίνονται τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης, έκαναν την εμφάνισή τους δύο νέοι παράγοντες, ο υγειονομικός και ο περιβαλλοντικός (φυσικές καταστροφές), οι οποίοι δεν μας είχαν απασχολήσει έντονα τα χρόνια της κρίσης, αλλά  δημιούργησαν νέες διαστάσεις οξύνοντας τα προβλήματα της οικονομίας. Το ελληνικό κράτος και οι εγχώριες επιχειρήσεις χαρακτηρίζονταν από χαμηλό βαθμό ψηφιοποίησης, ενώ το οικονομικό μοντέλο της χώρας στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση  και τον τουρισμό, τομείς που υπέστησαν σοβαρά πλήγματα λόγω της πανδημίας και των φυσικών καταστροφών. Τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν ένα σενάριο έκτακτης ανάγκης.

    Η εικόνα της οικονομίας το τρέχον έτος. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές προβλέψεις για το 2021, ο προϋπολογισμός αναμένεται ότι θα έχει πρωτογενές  έλλειμμα της τάξης του 7% με 8%, το χρέος θα παραμείνει στα  352 δισ. ευρώ (ποσοστό της τάξης του 200% του ΑΕΠ), το ΑΕΠ της χώρας θα αυξηθεί κατά 4% με 4,5%. Η χώρα ελπίζει σε μια πιο δυναμική ανάκαμψη της οικονομίας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2021, η οποία θα προέλθει από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (που είχε μειωθεί σημαντικά την περίοδο των περιοριστικών μέτρων) και την αύξηση των τουριστικών εισπράξεων σε σχέση με το 2020.

    Επιπλέον, πολλές επιχειρήσεις, παρά το αρχικό σοκ και την έλλειψη προετοιμασίας, έδειξαν ισχυρές ικανότητες προσαρμογής στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν. Ήταν κυρίως οι επιχειρήσεις εκείνες που επένδυσαν στον ψηφιακό μετασχηματισμό, την αναβάθμιση των τεχνολογικών υποδομών, τον επανασχεδιασμό του μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας τους και την εκπαίδευση του προσωπικού τους με νέες, ψηφιακές δεξιότητες. Ακόμη και η μετάβαση πολλών υπηρεσιών του Δημοσίου στην ψηφιακή εποχή, και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.

    Παρόλα αυτά, το περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί από την πανδημία και τις καταστροφές είναι ρευστό και αρνητικό και είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν οι αισιόδοξες προβλέψεις θα επαληθευτούν. Πολλές εταιρείες και επιχειρήσεις (κυρίως από τον χώρο της εστίασης και του εμπορίου), παρά τις προσπάθειες προσαρμογής, εμφανίζουν ζημιές ή έχουν οδηγηθεί σε πτώχευση. Τα νοικοκυριά και το φυσικό περιβάλλον έχουν πληγεί σε μεγάλο βαθμό, η κατανάλωση μειώθηκε το 2020 και ο τουρισμός, που αποτελεί σημαντικό πυλώνα της οικονομίας, δεν έχει επανέλθει στα προ-κορονοϊού επίπεδα.

    Η ανάκαμψη της οικονομίας. Ο βασικός μηχανισμός που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή για την έξοδο από τη νέα δημοσιονομική κρίση είναι η εμβολιαστική κάλυψη του 80% τουλάχιστον του πληθυσμού και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Στις αρχές Αυγούστου εκταμιεύτηκε η προκαταβολή ύψους 4 δισ. ευρώ, ενώ μέχρι το τέλος του έτους αναμένεται η εκταμίευση 3,8 δισ. ευρώ. Θα ακολουθήσουν επιπλέον ετήσιες δόσεις για το χρονικό διάστημα 2022-2027. Το συνολικό ποσό που θα λάβει η Ελλάδα με μορφή επιχορηγήσεων ή δανείων θα ανέλθει σε 30,5 δισ. ευρώ. Ο τρόπος αξιοποίησης του ποσού των 7 δισ. έχει ήδη συμφωνηθεί. Τα χρήματα αυτά θα διατεθούν για έργα πράσινης ανάπτυξης, για την ψηφιοποίηση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, την ενίσχυση της αγοράς εργασίας και τη βελτίωση του συστήματος υγείας.

    Είναι το Ταμείο Ανάκαμψης αρκετό για να χρηματοδοτήσει την επανεκκίνηση της οικονομίας; Μέσα στο ρευστό περιβάλλον την πανδημίας και των περιβαλλοντικών καταστροφών, το Ταμείο Ανάκαμψης, με τη συνδρομή και του ΕΣΠΑ, αποτελεί κινητήρια δύναμη για την ανασυγκρότηση της οικονομίας και τη μετάβασή της σε ένα νέο μοντέλο εξωστρεφές και καινοτόμο. Ωστόσο, από μόνο του δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε μια επανεκκίνηση της οικονομίας. Πρέπει να συνδυαστεί και με άλλους παράγοντες και ενέργειες σε εγχώριο επίπεδο (διοικητικός μηχανισμός, ιδιωτική επιχειρηματικότητα), ώστε να πάρουμε το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα. Μερικές από αυτές τις κατευθύνσεις υποδεικνύουμε στη συνέχεια.

    1) Άσκηση πίεσης στην Ευρώπη για ηπιότερη μετάβαση στους αυστηρούς κανόνες δημοσιονομικής διαχείρισης μετά το 2022

    Η απόδοση των ελληνικών ομολόγων το πρώτο εξάμηνο του 2021 έχει κυμανθεί σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα. Κατά συνέπεια το ελληνικό δημόσιο έχει τη δυνατότητα να αντλεί μεγάλα ποσά με την έκδοση ομολόγων μεγάλης διάρκειας. Στη μείωση των επιτοκίων συνέβαλε αποφασιστικά η απόφαση του Ευρωσυστήματος για την εφαρμογή του έκτακτου προγράμματος αγοράς τίτλων λόγω της πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Program – PEPP), καθώς και η συμμετοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε αυτό το πρόγραμμα, μετά την απόφαση για χορήγηση παρέκκλισης από τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Επιπλέον, για τα έτη 2021 και 2022 έχει χαλαρώσει η υποχρέωση της χώρας για υψηλά πλεονάσματα, στην οποία έχει δεσμευτεί μέσω του Συμφώνου Σταθερότητας. Αυτή η απόφαση έχει προσφέρει αρκετό δημοσιονομικό χώρο στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής.

    Ο κίνδυνος που υπάρχει είναι αν τερματιστούν απότομα τα παραπάνω έκτακτα μέτρα. Σε περίπτωση που τα ελληνικά ομόλογα δεν έχουν ανακάμψει στην επενδυτική βαθμίδα, το κράτος δεν θα έχει εύκολη πρόσβαση στις αγορές, καθώς θα δημιουργηθούν αυξητικές τάσεις στα επιτόκια δανεισμού. Ταυτόχρονα, η υποχρέωση για υψηλά πλεονάσματα θα δημιουργήσει έναν ασφυκτικό κλοιό στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής. 

    Στην περίπτωση της Ελλάδας, λόγω της κακής κατάστασης της οικονομίας από τη δεκαετή κρίση και λόγω των φυσικών καταστροφών, τα παραπάνω μέτρα πρέπει να διατηρηθούν όσο γίνεται περισσότερο και η άρση τους να γίνει σταδιακά. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να ακολουθήσουμε τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πορεία ανάκαμψης της οικονομίας.

    2) Δημόσιο χρέος - κόκκινα δάνεια - ρευστότητα τραπεζών

    Ειδική μέριμνα πρέπει να ληφθεί για τις μακρο-οικονομικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας. Το δημόσιο χρέος της χώρας είναι αρκετά υψηλό, τόσο ως απόλυτο νούμερο όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να το επιβαρύνουμε σημαντικά και αυτό περιορίζει την ελευθερία κινήσεων της χώρας σε περιόδους έκτακτων αναγκών.

    Μεγάλο πρόβλημα αποτελούν και τα ΜΕΔ (μη εξυπηρετούμενα δάνεια) τα οποία αυξήθηκαν το πρώτο τρίμηνο του 2021. Η συνεχιζόμενη πανδημία αναμένεται να επιδεινώσει την οικονομική κατάσταση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο σε νέα ΜΕΔ. Το 2020 και το πρώτο τρίμηνο του 2021, οι τράπεζες παρουσίαζαν ζημιές, παρά την αύξηση των καταθέσεων λόγω του περιορισμού της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ένας από τους λόγους που συμβάλουν στη ζημιά των τραπεζών είναι και η πώληση μεγάλου όγκου ΜΕΔ.

    Ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας των τραπεζών υπολείπεται ακόμη του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η παρούσα στρατηγική για μείωση των ΜΕΔ αναμένεται να δημιουργήσει επιπλέον πιέσεις. Η έλλειψη ρευστότητας και ποιοτικών κεφαλαίων στις τράπεζες φρενάρει την ανάκαμψη της οικονομίας, καθώς δεν γίνεται εφικτή η χρηματοδότηση εταιρειών και επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.

    Η διευθέτηση  του ελληνικού ιδιωτικού και  δημόσιου χρέους θα είναι και ένας από τους βασικούς παράγοντες που θα ρυθμίσουν την έκβαση της χρηματοδότησης της οικονομίας. Οι λύσεις που έχουν δοθεί μέχρι τώρα  (μνημόνια, αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, σχέδιο Ηρακλής, κ.λ.π.) προχωράνε αργά, δεν έχουν αποδώσει, δέχονται κριτική και η  ζητούμενη χρηματοδότηση της οικονομίας δεν έχει πραγματοποιηθεί. Ριζοσπαστικές λύσεις που κατά καιρούς προτείνονται από πολιτικούς φορείς ή οικονομολόγους απορρίπτονται αμέσως ως μη ρεαλιστικές. Υπάρχει ανάγκη για οριστική διευθέτηση του χρέους χωρίς να θιγεί η κοινωνική συνοχή και χωρίς να βλαφτεί περαιτέρω η ελληνική οικονομία. 

    3) Πλήρης αξιοποίηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης

    Η μέγιστη δυνατή απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελεί βασική πρόκληση για τη χώρα μας, ώστε να αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος. Η εκταμίευση των δόσεων από τα ευρωπαϊκά ταμεία συνδέεται με την επίτευξη στόχων και οροσήμων. Η αδυναμία εκπλήρωσης αυτών θα συνεπάγεται αυτόματα "κόφτη" στην εκταμίευση. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να παρουσιάζουν ολοκληρωμένα σχέδια για χορήγηση χρηματοδότησης και να είναι συνεπείς στις αξιολογήσεις και την επίτευξη των στόχων, ώστε η ροή των εκταμιεύσεων να συνεχίζεται ομαλά και χωρίς καθυστερήσεις. 

    Δυστυχώς, λόγω της δεκαετoύς οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα παρουσιάζει μεγάλο επενδυτικό κενό. Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη χρηματοδότηση νέων επιχειρήσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να καλύψουν εν μέρει αυτό το κενό.

    4) Ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού μέσω προγραμμάτων εκπαίδευσης και επανακατάρτισης σε νέες δεξιότητες

    Η τεχνολογική και ψηφιακή ανάπτυξη δημιουργούν νέα επαγγέλματα και ειδικότητες, που χρειάζονται εξειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες. Κρίνεται, επομένως, αναγκαίο να υπάρξει μέριμνα για την εκπαίδευση και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού καθώς επίσης και για την επανακατάρτισή του μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων.

    5) Δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος που να ενισχύει τους παραγωγικούς και εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας

    Το οικονομικό μοντέλο της χώρας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό, την εστίαση και την ιδιωτική κατανάλωση. Οι κλάδοι αυτοί όμως είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι, όχι μόνο σε περιπτώσεις πανδημίας και καταστροφών, αλλά επίσης σε γεωπολιτικές κρίσεις και αρνητικές διεθνείς εξελίξεις. Κατά συνέπεια, η εξάρτηση της οικονομίας από αυτούς τους κλάδους πρέπει να περιοριστεί και η οικονομική δραστηριότητα να διαφοροποιηθεί στρεφόμενη σε πιο ανθεκτικούς τομείς. Τέτοιοι θα μπορούσαν να είναι: η βιομηχανία, η μεταποίηση, ο τομέας της τεχνολογίας, της ενέργειας και ο αγροτοδιατροφικός τομέας.

    Το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε τα χρόνια της οικονομικής κρίσης είχε επίσης ως αποτέλεσμα την πτώση της ανταγωνιστικής ικανότητας των εγχώριων προϊόντων σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, ένα πιο βιώσιμο και εξωστρεφές μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και αύξηση των εξαγωγών. Κατά συνέπεια, κάθε επιχειρηματική προσπάθεια, και ιδιαίτερα οι πιο καινοτόμες, οφείλουν να έχουν κάποιο σχέδιο ώστε τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες τους να προωθηθούν και να γίνουν ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά.

    6) Υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για "πράσινες" επενδύσεις

    Οι μεγάλες επιχειρήσεις αναμένεται να ωφεληθούν περισσότερο από το Ταμείο Ανάκαμψης, καθώς διαθέτουν τη γνώση και το προσωπικό προκειμένου να καταθέσουν μια ολοκληρωμένη πρόταση, αλλά και μεγαλύτερες δυνατότητες εκτέλεσης των σχεδίων τους. Παρόλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επιχειρηματικότητας αφορά μικρομεσαίες εταιρείες και επιχειρήσεις. Για αυτές, η μετάβαση στην "πράσινη" ανάπτυξη συνεπάγεται σε πολλές περιπτώσεις και υψηλό κόστος, εξαιτίας των παρεμβάσεων που χρειάζεται να γίνουν στην παραγωγική διαδικασία.  Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθούν κίνητρα από το κράτος ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη ρευστότητα.

    7) Εισαγωγή ενός σταθερού και απλού φορολογικού μοντέλου

    Η δημιουργία ενός τέτοιου μοντέλου, σε συνδυασμό με τη μείωση της γραφειοκρατίας και την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης θα προσελκύσουν το επενδυτικό ενδιαφέρον και θα επιταχύνουν την πορεία των μεταρρυθμίσεων.

    8) Δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών

    Οι μεγάλες περιβαλλοντικές καταστροφές δεν φαίνεται να μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα από μεμονωμένες χώρες. Για το λόγο αυτό, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός με σκοπό την επέμβαση σε περίπτωση φυσικών καταστροφών. Η δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού θα περιόριζε τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και στις υποδομές, εξοικονομώντας ταυτόχρονα κονδύλια για την ευρωπαϊκή ένωση. Με δεδομένη την καθυστέρηση που παρατηρείται κάποιες φορές στη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο ευρωπαϊκής ένωσης, αυτή η προοπτική θα έπρεπε να έχει ήδη συζητηθεί.

    Η πανδημία και οι πρόσφατες περιβαλλοντικές καταστροφές δημιούργησαν νέες προκλήσεις στην ελληνική οικονομία. Η ανάκαμψη από τις κρίσεις αυτές δημιουργεί ευκαιρίες για αναδιάταξη του παραγωγικού μοντέλου  ώστε να γίνει βιώσιμο (ψηφιακό και εξωστρεφές). Για να γίνει αυτό απαιτείται ένα μίγμα κατάλληλων πολιτικών αποφάσεων αλλά και ταχύτητα  στον σχεδιασμό και την εκτέλεση των σχεδίων. Καθώς η ανάκαμψη από την πανδημία σε παγκόσμιο επίπεδο προβλέπεται να είναι άνιση και ασύμμετρη υπέρ των αναπτυγμένων κρατών και εις βάρος των λιγότερο αναπτυγμένων, η ταχύτητα με την οποία θα επανακάμψουμε θα παίξει πρωτεύοντα ρόλο τα επόμενα χρόνια. Ο εφησυχασμός σε αυτή τη φάση θα είναι καταστροφικός.

    * Ο κ. Ιωάννης Λεβεντίδης είναι καθηγητής,  ο κ. Ευάγγελος Μελάς επίκουρος καθηγητής και ο κ. Κωνσταντίνος Πούλιος επίκουρος καθηγητής, και οι τρεις στο τμήμα Οικ. Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ)

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ